Οι φανταστικοί φίλοι των παιδιών

Το φαινόμενο του φανταστικού φίλου είναι φυσιολογικό ή υποδεικνύει μία δυσκολία στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού;


Το φαινόμενο του φανταστικού φίλου είναι χαρακτηριστικό των παιδιών προσχολικής ηλικίας. Συχνά τα παιδιά αυτού του αναπτυξιακού σταδίου αναφέρονται σε έναν φίλο με συγκεκριμένο όνομα και ταυτότητα σαν να πρόκειται για πραγματικό πρόσωπο. Η φυσικότητα με την οποία αναφέρονται σε αυτό και οι λεπτομέρειες με τις οποίες το περιγράφουν κάνουν γονείς και παιδαγωγούς να πιστέψουν ότι πρόκειται για ένα υπαρκτό πρόσωπο. Όταν συνειδητοποιούν ότι το πρόσωπο αυτό εμπίπτει στη σφαίρα του φανταστικού, θορυβούνται και απευθύνονται σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.

Οι φανταστικοί φίλοι των παιδιών και γενικά οι φανταστικές σχέσεις έχουν στιγματιστεί ως ύποπτες και πιθανόν ως ενδεικτικές ψυχοπαθολογίας. Παλαιότερα, και ιδιαίτερα ως τη δεκαετία του 1990, οι συμπεριφορές αυτές που διέπονταν έντονα από το φαντασιακό στοιχείο χαρακτηρίζονταν ως ανώριμες και άσκοπες. Σύμφωνα με τον Piaget (1962) οι συμπεριφορές αυτές ατονούν αργότερα με την ανάδυση της λογικής και της συγκεκριμένης σκέψης κατά τη μέση παιδική ηλικία.

Τα τελευταία χρόνια επικρατεί η άποψη ότι η φαντασία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ανθρώπινη σκέψη και οι ειδικοί αναγνωρίζουν πλέον τη χρησιμότητά της σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών σχέσεων. Υπάρχει ένα ευρύ φάσμα φανταστικών δραστηριοτήτων που σχετίζεται με τη δημιουργία, τη διαχείριση και την κατανόηση των κοινωνικών δεσμών. Ο φανταστικός φίλος μπορεί να είναι ένα πρόσωπο της ίδιας ηλικίας με το παιδί ή μεγαλύτερης, ενώ κάποιες φορές περιγράφεται από τα παιδιά ως ανθρωπόμορφο ζώο (Taylor & Carlson, 2002).

Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν ζητήθηκε από παιδιά προσχολικής ηλικίας να συγκρίνουν τους φανταστικούς με τους πραγματικούς  τους φίλους, αυτά μίλησαν και για τους δύο με την ίδια στοργή και αγάπη και εξέφρασαν την ίδια προσδοκία ότι η φιλία τους θα διαρκέσει (Gleason & Hohmann, 2006). Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι η φιλία με κάποιον φανταστικό φίλο είναι ιδανική. Συχνά τα παιδιά αναφέρονται σε διαφωνίες και συγκρούσεις που έχουν με τους φίλους αυτούς (Taylor και συν., 2007).

Μερικές φορές το φαινόμενο των φανταστικών φίλων εμφανίζεται και στα παιδιά της μέσης παιδικής ηλικίας, τα οποία μιλούν για τους φίλους αυτούς, για τις συζητήσεις που κάνουν μαζί τους και για τις δραστηριότητες στις οποίες επιδίδονται με αυτούς. Συχνά τα παιδιά αυτά αναφέρονται στη στήριξη, την ενθάρρυνση, τις συμβουλές και την ανακούφιση που λαμβάνουν από αυτούς τους φίλους. Σε σχετική μελέτη που διεξήχθη σχετικά με το φύλο, βρέθηκε ότι τα κορίτσια προσχολικής ηλικίας συνήθως φροντίζουν τους φανταστικούς τους φίλους, ενώ τα αγόρια είναι πιο πιθανό να έχουν ως φανταστικούς φίλους υπερ-ήρωες και να προσδίδουν υπερφυσικές ιδιότητες στους φανταστικούς τους φίλους (Harter & Chao, 1992).

Η σχέση των παιδιών με τους φανταστικούς τους φίλους μπορεί να επηρεάσει τη σχέση τους με τους γονείς τους. Πολλά παιδιά μιλούν για τους φανταστικούς τους φίλους στους γονείς τους. Οι αντιδράσεις των γονιών ποικίλλουν. Κάποιοι γονείς επιδεικνύουν ανοχή, άλλοι θυμώνουν και οι περισσότεροι ανησυχούν. Σε σχετική έρευνα που διεξήγαγαν οι Taylor & Carlson (1997) σε παιδιά προσχολικής ηλικίας και στους γονείς τους βρέθηκε ότι 28% των τετράχρονων παιδιών είχαν έναν φανταστικό φίλο. Τρία χρόνια μετά βρέθηκε ότι ο αριθμός των φανταστικών φίλων είχε αυξηθεί. Συγκεκριμένα 31% των παιδιών ηλικίας 6 ή 7 χρόνων είχαν έναν φανταστικό φίλο. Η Taylor (2004) υποστηρίζει ότι το φαινόμενο του φανταστικού φίλου είναι απολύτως φυσιολογικό και δεν υπονοεί ότι το παιδί που έχει κάποιο φανταστικό φίλο είναι ντροπαλό ή έχει κάποια δυσκολία στην ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη.

Τα τελευταία χρόνια, με το αυξανόμενο επιστημονικό ενδιαφέρον για το φαινόμενο του φανταστικού φίλου και με τη διεξαγωγή αντίστοιχων ερευνών, έχει προκύψει ένα διαφορετικό προφίλ ως προς τα παιδιά που έχουν φανταστικούς φίλους. Αυτά παρουσιάζονται με περισσότερες κοινωνικές και γλωσσικές δεξιότητες και χαρακτηρίζονται από περισσότερη δημιουργική σκέψη σε σχέση με τα παιδιά που δεν έχουν φανταστικούς φίλους (Hoff, 2005). Με τον τρόπο αυτό τα παιδιά που έχουν φανταστικό φίλο έχουν πλέον αποστιγματιστεί ως ύποπτα για κάποιου είδους ψυχοπαθολογία.

Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι το συγκεκριμένο φαινόμενο δε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται από τους ενήλικες που εμπλέκονται στην ανατροφή του παιδιού με διακριτικότητα και με τη δέουσα προσοχή. Οι γονείς και οι παιδαγωγοί που ασχολούνται με παιδιά που έχουν φανταστικούς φίλους είναι απαραίτητο να επιδεικνύουν τον απαραίτητο σεβασμό στην έκφραση της συγκεκριμένης ανάγκης του παιδιού και σε καμία περίπτωση να μην την διακωμωδούν ή να την απαξιώνουν λέγοντάς του ότι λέει ψέματα.

Αντιθέτως, είναι απαραίτητο να μπορούν να ακούν το παιδί και να αφουγκράζονται τις ανάγκες του, με άλλα λόγια να προσπαθούν να επικοινωνήσουν μαζί του. Χωρίς να υπερβάλλουν, μπορούν να παρακολουθούν την έκφραση της φαντασίας και της δημιουργικής σκέψης του παιδιού, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουν τα μηνύματα που αυτό εκπέμπει.

 

Βασιλική Παππά

Οικογένεια και Συναισθηματική Νοημοσύνη

Συμβουλευτική Ψυχολόγος

 


Βιβλιογραφικές παραπομπές

  • Gleason, T. R. & Hohmann, L. M. (2006). Concepts of Real and Imaginary Friendships in Early Childhood, 15(1), 128-144.
  • Harter, S. & Chao, C. (1992). The Role of Competence in Children’s Creation of Imaginary Friends. Merrill-Palmer Quarterly, 38(3), 350-363.
  • Hoff, E. V. (2005). Imaginary Companions, Creativity, and Self-Image in Middle Childhood. Creativity, Research Journal, 17(2-3), 167-180.
  • Piaget, J. (1962). Play, dreams, and imitation in childhood. New York: W.W. Norton & Co.
  • Taylor, M. & Carlson, S. M. (1997). The relation between individual diffirences in fantasy and theory mind. Child Development, 68, 436-455.
  • Taylor, M. & Carlson, S. M. (2002). Imaginary companions and elaborate fantasy in childhood: Discontinuities with nonhuman animals. In R. W. Mitchell (Ed.), Pretending and imagination in animals and children (pp.167-180). New York: Cambridge University Press.
  • Taylor, M., Carlson, S. M., Maring, B. L., Gerow, L., & Charley, C. M. (2004). The Characteristics and Correlates of Fantasy in School-Age Children: Imaginary Companions, Impersonation, and Social Understanding. Developmental Psychology, 40(6), 1173-1187.
  • Taylor, M., Carlson, S., & Shawber, A. (2007). Autonomy and control in children’s interactions with imaginary companions. Proceedings of the British Academy, 147, 81-100.

https://www.psychologynow.gr/psychology-in-our-life/family-and-kids/2306-fantastikoi.html

https://rotasapantaw.wordpress.com/wp-admin/post.php?post=9181&action=edit

Ενσυναίσθηση και Συναισθηματική Νοημοσύνη στα παιδιά.

 

Αν κάτι χρειάζεται αυτός ο κόσμος είναι ενήλικες συναισθηματικά ώριμοι: γονείς, ηγέτες, συντρόφους, συναδέλφους. Ο καλύτερος τρόπος για να οδηγηθούμε σε αυτό είναι ενισχύοντας την ενσυναίσθηση των παιδιών.

Η ενσυναίσθηση είναι η συναισθηματική συμμετοχή στην ψυχική κατάσταση του άλλου και η κατανόηση της συμπεριφοράς και των κινήτρων του και αποτελεί βασικό στοιχείο της συναισθηματικής νοημοσύνης.

Η ενσυναίσθηση πρέπει να καλλιεργείται και να ενισχύεται τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους. Συγκεκριμένα, τα παιδιά:

  • Διαχειρίζονται καλύτερα τα δικά τους συναισθήματα
  • Βελτιώνονται οι κοινωνικές και επικοινωνιακές δεξιότητες
  • Κάνουν πιο υγιείς σχέσεις με τους συνομηλίκους αλλά και με τους ενήλικες
  • Λύνουν πιο αποτελεσματικά τα καθημερινά τους προβλήματα

*Η επιτυχία ενός ανθρώπου, σύμφωνα με την Κοινοπραξία για την Έρευνα πάνω στην Συναισθηματική Νοημοσύνη στους Οργανισμούς, βασίζεται κατά 77% στην συναισθηματική του νοημοσύνη και μόνο κατά 23% στην γνωστική του νοημοσύνη.

Οι γονείς, ως τα πρώτα πρότυπα προς μίμηση, παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της. Είναι σημαντικό να δημιουργούν ένα ασφαλές πλαίσιο για συζήτηση μέσα στο οποίο το παιδί να μπορεί να μιλάει για τα συναισθήματα του και επίσης να ακούει και των άλλων.

Για να ενισχύσεις την ενσυναίσθηση στο παιδί:

  1. Βοήθησε το να καταλάβει τι νιώθει. Μπορείς να ξεκινήσεις μια ιστορία που είχες την ίδια εμπειρία και να το βοηθήσεις να καταλάβει ότι μπορείς να μπεις στη θέση του.
  2. Ρώτησε το πως νιώθει και βοήθησε το να εκφραστεί  χωρίς να το κρίνεις και να βάζεις ετικέτες.
  3. Χρησιμοποίησε συμβολικά παραμύθια και παιχνίδια.
  4. Ενθάρρυνε το παιδί να εξωτερικεύσει ακόμη και τα αρνητικά συναισθήματα. Μην προσπαθείς να το κάνεις να αποφύγει συναισθήματα όπως ο θυμός και η θλίψη. Καλύτερα να μάθει μέσα από αυτά.
  5. Η ενίσχυση της ενσυναίσθησης έρχεται μέσα και από την ενίσχυση της ενσυναίσθησης του γονιού.

Νέλλη Φλωρεντίν – Συμβουλευτική Ψυχολόγος και Ψυχοθεραπεύτρια

www.nflorentin.gr

https://giatioxi.gr/%CE%B5%CE%BD%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BD%CE%BF%CE%B7/

Γιατί η ενσυναίσθηση της χαράς ή του πόνου των άλλων είναι εγκεφαλική λειτουργία !Η νευροεπιστήμη άρχισε να λύνει το αίνιγμα της ενσυναίσθησης !

Το ότι οι άνθρωποι -αλλά και τα περισσότερα ανώτερα θηλαστικά- είναι ικανοί να αντιλαμβάνονται, να συναισθάνονται και να βιώνουν τα αισθήματα της χαράς ή του πόνου που αισθάνεται ένα τρίτο πρόσωπο είναι μια κοινότοπη διαπίστωση που επιβεβαιώνεται από την καθημερινή μας εμπειρία.

Λιγότερο κοινότοπη αποδεικνύεται η κατανόηση των νευροεγκεφαλικών μηχανισμών στις οποίες βασίζεται και των βιοψυχολογικών αναγκών που ικανοποιεί αυτή η σχεδόν μαγική ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε, και κυρίως να βιώνουμε σε πρώτο πρόσωπο, τις εσωτερικές και προσωπικές εμπειρίες των άλλων. Αυτή η αδιαφανής και μέχρι πρόσφατα παρεξηγημένη βιολογική μας ικανότητα, η οποία περιγράφεται από τους ειδικούς ως «ενσυναίσθηση», αποτελεί πλέον αντικείμενο μελέτης των νευροεπιστημών. Χάρη σε αυτόν τον διεπιστημονικό τομέα έρευνας -που περιλαμβάνει τη νευρολογία, τη νευροβιολογία, τη νευροψυχολογία και κάποιες γνωσιακές επιστήμες- αρχίζουμε να κατανοούμε τις νευροφυσιολογικές προϋποθέσεις και τις ψυχοβιολογικές λειτουργίες του φαινομένου της ενσυναίσθησης.

Αν, όπως επιβεβαιώνουν οι πιο πρόσφατες έρευνες, η «ενσυναίσθηση», δηλαδή η μη συνειδητή και συνεπώς η μη λεκτική ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε νοητικά τα προσωπικά βιώματα των συνανθρώπων μας, αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις όχι μόνο της κοινωνικής μας ζωής, αλλά και της βιολογικής επιβίωσής μας ως κοινωνικών όντων, τότε θα πρέπει να βρίσκεται βαθιά ριζωμένη στην αρχιτεκτονική του εγκεφάλου μας: να είναι δηλαδή εγγεγραμμένη στα λειτουργικά νευρωνικά κυκλώματα της πολύπλοκης μηχανής του νου που βρίσκεται μέσα στο κρανίο μας.

Ολα τα ευγενή μας συναισθήματα -η συμπόνια, ο αλτρουισμός, ακόμη και ο έρωτας- εξαρτώνται από αυτή την ιδιαίτερα αναπτυγμένη ικανότητα του είδους μας για ενσυναίσθηση. Για παράδειγμα, η Μαρία, ένα συμπαθητικό κοριτσάκι τριών ετών, βρίσκεται στην παιδική χαρά και βλέπει τον Γιώργο, ένα άγνωστο συνομήλικο παιδάκι, να κλαίει σπαραχτικά επειδή έπεσε από την κούνια. Η άμεση αντίδρασή της είναι να βάλει κι αυτή τα κλάματα και αμέσως μετά να του προσφέρει την αγαπημένη της κούκλα για να τον παρηγορήσει. Και θα ήταν μεγάλο σφάλμα να πιστέψει κανείς ότι τέτοιες εκδηλώσεις ενσυναίσθησης του πόνου των άλλων αφορούν μόνο τα νήπια. Πώς όμως θα μπορούσαμε να ορίσουμε αυτή την ευχέρεια των περισσότερων ανθρώπων να αναγνωρίζουν και να βιώνουν οι ίδιοι τις εμπειρίες και τα συναισθήματα των άλλων;

Οι σημερινοί νευροεπιστήμονες και οι εξελικτικοί ψυχολόγοι υιοθέτησαν την έννοια «empathy», η οποία ορθά αποδίδεται στα ελληνικά ως «ενσυναίσθηση» και όχι βέβαια ως «εμπάθεια» ή ως «συμπάθεια», έννοιες που έχουν εντελώς διαφορετική σημασία. Στην προσπάθειά μας να ορίσουμε αυτή τη μάλλον ασαφή και σκοτεινή έννοια ανατρέξαμε σε ένα σύγχρονο Λεξικό Ψυχολογίας. Εκεί βρήκαμε τον ακόλουθο ορισμό: «Η ικανότητα ενός ατόμου να κατανοεί και να συμμερίζεται τα συναισθήματα, τις σκέψεις, και τις ανησυχίες ενός άλλου ανθρώπου “σαν να” ήταν αυτός ο άλλος, διατηρώντας όμως την ακεραιότητά του» (βλ. Λεξικό Ψυχολογίας, εκδ. Τόπος, 2008). Μολονότι, σχετικά ακριβής, αυτός ο ορισμός περιορίζει την ενσυναίσθηση σε ένα τυπικά ανθρώπινο ψυχολογικό φαινόμενο, παραβλέποντας το γεγονός ότι έχει συχνά διαπιστωθεί σε όλα τα ανώτερα θηλαστικά· και επιπλέον παραλείπει κάθε αναφορά στο πώς αυτή η νοητική λειτουργία αναδύεται πάντα μέσα από συγκεκριμένους νευροψυχολογικούς μηχανισμούς.

Τα μολυσματικά συναισθήματα

Για να κατανοήσουμε πώς η σύγχρονη νευροεπιστήμη επιχειρεί να εξηγήσει αυτό το αινιγματικό βιο-ψυχολογικό φαινόμενο, θα παρουσιάσουμε πολύ συνοπτικά την άποψη της Frederique de Vignemont, διακεκριμένης γνωσιακής νευροψυχολόγου, η οποία έχει από καιρό επικεντρώσει τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα στη μελέτη των μηχανισμών της ανθρώπινης ενσυναίσθησης του πόνου.

Οπως συστηματικά υπογραμμίζει σε πρόσφατα δημοσιευμένα κείμενά της, το συναίσθημα του πόνου είναι διττής φύσεως: πρόκειται για μια εμπειρία αισθητηριακή και ταυτόχρονα συναισθηματική. Σε ένα τυπικά νευρολογικό-αισθητηριακό επίπεδο ανάλυσης οι άνθρωποι αισθάνονται την ένταση του πόνου σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του σώματός τους. Σχεδόν παράλληλα, σε ένα συναισθηματικό – ψυχολογικό επίπεδο ανάλυσης, ο πόνος βιώνεται ως δυσάρεστο συναίσθημα. Συνεπώς, ό,τι οι ειδικοί περιγράφουν ως η «μήτρα του πόνου» περικλείει, από νευροφυσιολογικής απόψεως, δύο διακριτά εγκεφαλικά δίκτυα που ενεργοποιούνται παράλληλα όταν πονάμε: ένα αισθητηριακό και ένα συναισθηματικό.

Τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον εγκέφαλό μας όταν βλέπουμε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο να σφαδάζει από τον πόνο ή ένα παιδάκι να κλαίει απαρηγόρητο; Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι όχι απλώς αντιλαμβανόμαστε και επεξεργαζόμαστε συνειδητά τον πόνο τους, αλλά, ώς έναν βαθμό, βιώνουμε προσωπικά τον πόνο τους. Πώς όμως είναι δυνατόν να βιώνουμε ή να μοιραζόμαστε το συναίσθημα ενός άλλου προσώπου;

Η νευροεπιστήμη άρχισε να λύνει το αίνιγμα της ενσυναίσθησης

Μόνο τα τελευταία χρόνια, χάρη στην εντυπωσιακή πρόοδο των νευροεπιστημών, αρχίζουμε να κατανοούμε τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την ανάδυση αυτών των αξιοπερίεργων «ψυχολογικών» μας ικανοτήτων. Για παράδειγμα, από τις πρωτοποριακές έρευνες πάνω στους «νευρώνες – καθρέπτες» προκύπτει ότι η θέα και μόνο του πόνου των άλλων ενεργοποιεί αυτά τα νευρωνικά κυκλώματα που μας επιτρέπουν να βιώνουμε τις συναισθηματικές συνέπειες του πόνου των άλλων μολονότι δεν ασκούνται πάνω στο σώμα μας τα «πραγματικά» αίτια του πόνου.

Χάρη σε πιο πρόσφατες νευροψυχολογικές αναλύσεις των αισθημάτων του πόνου, μεταξύ των οποίων και οι μελέτες της Frederique de Vignemont, αποσαφηνίστηκαν οι διαφορές μεταξύ της ενσυναίσθησης, της συμπάθειας και της μολυσματικής δράσης των αλγογόνων αισθημάτων. Για παράδειγμα, μόλις ο Κωστάκης εμβολιάζεται στην παιδική κλινική, αρχίζει να κλαίει. Η νοσοκόμα που του κάνει την ένεση νιώθει συμπάθεια, δηλαδή κατανοεί τι αισθάνεται το παιδί, αλλά δεν βιώνει τα αισθήματά του, διαφορετικά θα της ήταν αδύνατον να κάνει καλά τη δουλειά της! Ενώ η μητέρα του παιδιού βιώνει προσωπικά τον πόνο του Κωστάκη, χάρη στη σχέση ενσυναίσθησης που υπάρχει ανάμεσά τους. Αντίθετα, η Μαρία, η μεγαλύτερη αδελφή του παιδιού, στο θέαμα του αδελφού της που κλαίει σπαραχτικά, παγώνει λες και υποβάλλουν την ίδια σε εμβολιασμό. Σε αυτή την περίπτωση, πρόκειται για τη μολυσματική δράση του πόνου: πρόκειται για μια εγωκεντρική και σχεδόν αυτιστική αντίδραση στον πόνο των άλλων.

Ενώ η ενσυναίσθηση και η συμπάθεια αποτελούν ένα άνοιγμα στα συναισθήματα των άλλων, η μολυσματική δράση του πόνου είναι εσωστρεφής· αφού ως ψυχολογική αντίδραση επικεντρωνόμαστε στον ίδιο μας τον εαυτό όταν βρισκόμαστε απέναντι στον πόνο ενός τρίτου προσώπου.

ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ: αιτιολογία, κατανόηση, αντιμετώπιση

ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ: αιτιολογία, κατανόηση, αντιμετώπιση

Μπορεί οι διαφορές μεταξύ των διαφόρων πολιτισμικών παραδόσεων να είναι συχνά μεγάλες, ένα, όμως, από τα κοινά τους στοιχεία είναι πως το ψέμα , όχι μόνο είναι μη αποδεκτό, αλλά και καταδικαστέο.

Η θέση αυτή αντιπροσωπεύει μια ηθικιστική προσέγγιση του θέματος «ψέμα» και, αν αντιμετωπίζουμε με παρόμοιο τρόπο τα όποια ψέματα του μικρού ιδίως παιδιού μας, όχι μόνο δεν πρόκειται να το «συμμορφώσουμε», αλλά θα του δημιουργήσουμε ενοχές, μια κακή εικόνα για τον εαυτό του και θα το οδηγήσουμε στη χρήση ακόμα περισσότερων ψεμάτων. Αυτό δείχνουν τουλάχιστον οι περισσότερες έρευνες επί του θέματος.

Τα παιδιά που λένε ψέματα δεν είναι «χειρότερα» από τα υπόλοιπα. Συνήθως, καταφεύγουν στο ψέμα εξαιτίας των συνεπειών που θεωρούν πως μπορεί να έχει η κατάθεση της αλήθειας, κυρίως για τα ίδια, αλλά και για τους ίδιους τους γονείς τους. Ως γονείς, ποτέ δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως οι συνέπειες των δικών μας τυχόν ψεμάτων προς το παιδί έχουν σοβαρότερες συνέπειες από αυτές που έχει η χρήση ψεμάτων από το ίδιο το παιδί. Η όποια τυχόν καλή πρόθεση του γονέα δεν καθαγιάζει αυτήν την επιλογή, αλλά ούτε και τη νομιμοποιεί.

Το ψέμα ως φυσιολογικό στοιχείο της εξέλιξης του παιδιού

Τα παιδιά, προσχολικής ηλικίας κυρίως, δεν διαχωρίζουν συχνά τη φαντασία από την πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει πως μπορεί να λένε «ψέματα» χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει πως έχουν απαραίτητα την πρόθεση να αποκρύψουν την αλήθεια. Αυτό συμβαίνει, επειδή, για τα παιδιά της ηλικίας αυτής, η ζωηρή τους φαντασία είναι, κατά κάποιον τρόπο, εξίσου αληθινή όσο και η πραγματικότητα.

Στην ηλικία των έξι περίπου χρόνων, δηλαδή στην ηλικία που τα περισσότερα παιδιά αρχίζουν το σχολείο, η διάκριση ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα γίνεται ολοένα και σαφέστερη στο παιδί. Ένα ποσοστό παιδιών, όμως, συνεχίζει, για διάφορους λόγους, να αποφεύγει την πραγματικότητα και να καταφεύγει στον κόσμο της φαντασίας.

Παιδί

Οι λόγοι αυτοί μπορεί να οφείλονται:

Στο ότι το παιδί δεν γνωρίζει την πραγματικότητα, επειδή οι γονείς, είτε την έχουν αποκρύψει, για κάποιους λόγους, από το παιδί είτε την έχουν ωραιοποιήσει. Αυτό μπορεί να οφείλεται, για παράδειγμα, στο ότι υπάρχει κάποιο γεγονός που αποτελεί ένα αποσιωπημένο μυστικό της οικογένειας που σκόπιμα έχει αποκρυβεί από το παιδί (π.χ. η αυτοχειρία ή ο θάνατος κάποιου άλλου κάποιου μέλους της οικογένειας κ.ά.)
Το παιδί μπορεί να ψεύδεται, εξαιτίας της χαμηλής του αυτοεκτίμησης, για να εντυπωσιάσει και να κερδίσει το θαυμασμό ή την εκτίμηση των συνομηλίκων του, όταν θεωρεί πως δεν μπορεί να το πετύχει με βάση την πραγματική του αξία.
Το παιδί μπορεί να ψεύδεται, εξαιτίας της ντροπής που νιώθει, λόγω των συνθηκών που επικρατούν στην οικογένειά του (π.χ. ύπαρξη ενδοοικογενειακής βίας, χρήση ουσιών ή αλκοόλ από τους γονείς, ψυχική ασθένεια του γονέα, σεξουαλική, φυσική ή ψυχική κακοποίησης του παιδιού κ.ά.).
Τα παιδιά που βιώνουν μια τέτοια πραγματικότητα δεν ψεύδονται επειδή έχουν ελλειμματική ηθική, αλλά επειδή τα όποια ψέματα χρησιμοποιούν εξυπηρετούν μια στρατηγική συναισθηματικής τους επιβίωσης. Η αντιμετώπιση, λοιπόν, ψεμάτων -που οφείλονται σε λόγους παρόμοιους των προαναφερθέντων- διαμέσου μιας ηθικιστικής προσέγγισης όχι μόνο δεν βοηθά το παιδί, αλλά το κάνει να νιώθει ακόμα μεγαλύτερη αναξιότητα, ανεπάρκεια, απόρριψη και μοναξιά καθώς του δημιουργείται η αίσθηση πως κανείς δεν το καταλαβαίνει.

Υπάρχουν, βέβαια, μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά και έφηβοι που λένε ψέματα, επειδή οι γονείς τους μοιάζει να μην αντέχουν να ακούσουν την αλήθεια τους, αντιμετωπίζοντάς την με επικρίσεις, χλευασμό, ειρωνείες ή αδιαπραγμάτευτο αρνητισμό. Δεν νομίζω πως θα υπήρχαν πολλά παιδιά που θα έλεγαν ψέματα στους γονείς τους ή που θα ήθελαν να τους απογοητεύσουν ή να τους λυπήσουν, αν ήσαν βέβαια πως αυτοί θα τα άκουγαν προσεκτικά και με διάθεση να τα καταλάβουν και να συνδιαλλαγούν μαζί τους χωρίς να κρίνουν και να απορρίπτουν συλλήβδην τα ίδια, τις απόψεις ή τα θέλω τους.

Παιδί και ψέματα

Αντιμετώπιση από γονείς και ενήλικες του άμεσου περιβάλλοντος

Είναι σημαντικό να διαχωρίζουμε ανάμεσα σε φαντασία, απόκρυψη αλήθειας και καθαρό ψέμα. Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας δεν λένε στην ουσία ψέματα, απλά έχουν συχνά την ανάγκη να παραμένουν εκτός πραγματικότητας. Ένα από τα πιο συνηθισμένα ψέματα αυτής της ηλικιακής ομάδας είναι η άρνησή τους πως έχουν κάνει κάτι που γνωρίζουν πως δεν επιτρέπεται. Σύμφωνα με μια καναδέζικη έρευνα, τα περισσότερα ψέματα τα λένε συνήθως παιδιά ηλικίας 12 περίπου χρονών, εξαιτίας της ανάγκης των παιδιών αυτής της εξελικτικής περιόδου για δοκιμάσουν, διαμέσου των ψεμάτων, διάφορα πράγματα.

Ένα παιδί, που καταφεύγει συστηματικά στον κόσμο της φαντασίας, μπορεί να έχει, εξαιτίας αυτού, προβλήματα στις διαπροσωπικές του σχέσεις, ο δε περίγυρός του να κουραστεί από την αβεβαιότητα του αν αυτό που λέγεται είναι αλήθεια ή ψέμα. Στην περίπτωση αυτή, είναι σημαντικό να μιλήσουμε με το παιδί και να το βοηθήσουμε να κατανοήσει τη διαφορά ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα, αλλά με τρόπο που να μη θιγεί η αυτοεκτίμησή του ή ανασταλεί εντελώς η ανάγκη του να φαντασιώνει και να δοκιμάζει, με τον τρόπο αυτό, διάφορες δυνατότητες και ανθρώπινες αντιδράσεις.

Μερικές φορές, ίσως χρειαστεί να μπούμε σε αυτόν τον φανταστικό κόσμο του παιδιού και να συμμετάσχουμε σε αυτόν, χωρίς να τον αμφισβητούμε με λογικά επιχειρήματα, αλλά και χωρίς να αποδεχόμαστε αβίαστα τα όσα απίθανα συμβαίνουν σε αυτόν. Να θέτουμε ερωτήματα στο παιδί που να σηματοδοτούν πως γνωρίζουμε πως πρόκειται για πράγματα που το παιδί έχει φαντασθεί (π.χ. ρωτώντας αν αυτό συνέβη πραγματικά ή το έχει πλάσει το ίδιο με τη φαντασία του), που δείχνουν την απορία μας για το πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει το ένα ή το άλλο καταπληκτικό, κάτι που σταδιακά κινητοποιεί την κριτική ικανότητα του παιδιού χωρίς, όμως, να το ακυρώνει.

Ένας απλοϊκός, αλλά αποτελεσματικός, τρόπος διαχείρισης των ψεμάτων ενός παιδιού, σχολικής κυρίως ηλικίας, είναι να χρησιμοποιούμε κάποιες φορές κι οι ίδιοι κάποιο προφανές ψέμα για να βάλουμε το παιδί στη θέση να κατανοήσει καλύτερα τις συνέπειες των ψεμάτων. Για παράδειγμα, αν ρωτήσει το παιδί «Πότε θα φάμε;», μπορούμε να απαντήσουμε «Τώρα. Το τραπέζι είναι έτοιμο, μπορείς να κάτσεις να φας», χωρίς όμως αυτό να ισχύει. Ούτε φαγητό υπάρχει ακόμα ούτε το τραπέζι είναι στρωμένο Το παιδί φυσικά θα αντιδράσει, και τότε είναι ευκαιρία να πούμε ήρεμα και αποφασιστικά κάποια πράγματα για τις συνέπειες των ψεμάτων και το πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει ειλικρίνεια στις σχέσεις των ανθρώπων και μεταξύ των μελών μιας οικογένειας.

Διαπαιδαγώγηση

Εάν, πραγματικά, θέλουμε να βοηθήσουμε ένα παιδί που λέει συχνά ψέματα, θα πρέπει να έχουμε υπόψη τα εξής:

Να προσπαθούμε πάντα να μπαίνουμε στη θέση του παιδιού και να θυμηθούμε δικές μας ανάλογες στιγμές ως παιδιά.
Να αντιμετωπίζουμε το ψέμα του παιδιού με τρόπο που, κατόπιν, να μην το κάνει να αισθάνεται πως έχει χάσει την αξιοπρέπειά του και το σεβασμό των δικών του.
Γενικά, ποτέ δεν πιέζουμε ή εξαναγκάζουμε το παιδί να μας πει την αλήθεια, αν δεν πρόκειται για κάτι το πολύ σημαντικό που να αφορά στην υγεία, στη ζωή ή στη σωματική και ψυχική του ακεραιότητα.
Δεν κρίνουμε ή απορρίπτουμε το ίδιο το παιδί, αλλά τη λανθασμένη ενέργειά του, τεκμηριώνοντας την άποψή μας με τρόπο συγκεκριμένο και όχι διαμέσου ηθικοπλαστικών κηρυγμάτων.
Κάθε προσπάθεια δημιουργίας αισθημάτων ντροπής στο παιδί βλάπτει σοβαρά την αυτοεκτίμησή του.

Δεν θα πρέπει να βάζουμε όρια και να δείχνουμε τα συναισθήματά μας;

Φυσικά και θα πρέπει να μπαίνουν έγκαιρα κάποια όρια, έχοντας όμως υπόψη πως όσο περισσότερες απαγορεύσεις επιβάλουμε τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες να βρεθούμε αντιμέτωποι, ως γονείς, με περισσότερα ψέματα. Όσο μεγαλύτερη ακαμψία επιδεικνύουν οι γονείς απέναντι σε διάφορες ανάγκες ή απόψεις του παιδιού τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η επιθυμία του να εξερευνήσει αυτήν την απαγορευμένη πλευρά της πραγματικότητας από μόνο του.

Αν αυτή η προσπάθεια οριοθέτησης του παιδιού, ιδιαίτερα αυτού της εφηβικής ηλικίας, γίνεται με τρόπο ακατάλληλο, μετατρεπόμενη σε αγώνα δύναμης, ανάμεσα σε γονείς και παιδί, για το ποιος θα επικρατήσει ή επειδή πριμοδοτείται περισσότερο η υπακοή του παιδιού παρά η καλή επικοινωνία και κατανόηση, τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να κάνει το παιδί όλα όσα του απαγορεύονται μπροστά στα μάτια των γονιών του, χωρίς να δίνει σημασία στις όποιες αντιδράσεις τους.

Οι ίδιοι οι γονείς είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για το αν κυριαρχεί ή όχι το ψέμα στη ζωή της οικογένειας ή στη σχέση τους με το παιδί. Αυτοί είναι οι ηθικά και ψυχολογικά υπεύθυνοι απέναντι στο παιδί και στον τρόπο που εξελίσσεται ως άτομο.

Ψέματα

Επίλογος

Ο αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης και αποτροπής της δημιουργίας διαφόρων στεγανών ή της συστηματικής χρήσης ψεμάτων από το παιδί είναι η ύπαρξη μιας ασφαλούς σχέσης εμπιστοσύνης με τους γονείς του. Είναι προτιμότερο να πριμοδοτούμε την ειλικρίνεια παρά να καταδικάζουμε το ψέμα και να υπενθυμίζουμε συνεχώς τις όποιες αρνητικές του συνέπειες.

Όταν διαπιστώνουμε πως το παιδί μας ψεύδεται, αντί να λειτουργούμε πυροσβεστικά, θα πρέπει πρώτα να αναρωτούμαστε, «Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό;». Βάζουμε, προς στιγμή, στην άκρη τα όποια δυσάρεστα συναισθήματά μας, προσπαθώντας να εστιάσουμε στους πιθανούς λόγους που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μήπως αυτό, τελικά, αποτελεί ένδειξη έλλειψης εμπιστοσύνης και επικοινωνίας στη σχέση μας με το παιδί; Υπάρχουν πράγματα που δεν έχουμε κατανοήσει ή καλύψει ως γονείς;

Είναι, επίσης, σημαντικό να προσπαθούμε να θυμηθούμε τις αντιδράσεις που συνήθως έχουμε, όταν το παιδί μας έχει κάνει κάτι που δεν μας αρέσει, μας απογοητεύει ή μας ματαιώνει. Συχνά, μια τέτοιου είδους αντίδρασή μας θέλει να αποφύγει, λέγοντάς μας ψέματα. Κάθε παιδί επιθυμεί την αποδοχή και την αγάπη, και όχι την απόρριψή μας. Θέλει να μας βλέπει χαρούμενους και τρυφερούς και όχι οργισμένους ή απογοητευμένους.

Τέλος, η συχνή χρήση ψεμάτων από τους γονείς, ιδιαίτερα διαμέσου της αθέτησης υποσχέσεων που αποσκοπούν στο χειρισμό ή στον έλεγχο των παιδιών τους, είναι πολύ πιθανό να διαμορφώσει μια κατάσταση όπου, κάποια μέρα, τα λόγια τους δεν θα σημαίνουν απολύτως τίποτα για αυτά.
Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.,

http://www.i-psyxologos.gr/pedi-kai-psemata/

Έρικ Έρικσον – Erik Erikson Ο ψυχολόγος της ελπίδας

Η ελπίδα είναι η πιo βασική και ζωτική αρετή … Εάν θέλουμε να στηρίξουμε τη ζωή, πρέπει να κρατήσουμε την ελπίδα, ακόμη και εκεί όπου η εμπιστοσύνη πληγώθηκε και η πίστη εξασθένησε.

Τα παιδιά αγαπούν και θέλουν να αγαπηθούν και προτιμούν σε μεγάλο βαθμό τη χαρά της επίτευξης των στόχων τους και τον θρίαμβο παρά τη μισητή αποτυχία.
Μην βγάζεις (λανθασμένα) συμπεράσματα για ένα παιδί από μια συμπεριφορά του (ένα σύμπτωμα).
Η αμφιβολία είναι η αδελφή της ντροπής.
Τα υγιή παιδιά δεν φοβούνται αν οι μεγαλύτεροί τους έχουν ολοκληρωθεί τόσο που να δεν φοβούνται πια τον θάνατο.
Τα δαιμονικά πνεύματα δεν μπορούμε ούτε να τα εξηγήσουμε, ούτε να τα θεραπεύσουμε. Μόνο, κατά καιρούς, η αναβολή και η αναστολή της αντιμετώπισής τους καταλήγουν σε διαστροφές και σε καταστροφικές ή αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές.
Οι άνθρωποι, και ιδιαίτερα τα παιδιά, έχουν αντίληψη για το τι οι άλλοι άνθρωποι σημαίνουν πραγματικά, και αργά ή γρήγορα ή θα τους ανταμείψουν βασιλικά με πραγματική αγάπη ή θα πάρουν την εκδίκησή τους εξαιτίας του σιωπηρού μίσους που τρέφουν εναντίον τους.
Erik Erikson (1902-1994): ο ψυχολόγος της ελπίδας

Ο άνθρωπος. Γεννήθηκε στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας. Ο Δανός πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια προτού να γεννηθεί ο Erik. Η Εβραία μητέρα του παντρεύτηκε αργότερα έναν γιατρό. Το ενδιαφέρον του Erikson για την ταυτότητα αναπτύχθηκε νωρίς και βασίστηκε στη σχολική εμπειρία του. Στο Δημοτικό, τα άλλα παιδιά τον πείραζαν για τη σκανδιναβική καταγωγή του, επειδή ήταν ψηλός, ξανθός και γαλανομάτης. Στο Γυμνάσιο τον απόρριψαν λόγω της εβραϊκής καταγωγής του.

Ο Erikson σπούδασε και δίδαξε Τέχνη. Ενώ δίδασκε σε ένα ιδιωτικό σχολείο στη Βιέννη, γνώρισε την Άννα Φρόιντ, κόρη του Σίγκμουντ. Υπέστη ο ίδιος ψυχανάλυση, εμπειρία που τον οδήγησε να γίνει αναλυτής. Εκπαιδεύτηκε στο Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο της Βιέννη και, επίσης, μελέτησε την παιδαγωγική μέθοδο Montessori, η οποία επικεντρώνεται στην ανάπτυξη του παιδιού.

Σταδιοδρομία. Αφού ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη, ο Erikson μελέτησε την ψυχανάλυση με την Anna Freud, κόρη του Sigmund, και απόκτησε πιστοποίηση από την Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Βιέννης. Το 1933 ο Erikson πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου υπήρξε ο πρώτος ψυχαναλυτής παιδιών στη Βοστόνη, πριν του προσφερθεί μια θέση καθηγητή στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ. Δίδαξε στο πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας, στο Γέιλ, στο Ψυχαναλυτικό Ίδρυμα του Σαν Φρανσίσκο, στο Κέντρο Austen Riggs και το Κέντρο Ερευνών των Επιστημών της Συμπεριφοράς. Δημοσίευσε βιβλία σχετικά με τις θεωρίες και έρευνές του, μεταξύ των οποίων και το βιβλίο «Παιδική ηλικία και κοινωνία». Για το βιβλίο του «Η αλήθεια του Ghandi» του απονεμήθηκε το βραβείο Pulitzer.

*Letter to Gandhi, JULY 31, 1969, Erik H. Erikson

Συνεισφορά στην ψυχολογία. Ενώ η θεωρία του Freud εστιάζει στις ψυχοσεξουαλικές πτυχές της ανάπτυξης, οι πολυπολιτισμικές επιρροές που δέχτηκε ο Erikson τον βοηθούν να διευρύνει την ψυχαναλυτική θεωρία. Πέρασε πολύ χρόνο μελετώντας τη ζωή των Σιου της Νότιας Ντακότα και των Γιούροκ της Βόρειας Καλιφόρνιας. Χρησιμοποίησε τη γνώση που κέρδισε από αυτές τις πολιτιστικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιρροές για να αναπτύξει περαιτέρω την ψυχαναλυτική θεωρία. Συνέβαλε, επίσης, στην κατανόηση της προσωπικότητας, όπως αυτή αναπτύσσεται και διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της ζωής. Ο Erikson είναι πιο γνωστός για τα στάδια ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης που διατύπωσε, και πιο συγκεκριμένα για την κρίση ταυτότητας.

Η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη. Η θεωρία του Erikson είναι μια από τις πιο γνωστές θεωρίες προσωπικότητας. Όπως και ο Freud, ο Erikson θεώρησε ότι η προσωπικότητα αναπτύσσεται σε μία σειρά σταδίων. Αντίθετα όμως με τη θεωρία των ψυχοσεξουαλικών σταδίων, ο Erikson περιγράφει τον αντίκτυπο της κοινωνικής εμπειρίας κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής. Ένα από τα κύρια στοιχεία της θεωρίας του Erikson είναι η ανάπτυξη της ταυτότητας του εγώ. Η ταυτότητα του εγώ είναι η συνειδητή αίσθηση του εαυτού, την οποία αναπτύσσουμε μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Σύμφωνα με Erikson, η ταυτότητα του εγώ μάς αλλάζει συνεχώς λόγω της νέας εμπειρίας και των πληροφοριών που αποκτάμε στις καθημερινές αλληλεπιδράσεις μας με άλλους. Εκτός από την ταυτότητα του εγώ, ο Erikson, επίσης, θεώρησε ότι η αντίληψη της ικανότητάς μας παρακινεί τις συμπεριφορές και τις ενέργειές μας. Στη θεωρία του Erikson, σε κάθε στάδιο το άτομο ενδιαφέρεται να γίνει ικανό σε έναν τομέα της ζωής του. Αν το στάδιο αντιμετωπίζεται καλά, το πρόσωπο θα αισθανθεί μια αίσθηση κυριαρχίας (mastery). Αν το στάδιο δεν ρυθμιστεί σωστά, το άτομο θα βγει με μια αίσθηση ανεπάρκειας. Ο Erikson διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι, σε κάθε στάδιο, βιώνουν μια σύγκρουση που αποτελεί μια κρίσιμη καμπή στην ανάπτυξή του (ψυχολογική κρίση). Κατά την άποψη του Erikson, αυτές οι συγκρούσεις είναι κεντροθετημένες είτε στην ανάπτυξη μιας ψυχολογικής ποιότητας είτε στην αποτυχία να αναπτυχθεί αυτή η ποιότητα. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, η δυνατότητα για την προσωπική ανάπτυξη ή για την αποτυχία είναι το ίδιο υψηλή.

Η κρίση ταυτότητας. Είστε αβέβαιοι για το ρόλο σας στη ζωή; Αισθάνεστε ότι δεν ξέρετε «τον πραγματικό εαυτό σας»; Αν απαντάτε ναι στις ερωτήσεις αυτές, μπορεί να βιώνετε μια κρίση ταυτότητας. Ο θεωρητικός Erikson έπλασε την κρίση ταυτότητας και θεώρησε ότι ήταν μία από τις σημαντικότερες συγκρούσεις που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στην ανάπτυξη.

Σύμφωνα με τον Erikson, η κρίση ταυτότητας είναι μια περίοδος εντατικής ανάλυσης και εξερεύνησης των διαφορετικών τρόπων να κοιτάξεις τον εαυτό σου. Το ενδιαφέρον του Erikson για την ταυτότητα, όπως είπαμε, άρχισε στην παιδική ηλικία του. Με καταγωγή εβραϊκή, ο Erikson είχε εμφάνιση πολύ Σκανδιναβική και έτσι θεώρησε ότι δεν ανήκε σε καμία από τις δύο ομάδες. Αργότερα, στην Αμερική, οι μελέτες του πάνω στη ζωή των ινδιάνων τον βοήθησαν να σχηματοποιήσει τις ιδέες του τόσο για την ανάπτυξη της ταυτότητας όσο και για την κρίση ταυτότητας.

Ο Erikson περιγράφει την ταυτότητα ως υποκειμενική αίσθηση και ως παρατηρήσιμη ποιότητα της προσωπικής ομοιότητας και συνοχής, η οποία ταιριάζει με μια ορισμένη αντίληψη της ομοιότητας και συνοχής μιας κοινής παγκόσμιας εικόνας. Ως ποιότητα της ασυνείδητης ζωής, αυτό μπορεί να είναι εμφανέστατο σε ένα νεαρό άτομο που έχει βρει τον εαυτό του όπως ακριβώς βρήκε και τον τρόπο κοινής διαβίωσης με άλλους. Στον έφηβο βλέπουμε να προκύπτει μια μοναδική ενοποίηση αυτού που δίνεται αμετάκλητα -δηλαδή ο σωματότυπος και η ιδιοσυγκρασία, η χαρισματικότητα και η ευπάθεια, τα παιδικά πρότυπα και τα επίκτητα ιδανικά- με τις ανοικτές επιλογές που του παρέχονται σε διαθέσιμους ρόλους, τις επαγγελματικές δυνατότητες, τα επιτεύγματά του, τις συναντήσεις με μέντορες, τις φιλίες του και τις πρώτες σεξουαλικές συγκρούσεις. (Erikson, 1970.)

Έρευνες για την ταυτότητα. Η εμφάνιση της κρίσης ταυτότητας εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της εφηβείας, όταν οι έφηβοι παλεύουν μεταξύ συναισθημάτων ταυτότητας και σύγχυσης ρόλων. Ο James Marcia έχει επεκτείνει την αρχική θεωρία του Erikson. Σύμφωνα με τον Marcia, η ισορροπία μεταξύ της ταυτότητας και της σύγχυσης βρίσκεται στην ανάληψη μιας δέσμευσης για μια ταυτότητα. Ο Marcia ανέπτυξε τέσσερις διαφορετικές θέσεις (statuses) ταυτότητας που προκύπτουν από την ανάλυση τριών διαφορετικών παραγόντων: α) του επαγγελματικού ρόλου, β) των πεποιθήσεων και αξιών και γ) της σεξουαλικότητας.

Το επίτευγμα της ταυτότητας εμφανίζεται όταν περάσει ένα άτομο από μια εξερεύνηση των διαφορετικών ταυτοτήτων και έχει αναλάβει δέσμευση για μία. Η ανάπαυλα (moratorium) είναι η θέση ενός προσώπου που έχει ενεργά εμπλακεί στη διερεύνηση διαφορετικών ταυτοτήτων, αλλά δεν έχει αναλάβει μια υποχρέωση. Η θέση αποκλεισμού είναι όταν ένα πρόσωπο έχει αναλάβει μια υποχρέωση χωρίς να προσπαθήσει προηγουμένως να κάνει οποιαδήποτε διερεύνηση. Η διάχυση ταυτότητας εμφανίζεται όταν δεν υπάρχει ούτε κρίση ταυτότητας ούτε υποχρέωση.

Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι εκείνοι που έχουν αναλάβει μια ισχυρή δέσμευση για μια ταυτότητα τείνουν να είναι ευτυχέστεροι και υγιέστεροι από εκείνους που δεν έχουν. Εκείνοι που βρίσκονται σε κατάσταση διάχυσης της ταυτότητας, τείνουν να αισθάνονται ότι δεν έχουν βρει μια θέση στον κόσμο και δεν έχουν μια αίσθηση ταυτότητας. Στο σημερινό γρήγορα μεταβαλλόμενο κόσμο, οι κρίσεις ταυτότητας είναι πιο κοινές απ’ ό,τι την εποχή του Erikson. Το να ερευνήσεις τις διαφορετικές πτυχές σου στους διαφορετικούς τομείς της ζωής, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου σου στην εργασία, μέσα στην οικογένεια και στις ρομαντικές σχέσεις σου, μπορεί να βοηθήσει να ενισχυθεί η προσωπική ταυτότητά σου.

Οι επιπτώσεις της θεωρίας του Erikson στην εκπαίδευση. Τα χαρακτηριστικά των παιδιών και των εφήβων στα διάφορα στάδια που περιγράφονται από τον Erikson, και τις προκλήσεις και τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν κατά τη διάρκεια αυτών των σταδίων, έχουν πολλές επιπτώσεις στην εκπαίδευση και τους εκπαιδευτικούς. Γενικά, η καλύτερη προσέγγιση για την ενίσχυση των παιδιών, στην προσπάθειά τους να αναπτύξουν το εγώ τους, είναι να χρησιμοποιηθούν οι στρατηγικές ενδυνάμωσης της εμπιστοσύνης και τη δυνατότητάς τους στη θετική λήψη αποφάσεων.

Εργασία εναντίον κατωτερότητας. Τα παιδιά του δημοτικού σχολείου πρέπει να αποκτήσουν μια αίσθηση ολοκλήρωσης. Πρέπει να δεχτούν συγχαρητήρια για τις επιτυχίες τους, να αισθανθούν υπερήφανα για την εργασία τους, να δουν ότι τα πράγματα που κάνουν θεωρούνται σημαντικά, να ακούσουν φιλοφρονήσεις και να θεωρήσουν ότι έχουν γνώση σε ποικίλες περιοχές (π.χ., σχετικές με τα ενδιαφέροντα και τα χόμπι τους) και για το λόγο αυτόν γίνονται σεβαστά και έχουν βοήθεια στην προσπάθεια πραγματοποίησης των στόχων τους.

Τα παιδιά του δημοτικού σχολείου πρέπει να αισθανθούν ότι γίνονται αποδεκτά και οι άλλοι σέβονται τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους. Πρέπει να είναι σε θέση να αισθανθούν υπερήφανα για τον πολιτισμό τους και τις παραδόσεις τους, να αισθανθούν ότι η γλώσσα τους γίνεται αποδεκτή, να αισθανθούν ότι έχουν γονείς και οικογένειες αξιοσέβαστες και να ξέρουν ότι οι παραδόσεις και οι πατρίδες τους θεωρούνται σημαντικές.

Ταυτότητα εναντίον σύγχυσης ρόλων. Οι έφηβοι βρίσκονται σε μια συνεχή σκέψη, αντικείμενο της οποίας είναι αυτοί οι ίδιοι και πρέπει να έχουν ευκαιρίες να μοιραστούν τις ανησυχίες τους με τους ενηλίκους που τους φροντίζουν. Έχουν ανάγκη να είναι σε θέση να τους ρωτήσουν για τις απόψεις τους, για να δουν ότι αυτοί οι ενήλικες τους καταλαβαίνουν ως εφήβους και θέλουν να τους βοηθήσουν να επιλύσουν τις συγκρούσεις τους, είναι πρόθυμοι να χρησιμεύσουν ως πρότυπα ενήλικων ρόλων, με τους οποίους μπορούν να συνδεθούν, και μπορούν να τους βοηθήσουν να προσδιορίσουν τις σημαντικές πηγές, τις σχετικές με την ανάπτυξή τους στην εφηβεία καθώς προσπαθούν να καθορίσουν τους εαυτούς τους.

Οι έφηβοι χρειάζονται βοήθεια στην επίτευξη αίσθησης της ταυτότητάς τους. Είναι πολύτιμο να αναπτύξουν ακαδημαϊκή δραστηριότητα που θα τους:

α) διδάξει να αναλύσουν εναλλακτικές λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν,

β) επιτρέψει να διερευνήσουν εναλλακτικές σταδιοδρομίες στην ενήλικη ζωή τους,

γ) μάθει πώς να αντιστέκονται στις πιέσεις των ομοίων τους (π.χ., σχετικά με το κάπνισμα, το οινόπνευμα και τα ναρκωτικά), αλλά και να είναι συμπονετικοί απέναντι τους όταν αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις της εφηβείας,

δ) βοηθήσει να συμμετέχουν σε ένα φάσμα εξωδιδακτικών δραστηριοτήτων (π.χ., δραστηριότητες ηγεσίας, αθλητισμός, λέσχες) μέσω των οποίων μπορούν να αναπτύξουν την αίσθηση του εαυτού.

Πώς μπορούν οι εκπαιδευτικοί να βοηθήσουν τα παιδιά και τους εφήβους να επιλύσουν επιτυχώς τις προκλήσεις των διαφορετικών σταδίων ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης;

Ως εκπαιδευτικοί, τι μπορείτε να κάνετε εσείς για να εξασφαλίσετε ότι όλοι οι μαθητές στην τάξη σας αναπτύσσουν μια αίσθηση ταυτότητας;

Τι μπορεί ένα σχολείο ή ένας εκπαιδευτικός να κάνει για να βοηθήσει τους εφήβους που έχουν τη δυσκολία να επιλύσουν την εφηβική κρίση ταυτότητάς τους και που αναπτύσσουν μια αίσθηση μοναξιάς;

Τι μπορείτε να κάνετε ως εκπαιδευτικοί για να εκπαιδεύσετε τους γονείς για το σημαντικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν για να βοηθήσουν τα παιδιά και τους εφήβους να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης;

Σύνοψη σε pdf: ΤΑ ΨΥΧΙΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΣΤΑΔΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΤΑ ERIK ERIKSON (1902 – 1994)

https://oiko.wordpress.com/2012/01/31/%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%BA-%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%83%CE%BF%CE%BD-erik-erikson-1902-1994-%CE%BF-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CF%80/

Θεωρίες ηθικής ανάπτυξης !

Η ηθική ανάπτυξη του ανθρώπου έχει αποτελέσει κατά καιρούς αντικείμενο εκτεταμένων επιστημονικών ερευνών και μελετών. Η σπουδαιότητα της ηθικής ανάπτυξης έχει αποτελέσει το έναυσμα για την εμφάνιση διαφόρων θεωριών από τους επιστήμονες και τους μελετητές. Οι κύριες θεωρίες της ηθικότητας που έχουν εμφανιστεί είναι:

α) η ψυχαναλυτική θεωρία

β) η θεωρία της κοινωνικής μάθησης

γ) η θεωρία των προσωπικών βουλητικών ιδιοτήτων

δ) η γνωστικο-εξελικτική θεωρία

ε) η γνωστικο-συναισθηματική θεωρία και

στ) η κοινωνικο-ηθική θεωρία.

Καθεμιά από τις προαναφερθείσες θεωρίες εξετάζει και παρουσιάζει την ηθικότητα από μία κυρίως άποψη. Κυριότερος εκπρόσωπος της ψυχαναλυτικής θεωρίας είναι ο Freud, ενώ της θεωρίας της κοινωνικής μάθησης ο Bandura. Οι Lepper και Dienstbier είναι οι πιο γνωστοί εκπρόσωποι της θεωρίας των προσωπικών βουλητικών ιδιοτήτων, ενώ οι αντίστοιχοι της γνωστικο-εξελικτικής θεωρίας είναι οι Piaget και Kohlberg. Τέλος, κυριότερος εκπρόσωπος της γνωστικο-συναισθηματικής θεωρίας είναι ο Hoffman και της κοινωνικο-ηθικής θεωρίας ο Milgram.

Η ψυχαναλυτική θεωρία του Freud υποστηρίζει ότι η ηθικότητα παρουσιάζεται στον άνθρωπο ως συναίσθημα. Η ηθικότητα παρουσιάζεται, κυρίως, στην ηλικία των 5 ετών ως συναίσθημα της ενοχής. Το παιδί υφίσταται πολλές απαγορεύσεις, ενοχές και ματαιώσεις και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αναπτύσσει το συναίσθημα της ενοχής σε διάφορες απαγορευμένες πράξεις. Οι ψυχαναλυτικοί εκπρόσωποι της θεωρίας υποστηρίζουν ότι οι βασικές διεργασίες της δημιουργίας της ηθικής συνείδησης ξεκινούν από την ηλικία των 5-6 ετών αφού αυτή την χρονική περίοδο αρχίζει η αλληλεπίδραση των τριών στοιχείων της προσωπικότητας: το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ.

Η μίμηση και η ταύτιση αποτελούν τον πυρήνα της θεωρίας της κοινωνικής μάθησης. Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης δίνει έμφαση στις εξωτερικές – κοινωνικές επιδράσεις στο παιδί. Ασχολείται με την ταύτιση – μίμηση ηθικών προτύπων και με την ενίσχυση ή την αξιολόγηση της ηθικής συμπεριφοράς.

Η θεωρία των προσωπικών βουλητικών ιδιοτήτων δίνει μεγάλη έμφαση στην ηθικότητα ως αποτέλεσμα της προσωπικότητας του ατόμου. Δεν πιστεύουν οι εκπρόσωποι της θεωρίας στην επίδραση και επιβολή των εξωτερικών κοινωνικών ή άλλων ηθικών κανόνων, αλλά στην ηθικότητα που προέρχεται από τα προσωπικά χαρακτηριστικά κάθε ατόμου.

Η γνωστικο – εξελικτική θεωρία έχει ως στόχο να μελετήσει τις ανώτερες πνευματικές διεργασίες και δομές της σκέψης που έχουν ως αποτέλεσμα την ηθική κρίση και πράξη. Το παιδί που δέχεται ηθικές επιδράσεις από άτομο ανωτέρου σταδίου ηθικότητας από αυτό που το ίδιο εντάσσεται έχει τη δυνατότητα να καλλιεργήσει την ηθική του σκέψη και να περάσει στο επόμενο εξελικτικό στάδιο.

Η γνωστικο – συναισθηματική θεωρία υποστηρίζει ότι η ηθικότητα αναπτύσσεται στον άνθρωπο με βάση την εσωτερική συνειδητοποίηση. Το άτομο αναπτύσσει τις ηθικές αρχές του και υπακούει στους ηθικούς κανόνες εξαιτίας της συνειδητοποίησης της τήρησης των κανόνων και όχι εξαιτίας κάποιας εξωτερικής επιβολής. Το άτομο εφαρμόζει τους νόμους χωρίς να νοιώθει το άγχος της τιμωρίας και χωρίς να προσμένει αμοιβή. Οι γονείς είναι οι κύριοι φορείς της προσπάθειας να συνειδητοποιήσουν και να αναπτύξουν τα παιδιά την ηθικότητα και την αλτρουιστική συμπεριφορά.

Τέλος, η κοινωνικο – ηθική θεωρία θεωρεί ότι οι ηθικές αρχές αποτελούν τη βάση για τη σωστή λειτουργία της κοινωνίας. Η κοινωνία δε μπορεί να λειτουργήσει ομαλά με την επιβολή των ηθικών της κανόνων στον άνθρωπο, αλλά η εύρυθμη λειτουργίας της εξαρτάται από την υιοθέτηση των κοινωνικών της κανόνων από το ίδιο το άτομο ως προσωπικοί ηθικοί κανόνες.

Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε τα στάδια που διέρχεται το παιδί κατά τη διάρκεια της ηθικής ανάπτυξης, σύμφωνα με τον Piaget και τον Kohlberg. Ο άνθρωπος πριν φθάσει στο επίπεδο της αυτόνομης ηθικής περνάει κάποια άλλα επίπεδα και στάδια για να φθάσει στο ανώτατο επίπεδο ηθικής ανάπτυξης. Δεν είναι, βέβαια, εφικτό όλα τα άτομα να φθάνουν στην αυτόνομη ηθική, το «προνόμιο» της ηθικής αυτονομίας ελάχιστοι το κατακτούν. Μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη της ηθικότητας του ατόμου παίζουν το οικογενειακό, το πολιτιστικό, αλλά και το γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον.

ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΑ ΗΘΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Ο πρώτος διαχωρισμός των σταδίων της ηθικής ανάπτυξης των ανθρώπων είναι του Piaget. Ο Piaget με βάση κάποια ζεύγη ιστοριών* με ηθικά διλήμματα καθόρισε τα στάδια της ηθικής ανάπτυξης των παιδιών.

The Moral Judgment Of The Child (e-book)

Ξεκινώντας το παιδί από ένα κινητικo-τελετουργικό στάδιο, στο οποίο το παιδί βρίσκεται την περίοδο της προσχολικής ηλικίας, προχωρά στο στάδιο του ηθικού ρεαλισμού και της ετερόνομης ηθικής (8ο και 9ο έτος). Τα παιδιά που βρίσκονται σ’ αυτό το στάδιο κρίνουν τη σοβαρότητα του παραπτώματος ή του σφάλματος των ηθικών διλημμάτων με βάση την πρόθεση του θύτη ή του πταίσαντος. Τα παιδιά αυτής της ηλικίας δε μπορούν να διακρίνουν την πρόθεση του πταίσαντος αλλά θεωρούν ότι οι ηθικοί κανόνες είναι αμετάβλητοι, αναντικατάστατοι και μόνιμα καθορισμένοι. Έχουν την πεποίθηση ότι οι ηθικοί κανόνες υπάρχουν και έχουν καθοριστεί από τους ενήλικες και αυτά είναι υποχρεωμένα να τους υπακούν.

Αντίθετα, τα παιδιά από την ηλικία του 9ου έτους και άνω βρίσκονται στο στάδιο της αυτόνομης ηθικής. Όταν τα παιδιά βρίσκονται σ’ αυτό το στάδιο κρίνουν τη σοβαρότητα του παραπτώματος ή του σφάλματος των ηθικών διλημμάτων με βάση την πρόθεση του πταίσαντος. Το στάδιο αυτό της ηθικής ανάπτυξης συντελεί ώστε τα παιδιά να μην κρίνουν τη σοβαρότητα των ηθικών διλημμάτων με βάση το μέγεθος της ζημιάς, όπως συνέβαινε στο προηγούμενο στάδιο. Τα παιδιά του προηγούμενου σταδίου δεν έχουν την ικανότητα να κρίνουν την πρόθεση του πταίσαντος και να παίρνουν τις σωστές θέσεις στα ηθικά διλήμματα που τους παρουσιάζονται.

Τα παιδιά έχουν την ικανότητα στο στάδιο της αυτόνομης ηθικής να διακρίνουν την πρόθεση του πταίσαντος και να παίρνουν σωστές θέσεις στα διάφορα ηθικά διλήμματα που τους παρουσιάζονται. Επίσης, θεωρούν τους ηθικούς κανόνες ως κοινωνικές συμβατικότητες που σκοπό έχουν την καλύτερη τάξη των πραγμάτων στην κοινωνία. Τα παιδιά αυτού του σταδίου της ηθικής αυτονομίας αποκτούν περισσότερη ικανότητα στην κρίση των ηθικών διλημμάτων που τους παρουσιάζονται σε σύγκριση με τα παιδιά του σταδίου της ετερόνομης ηθικής.

Ο Kohlberg παρουσιάζεται διαφοροποιημένος όσο αφορά το διαχωρισμό των σταδίων της ηθικής ανάπτυξης των παιδιών. Πιστεύει ότι η ηθική ανάπτυξη του παιδιού διαχωρίζεται σε τρία διαφορετικά επίπεδα, ενώ το κάθε επίπεδο περιλαμβάνει δύο στάδια.

Σύμφωνα με τον Kohlberg το πρώτο επίπεδο ηθικότητας είναι το προηθικό, που κυριαρχεί στην προσχολική ηλικία, και περιλαμβάνει τα δύο ακόλουθα στάδια:

α) την ηθική που εστιασμένη στην τιμωρία και την υπακοή και

β) την ηθική του αφελούς συντελεστικού ηδονισμού.

Το δεύτερο επίπεδο της κατηγοριοποίησης του ηθικότητας, σύμφωνα με τον Kohlberg, είναι η συμβατική ηθική, που κυριαρχεί στη σχολική ηλικία, και περιλαμβάνει τα δύο ακόλουθα στάδια:

α) την ηθική του «καλού παιδιού» και

β) την ηθική της «έννομης τάξης».

Τέλος, το τρίτο επίπεδο της ηθικότητας είναι η αυτόνομη ηθική, στο οποίο, όμως, επίπεδο φθάνουν ελάχιστα άτομα. Η αυτόνομη ηθική εμφανίζεται στην εφηβική ηλικία και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:

α) την ηθική του κοινωνικού συμβολαίου και

β) την ηθική των προσωπικών αξιών.

Πηγή:

http://www.m-lagoudakis.com/index2.php?option=com_content&task=view&id=2238&pop=1&page=0&Itemid=29

Συνοπτική παρουσίαση των σταδίων της ηθικής ανάπτυξης του Kohlberg.

Επίπεδο I Προσυμβατικό
Στάδιο 1 Ετερόνομη ηθική. Αμοιβή και τιμωρία (σωστό είναι αυτό που αποφεύγει την τιμωρία).
Στάδιο 2 Ατομιστική ηθική. Προσωπικό ενδιαφέρον (σωστό είναι αυτό που σε ευχαριστεί).
Επίπεδο II Συμβατικό
Στάδιο 3 Αμοιβαίες διαπροσωπικές προσδοκίες, σχέσεις, και διαπροσωπική συμμόρφωση (σωστό είναι αυτό που σε καθιστά στους άλλους αποδεκτό).
Στάδιο 4 Τήρηση του νόμου και της τάξης (το σωστό συμπίπτει με τους γραπτούς νόμους, κανόνες).
Επίπεδο III Μετασυμβατικό
Στάδιο 5 Ηθική του κοινωνικού συμβολαίου (τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν προτεραιότητα έναντι των νόμων).
Στάδιο 6 Ηθική των πανανθρώπινων αρχών (η ηθική είναι υπόθεση της προσωπικής συνείδησης του καθενός).
(Πηγή: Πρώιος, 2003)

*Ζεύγη ιστοριών, παράδειγμα:

Ήταν μια φορά ένα αγόρι που το έλεγαν Γιάννη. Ο Γιάννης ήταν στο δωμάτιό του. Η μητέρα του το φώναξε για φαγητό. Ο Γιάννης κατευθύνθηκε προς την πόρτα του δωματίου του. Αλλά πίσω από την πόρτα βρισκόταν μία καρέκλα, πάνω στην οποία υπήρχε ένας δίσκος με 15 ποτήρια. Μη γνωρίζοντας ο Γιάννης την ύπαρξη του δίσκου πίσω από την πόρτα, την άνοιξε απότομα με αποτέλεσμα να πέσει κάτω ο δίσκος και να σπάσουν όλα τα ποτήρια.
Ήταν μια φορά ένα αγόρι που το έλεγαν Χάρη. Μια μέρα που η μητέρα του έλειπε από το σπίτι, ο Χάρης προσπάθησε να πιάσει το βάζο με τη μαρμελάδα που ήταν μέσα στο ντουλάπι της κουζίνας. Ανέβηκε πάνω σε μία καρέκλα και άπλωσε το χέρι του. Αλλά η μαρμελάδα ήταν πολύ ψηλά και δεν μπορούσε να τη φτάσει. Καθώς προσπαθούσε να την πιάσει έσπρωξε 1 ποτήρι, με αποτέλεσμα να πέσει το ποτήρι κάτω και να σπάσει.
Ερώτηση

Ποιο από τα δύο αγόρια είναι πιο άτακτο;

Γιατί;

** Ηθικά διλήμματα:

1. Η μητέρα της Τζένης της υπόσχεται ότι μπορεί να πάει στο χορό του Σαββάτου αν δεχτεί να πλένει τα πιάτα όλη την εβδομάδα. Η Τζένη πλένει τα πιάτα, αλλά το Σάββατο η μητέρα της τής λέει ότι άλλαξε γνώμη και ότι δεν της επιτρέπει να πάει στο χορό. Η Τζένη φεύγει κρυφά από το σπίτι, πηγαίνει στο χορό και λέει το μυστικό της στη Μαίρη, την αδερφή της. Πρέπει η Μαίρη να το πει στη μητέρα τους; Γιατί;

2. Σε μια πόλη, κάπου στην Ευρώπη, μια γυναίκα πέθαινε από καρκίνο. Υπήρχε ένα φάρμακο που μπορούσε να τη σώσει, ένα είδος ραδίου που είχε ανακαλύψει πρόσφατα ένας φαρμακοποιός της πόλης. Ο φαρμακοποιός χρέωνε το φάρμακο 2.000 ευρώ, δέκα φορές ακριβότερα από όσο του κόστιζε. Ο σύζυγος της άρρωστης γυναίκας, ο Χανς, πήγε σε όλους τους γνωστούς του να δανειστεί χρήματα, αλλά δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει παρά μόνο τα μισά από όσα κόστιζε το φάρμακο. Είπε στο φαρμακοποιό ότι η γυναίκα του πέθαινε και του ζήτησε να του πουλήσει το φάρμακο φθηνότερα ή να του επιτρέψει να το πληρώσει αργότερα. Αλλά ο φαρμακοποιός αρνήθηκε. Ο Χανς, απελπισμένος, διέρρηξε το φαρμακείο για να κλέψει το φάρμακο για τη σύζυγό του. Έπρεπε να κάνει κάτι τέτοιο; Γιατί;

(Πηγή: Kohlberg, 1969)

——————————–

Επίσης, διαβάστε:

Ελένης Χαδιαράκου: Ηθική νοημοσύνη είναι η ικανότητα να ξεχωρίζεις το καλό απ’ το κακό, αλλά και να σέβεσαι τις αξίες των άλλων. Με άλλα λόγια, το καλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε σ ένα παιδί. Ηθική νοημοσύνη. Το επίκτητο χάρισμα

Ελένης Χαδιαράκου: Αν υπήρχε μόνο μία ικανότητα που θα θέλαμε να έχει το παιδί μας, θα ήταν να μπορεί να διακρίνει το «καλό» από το «κακό». Αυτό, όμως, προϋποθέτει ότι εμείς θα του διδάξουμε τις ηθικές αξίες. Το ηθικό παιδί

https://oiko.wordpress.com/2009/12/30/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7%CF%82/

—————–

Ψυχολογία : Τι είναι και με τί ασχολείται ;

Με τι ασχολείται η Ψυχολογία;

Ορισμοί

1879: Ιδρύεται το πρώτο εργαστήριο ψυχολογίας – θεωρείται έτος γέννησης της επιστήμης της Ψυχολογίας.

1900: Ψυχολογία είναι η επιστημονική μελέτη του νου.

1950: Ψυχολογία είναι η επιστήμη που μελετάει τη συμπεριφορά.

2000: Ψυχολογία είναι η συστηματική μελέτη της συμπεριφοράς και της εμπειρίας.

Πριν από το 1879 διεξήχθησαν πολλές ψυχολογικές έρευνες, αλλά οι άνθρωποι που τις έκαναν δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους ψυχολόγους. Το 1879, ο Wilhelm Maximilian Wundt (1832-1920) ίδρυσε το πρώτο εργαστήριο ψυχολογίας στη Λειψία της Γερμανίας και όρισε την ψυχολογία ως μια ανεξάρτητη πειραματική επιστήμη. Ξεκίνησε, στη συνέχεια, ένα περιοδικό ψυχολογίας και έγραψε ένα βιβλίο ψυχολογίας. Ο Wundt και το 1879, παραδοσιακά πλέον, επιλέγονται ως σημεία εκκίνησης για την Ψυχολογία, λόγω της δήλωσης της πρόθεσής του.

Το σημαντικό έργο του Wundt

Ο Wundt όρισε την Ψυχολογία ως ανεξάρτητη επιστήμη και την εγκαινίασε εργαζόμενος στο πρώτο ψυχολογικό εργαστήριο. Η έμφασή του στην πειραματική μεθοδολογία έδωσε στην Ψυχολογία μια ισχυρή επιστημονική βάση. Ο Wundt προσπαθώντας να περιγράψει τις δομές που συνθέτουν τον νου, ασπάστηκε το σύστημα του στρουκτουραλισμού, για να μπορέσει να ελέγξει τη μέθοδο της ενδοσκόπησης.

Η προοπτική αυτή στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην ανάλυση των αισθήσεων και των συναισθημάτων μέσω της χρήσης της ενδοσκόπησης, μιας άκρως υποκειμενικής διαδικασίας. Ο Wundt πίστευε ότι σωστά εκπαιδευμένα άτομα είναι σε θέση να προσδιορίσουν με ακρίβεια τις νοητικές διεργασίες που συνοδεύουν τα αισθήματα, τα συναισθήματα και τις σκέψεις.

Τι είναι και τι δεν είναι Ψυχολογία

Παρανοήσεις που δημιουργούνται από τα λαϊκά μέσα μαζικής ενημέρωσης καθώς αλλά και τις διαφορετικές πορείες σταδιοδρομίας όσων κατέχουν πτυχία ψυχολογίας συνέβαλαν στη δημιουργία σύγχυσης σχετικά με το τι είναι και τι δεν είναι ο ψυχολόγος και η Ψυχολογία.

Έτσι, το είδος των ψυχολόγων που είναι γνωστό στους περισσότερους ανθρώπους είναι αυτό του κλινικού ψυχολόγου, του ειδικού που προσπαθεί να βοηθήσει ανθρώπους με ψυχικές δυσκολίες. Αυτό το πεδίο είναι μόνο ένα μικρό μέρος της Ψυχολογίας. Η Ψυχολογία περιλαμβάνει, επίσης, την έρευνα για τις αισθήσεις και την αντίληψη, τη μνήμη και τη μάθηση, την πείνα και τη δίψα, τον ύπνο και την προσοχή, την ανάπτυξη του παιδιού και του ενήλικα και πολλά άλλα.

Ίσως, επίσης, υπάρχει μια σύγχυση για τη σχέση ψυχιάτρου και ψυχολόγου. Ο ψυχίατρος είναι γιατρός εξειδικευμένος σε θέματα ψυχικής υγείας, είναι γνώστης της ανθρώπινης βιολογίας και φυσιολογίας, εντεταλμένος να συνταγογραφεί ψυχοφάρμακα, προσφέροντας με αυτά ανακούφιση στον ψυχικό πόνο και τις βαριές ψυχικές ασθένειες. Η δουλειά του ψυχιάτρου και του ψυχολόγου συναντώνται στη διάγνωση της ψυχικής δυσκολίας ενός ατόμου καθώς, επίσης, και στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας του. Στις σύγχρονες δομές ψυχικής υγείας συνυπάρχουν και συνεργάζονται αρμονικά αναλαμβάνοντας διαφορετικό ρόλο καθένας τους. Και οι δυο μπορούν να ασκούν ιδιωτικά το επάγγελμά τους έχοντας για το σκοπό αυτό αποκτήσει άδεια άσκησης του επαγγέλματός τους.

Ίσως να φαντάζεστε ότι μια σειρά μαθημάτων στην Ψυχολογία θα σας διδάξει πώς να «αναλύσετε» έναν άνθρωπο, να αποκρυπτογραφήσετε κρυφές πτυχές της προσωπικότητάς του, ίσως ακόμη και να χρησιμοποιήσετε την Ψυχολογία για να τον ελέγξετε. Δεν είναι όμως έτσι. Θα μάθετε απλά να καταλαβαίνετε ορισμένες πτυχές της συμπεριφοράς του, αλλά χωρίς να κερδίσετε κάποιου είδους εξουσία επάνω του. Στην ιδανική περίπτωση, θα γίνετε πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε εκείνους που ισχυρίζονται ότι μπορούν να αναλύσουν την προσωπικότητα των ανθρώπων από μικρά μόνο δείγματα τους συμπεριφοράς τους. Επίσης, θα μπορείτε να κατανοείτε κείμενα παιδαγωγικής ψυχολογίας που θα χρειαστεί να μελετήσετε στο μέλλον ως εκπαιδευτικοί για τις ανάγκες του επαγγέλματός σας. Θα μάθετε, επίσης, να διατυπώνετε, προφορικά και γραπτά, τις σκέψεις σας σχετικά με ψυχοπαιδαγωγικά θέματα σε γλώσσα κατανοητή από την εκπαιδευτική κοινότητα.

Η Ψυχολογία είναι δύο πράγματα ταυτόχρονα: μια εφαρμοσμένη επιστήμη και ένα ακαδημαϊκό πεδίο έρευνας που μελετά τον ανθρώπινο νου και τη συμπεριφορά του. Η έρευνα στην Ψυχολογία προσπαθεί να κατανοήσει και να εξηγήσει τη σκέψη, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά. Εφαρμογές της Ψυχολογίας περιλαμβάνουν την αγωγή της ψυχικής υγείας, τη βελτίωση των επιδόσεων, την αυτοβοήθεια, την εργονομία και πολλούς άλλους τομείς που επηρεάζουν την υγεία και την καθημερινή ζωή.

Η Πρώιμη Ψυχολογία

Η Ψυχολογία προέκυψε τόσο από τη Φιλοσοφία όσο και από τη Βιολογία. Οι συζητήσεις μεταξύ των δύο αυτών επιστημών ξεκίνησαν ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη και του Σωκράτη και το όνομα της επιστήμης της Ψυχολογίας περιγράφει αυτήν ακριβώς την αναζήτηση: περί ψυχής ο λόγος.

Οι Σχολές Σκέψης της Ψυχολογίας

Στην ιστορία της Ψυχολογίας, από το 1879 μέχρι σήμερα, διάφορες σχολές σκέψης έχουν επιχειρήσει να εξηγήσουν την ανθρώπινη σκέψη και συμπεριφορά. Αυτές οι σχολές συχνά κυριαρχούν στο χώρο της ψυχολογικής έρευνας για μια χρονική περίοδο. Παρόλο που αυτές οι σχολές σκέψης μερικές φορές φαίνεται να είναι και να λειτουργούν ως ανταγωνιστικές δυνάμεις, κάθε μία προοπτική συνέβαλε τελικά στην ανάπτυξη της Ψυχολογίας. Μερικές από τις σημαντικότερες σχολές σκέψης στην Ψυχολογία οι είναι ακόλουθες:

• Ανθρωπισμός (Humanism)

• Γνωστικισμός (Cognitivism)

• Λειτουργισμός (Functionalism)

• Στρουκτουραλισμός (Structuralism)

• Συμπεριφορισμός (Behaviorism)

• Ψυχανάλυση (Psychoanalysis)

Η Ψυχολογία Σήμερα

Σήμερα, οι ψυχολόγοι προτιμούν να χρησιμοποιούν περισσότερο αντικειμενικές επιστημονικές μεθόδους για να παρατηρήσουν, να περιγράψουν, να εξηγήσουν και να προβλέψουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Οι ψυχολογικές μελέτες είναι ιδιαίτερα δομημένες, ξεκινούν με μια υπόθεση, η οποία στη συνέχεια δοκιμάζεται εμπειρικά. Η Ψυχολογία εστιάζεται σε δύο σημαντικούς τομείς: την ακαδημαϊκή ψυχολογία και την εφαρμοσμένη ψυχολογία. Η ακαδημαϊκή ψυχολογία εστιάζεται στη μελέτη των διαφόρων θεμάτων της, συμπεριλαμβανομένων σε αυτά της ψυχολογίας της προσωπικότητας, της κοινωνικής ψυχολογίας και της αναπτυξιακής ψυχολογίας. Οι ψυχολόγοι αυτού του τομέα διεξάγουν βασική έρευνα που έχει ως στόχο να επεκτείνει τις θεωρητικές γνώσεις μας, ενώ οι άλλοι ερευνητές διεξάγουν εφαρμοσμένη έρευνα που επιδιώκει να λύσει καθημερινά προβλήματά μας.

Η Εφαρμοσμένη Ψυχολογία εστιάζει στη λύση προβλημάτων του πραγματικού κόσμου με τη χρήση των διαφόρων ψυχολογικών αρχών. Παραδείγματα στον τομέα αυτόν είναι η Εργονομία και η Βιομηχανική-Οργανωσιακή Ψυχολογία. Πολλοί άλλοι ψυχολόγοι εργάζονται ως ψυχοθεραπευτές, βοηθώντας τους ανθρώπους να ξεπεράσουν δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στη σκέψη, στο συναίσθημα και στη συμπεριφορά.

Οι Μέθοδοι της Ψυχολογικής Έρευνας

Με το που απομακρύνθηκε η Ψυχολογία από τις φιλοσοφικές ρίζες της, οι ψυχολόγοι -για να μελετήσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά- άρχισαν να χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο επιστημονικές μεθόδους. Οι σύγχρονοι ερευνητές -προκειμένου να εξηγήσουν και να προβλέψουν τη συμπεριφορά- χρησιμοποιούν πλέον μια μεγάλη ποικιλία επιστημονικών τεχνικών, συμπεριλαμβανομένων των πειραμάτων, των μελετών συσχέτισης και των διαχρονικών ερευνών.

Οι Περιοχές της Ψυχολογίας

Η Ψυχολογία είναι ένα ευρύ πεδίο με έναν μεγάλο αριθμό διαφορετικών περιοχών – ειδικοτήτων. Τα παρακάτω είναι μερικά από τα σημαντικότερα πεδία έρευνας και εφαρμογής της ψυχολογίας:

Η Βιολογική Ψυχολογία, γνωστή επίσης ως Βιοψυχολογία, μελετά πώς βιολογικές διεργασίες επηρεάζουν το νου και τη συμπεριφορά. Αυτή η περιοχή είναι στενά συνδεδεμένη με τις νευροεπιστήμες και χρησιμοποιεί εργαλεία όπως μαγνητική τομογραφία (MRI) και η τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) για να εξετάσει εγκεφαλικές βλάβες ή ανωμαλίες του εγκεφάλου.

Η Βιομηχανική – Οργανωσιακή Ψυχολογία είναι ο τομέας της Ψυχολογίας που χρησιμοποιεί την ψυχολογική έρευνα για την ενίσχυση της απόδοσης στην εργασία, την επιλογή εργαζομένων, τη βελτίωση του σχεδιασμού των προϊόντων και την ενίσχυση της χρηστικότητάς τους.

Η Γνωστική Ψυχολογία μελετάει τις ανθρώπινες διαδικασίες της σκέψης και το γιγνώσκειν. Οι Γνωστικοί ψυχολόγοι μελετούν θέματα όπως η προσοχή, η μνήμη, η αντίληψη, η λήψη αποφάσεων, η επίλυση προβλημάτων και η εκμάθηση της γλώσσας.
Η Δικαστική Ψυχολογία είναι το πεδίο εφαρμογής της ψυχολογικής έρευνας και των ψυχολογικών αρχών στο νομικό και ποινικό σύστημα δικαιοσύνης.

Η Κλινική Ψυχολογία επικεντρώνεται στην αξιολόγηση, διάγνωση και θεραπεία των ψυχικών διαταραχών.

Η Κοινωνική Ψυχολογία είναι η επιστήμη που χρησιμοποιεί επιστημονικές μεθόδους για να μελετήσει την κοινωνική επιρροή, την κοινωνική αντίληψη και την κοινωνική αλληλεπίδραση. Η Κοινωνική Ψυχολογία μελετάει διάφορα θέματα, συμπερι-λαμβανομένων της συμπεριφοράς της ομάδας, της κοινωνικής αντίληψης, της ηγεσίας, της μη λεκτικής συμπεριφοράς, της συμμόρφωσης, της επιθετικότητας και της προκατάληψης.

Η Συγκριτική Ψυχολογία είναι ο κλάδος της ψυχολογίας που ασχολείται με τη μελέτη της συμπεριφοράς των ζώων. Αυτό το είδος της έρευνας μπορεί να οδηγήσει σε μια βαθύτερη και ευρύτερη κατανόηση της ανθρώπινης ψυχολογίας.

Η Σχολική Ψυχολογία είναι ο κλάδος της ψυχολογίας που λειτουργεί εντός του εκπαιδευτικού συστήματος για να βοηθήσει παιδιά με συναισθηματικά, κοινωνικά και ακαδημαϊκά προβλήματα.

Η Ψυχολογία της Προσωπικότητας εξετάζει τα διάφορα στοιχεία που συνθέτουν τις μεμονωμένες προσωπικότητες. Μεταξύ των πολύ γνωστών θεωριών είναι το δομικό μοντέλο του Freud για την προσωπικότητα και η «Big Five» θεωρία προσωπικότητας.

Η Ψυχολογία των Αποκλίσεων ασχολείται με τη μελέτη της μη φυσιολογικής συμπεριφοράς και της ψυχοπαθολογίας. Αυτή η ειδικότητα επικεντρώνεται στην έρευνα και τη θεραπεία μιας ποικιλίας ψυχικών διαταραχών και συνδέεται με την ψυχοθεραπεία και την κλινική ψυχολογία.

Ειδικότερα, ας δούμε στη συνέχεια τις περιοχές που θα μελετήσουμε εφέτος μαζί, στη διάρκεια του Ετήσιου Προγράμματος Παιδαγωγικής Κατάρτισης (Ε.Π.ΠΑΙ.Κ.) της Ανώτατης Σχολής Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.).

Η Γενική Ψυχολογία

Η Γενική Ψυχολογία προσφέρει μια εισαγωγή και μια επισκόπηση του επιστημονικού κλάδου της Ψυχολογίας. Συνήθως καλύπτει την ιστορία και τις βασικές μεθόδους έρευνας της Ψυχολογίας, την ανάπτυξη, τα συναισθήματα, τα κίνητρα, την προσωπικότητα, την αντίληψη και πολλά άλλα. Τα θέματα που συνήθως καλύπτονται σε μια εισαγωγή στο μάθημα της Ψυχολογίας συμπεριλαμβάνουν και τα θέματα της Γενικής Ψυχολογίας. Συνήθως, μια τέτοια εισαγωγή περιλαμβάνει τα εξής:

Εισαγωγικές Έννοιες της Ψυχολογίας
Η Βιολογική Βάση της Συμπεριφοράς
Αισθήσεις και Αντιλήψεις
Ψυχολογία της Μάθησης
Κίνητρα και Συγκίνηση
Στοιχεία Εξελικτικής Ψυχολογίας
Στοιχεία Ψυχολογίας της Προσωπικότητας
Η υγεία, το Άγχος και η Αντιμετώπισή του
Στοιχεία Ψυχολογίας των Αποκλίσεων
Στοιχεία Θεραπείας Ψυχικών Διαταραχών
Η Αναπτυξιακή Ψυχολογία

Η Αναπτυξιακή Ψυχολογία μελετάει το πώς οι άνθρωποι αναπτύσσονται, ωριμάζουν και αλλάζουν από τη στιγμή της σύλληψής τους μέχρι το θάνατό τους. Μερικοί αναπτυξιακοί ψυχολόγοι επικεντρώνονται σε όλες τις συμπεριφορές του ανθρώπου σε μια χρονική περίοδο της ζωής, όπως η πρώιμη παιδική ηλικία ή η εφηβεία. Άλλοι πάλι μελετούν μόνο μια ιδιαίτερη πτυχή της συμπεριφοράς του, όπως η μάθηση στη διάρκεια όλης της ζωής του, καθώς δηλαδή αυτός αναπτύσσεται, και η δόμηση της προσωπικότητας. Άλλοι, τέλος, εστιάζονται ξεχωριστά στη βιολογική, τη γλωσσική, την ηθική, την κοινωνική, τη συναισθηματική ή τη γνωστική ανάπτυξη.

Η μελέτη της ανθρώπινης ανάπτυξης είναι σημαντική όχι μόνο για την Ψυχολογία, αλλά και για τη Βιολογία, την Ανθρωπολογία, την Κοινωνιολογία, την Εκπαίδευση και την Ιστορία. Οι αναπτυξιακοί ψυχολόγοι μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα το πώς οι άνθρωποι αλλάζουν και μεγαλώνουν και, στη συνέχεια, μας βοηθούν να εφαρμόσουμε αυτή τη γνώση για να φτάσουμε στο μέγιστο των δυνατοτήτων μας.

Μερικοί εξελικτικοί ψυχολόγοι εργάζονται με ένα συγκεκριμένο πληθυσμό, όπως με παιδιά που παρουσιάζουν καθυστέρηση στην ανάπτυξη. Άλλοι ειδικεύονται στη μελέτη μιας συγκεκριμένης ηλικίας, όπως η εφηβεία ή το γήρας. Ορισμένα από τα καθήκοντα που μπορεί να έχει ένας εξελικτικός ψυχολόγος είναι:

η αξιολόγηση των παιδιών για να διαπιστώσει πιθανές αναπτυξιακές δυσκολίες,
η διερεύνηση του πώς αποκτώνται οι γλωσσικές δεξιότητες,
η μελέτη του πώς η ηθική σκέψη αναπτύσσεται στα παιδιά,
η διερεύνηση των μεθόδων που βοηθούν ηλικιωμένα άτομα να παραμείνουν ανεξάρτητα.
Παράδειγμα: Αναπτυξιακοί ψυχολόγοι έχουν βρει ότι η εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας είναι πολύ πιο εύκολο να επιτευχθεί, αν ο μαθητής είναι αρκετά νέος, συχνά προέφηβος. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται σε πολλές χώρες κατά τα πρώτα χρόνια της σχολικής εκπαίδευσης, αλλά γενικά δεν λαμβάνεται υπόψη παντού, με αποτέλεσμα η εκμάθηση δεύτερης γλώσσας να αναβάλλεται για πολύ αργότερα στη σχολική ηλικία.

Με τι ασχολείται η Ψυχολογία;

(ο κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός και οι συνδέσεις δεν είναι μόνο για έναυσμα της δικής σας επισταμένης αναζήτησης στο διαδίκτυο)

Αντίληψη (Όραση, Ακοή, Αφή, Όσφρηση, Γεύση, Ιδιοδεκτική Αισθητικότητα) και Προσοχή
Γλώσσα (Αντίληψη, Κατανόηση και Παραγωγή Προφορικού Λόγου – Αντίληψη, Κατανόηση και Παραγωγή Γραπτού Λόγου – Διγλωσσία)
Γνωστικές Λειτουργίες (Νοητική Αναπαράσταση – Χωρο-χρονική Δόμηση – Σκέψη – Συλλογισμός – Λύση Προβλήματος – Δημιουργικότητα – Λήψη Aποφάσεων)
Διαφορική και Συγκριτική Ψυχολογία
Διεργασίες Πρόσληψης – Μάθηση – Μνήμη

Δικαστική Ψυχολογία – Εγκληματολογία
Εφαρμοσμένη Ψυχολογία (σε Περιβάλλον – Οικολογία – Συγκοινωνίες – Αθλητισμό – Ψυχαγωγία – Τέχνες – Λογοτεχνία – Διαφήμιση – Κατανάλωση – ΜΜΕ)
Ιατρική Ψυχολογία (Ασθένεια και Προσωπικότητα – Αναπηρία – Θάνατος- Ψυχολογία του Γήρατος – Γεροντολογία)
Ιατροδικαστική Ψυχοπαθολογία – Θυματολογία
Κλινική Μελέτη του Παιδιού, του Εφήβου, του Ενήλικα
Κοινωνική Ψυχιατρική – Ψυχική Υγεία
Κοινωνική Ψυχολογία (Στάσεις – Αλληλεπίδραση – Επικοινωνία – Ομαδικές Διεργασίες – Κοινωνική Δομή και Οργάνωση – Κοινωνική Αντίληψη και Γνώση – Ζευγάρι – Οικογένεια – Κοινωνικός Ρόλος – Ρόλος Φύλου – Μειονότητες)
Κοινωνικός Αποκλεισμός – Κοινωνική Συνηγορία
Μεθοδολογία
Προσωπικότητα – Συναίσθημα – Κίνητρα – Συγκινήσεις – Σεξουαλικότητα – Αναπαράσταση Εαυτού – Στρες
Ψυχοθεραπείες – Επανεκπαίδευση – Επανένταξη – Κοινωνιοθεραπείες – Ψυχολογική και Κλινική Συμβουλευτική – Ειδική Παιδαγωγική – Ορθοφωνία – Κοινωνική Εργασία – Αποτοξίνωση
Ψυχοκινητική – Επίπεδα Δραστηριότητας – Επαγρύπνηση – Ύπνος
Ψυχολογία της Ανάπτυξης (Ανάπτυξη του Παιδιού, του Εφήβου, του Ενήλικα, του Ηλικιωμένου)
Ψυχολογία της Εκπαίδευσης (Σχολικός Προσανατολισμός – Αξιολόγηση – Σχολική Επιτυχία και Αποτυχία – Ψυχοπαιδαγωγική – Διδακτική)
Ψυχολογία της εργασίας (Επαγγελματικός Προσανατολισμός – Επιλογή – Αξιολόγηση – Επαγγελματική Κατάρτιση – Διαρκής Επιμόρφωση – Κίνητρα – Ικανοποίηση – Ανεργία – Εργονομία)
Ψυχολογία της Υγείας
Ψυχομετρία (Στατιστική – Μαθηματικά – Πληροφορική)
Ψυχοπαθολογία – Νοσολογία – Διάγνωση
Ψυχοφυσιολογία της Συμπεριφοράς – Νευροψυχολογία

https://oiko.wordpress.com/2013/12/01/%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B9-%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/

Στάδια της γνωστικής ανάπτυξής των παιδιών ! Από τον Jean Piaget

Ο Ζαν Πιαζέ προέβη σε μια ανακάλυψη που ήταν, σύμφωνα τουλάχιστον με τον Αλβέρτο Αϊνστάιν (Albert Einstein), «τόσο απλή που μόνο μια ιδιοφυΐα θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει». Πολύ απλά διαπίστωσε ότι τα παιδιά σκέφτονται διαφορετικά από τους μεγάλους. Οι «παράλογες» απαντήσεις που μοιάζουν τις περισσότερες φορές να δίνουν στα πιο απλοϊκά ερωτήματα εντάσσονται σε μια εσώτερη λογική διεργασία με τον δικό της πολύπλοκο κώδικα.

Σε ένα από τα πλέον περίφημα πειράματά του με δεκάδες ανυποψίαστα πιτσιρίκια, ο Πιαζέ έθεσε το ερώτημα:

«Τι είναι αυτό που δημιουργεί τον αέρα;»

και άρχισε να περισυλλέγει απαντήσεις.

Όταν η πεντάχρονη Τζούλια τού απάντησε:

«Τα δέντρα», εκείνος συνέχισε τον αλλόκοτο αυτό διάλογο με ένα ακόμη ερώτημα:

«Πώς το ξέρεις;».

«Τα είδα να κουνούν τα χέρια τους».

«Και πώς αυτό δημιουργεί τον αέρα;».

Στο σημείο αυτό η μικρή Τζούλια άρχισε να κουνά το χέρι της μπροστά από το πρόσωπό της αποφαινόμενη με άκρως σοβαρό ύφος:

«Να, έτσι. Μόνο που είναι μεγαλύτερα. Και υπάρχουν πολλά δέντρα».

Ο παιδικός υπερρεαλισμός είχε βρει επιτέλους έναν καλών προθέσεων ενήλικο συνομιλητή. Που δεν προσπαθεί να τον διορθώσει, προτιμά να τον επεξεργαστεί και να τον ερμηνεύσει.

«Τα παιδιά» λέει ο Πιαζέ «κατανοούν μόνο αυτά που επινοούν τα ίδια, γι’ αυτό κάθε φορά που προσπαθούμε να τα διδάξουμε κάτι υπερβολικά γρήγορα, τα εμποδίζουμε να επανεφεύρουν τον εαυτό τους».

Το 1921 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Ινστιτούτου Ζαν Ζακ Ρουσό (Jean Jacques Rousseau) της Γενεύης και το 1930 του Διεθνούς Γραφείου Εκπαίδευσης (International Bureau of Education) που υπήρξε πρόδρομος της UNESCO.

Με τη γέννηση του πρώτου του παιδιού το ενδιαφέρον του στρέφεται σχεδόν αναπόφευκτα στη βρεφική ηλικία. Τα τρία παιδιά του θα αποτελέσουν τα ιδανικά «πειραματόζωα» για τις μεταγενέστερες μελέτες του, στις οποίες θα συμβάλει με τη σειρά της ως ψυχολόγος και μητέρα τους, η σύζυγός του Βαλεντίν Σαντενέ (Valentine Châtenay).

Ο Ζαν με τη Βαλεντίν!

Την περίοδο αυτή θα περιγράψει τα στάδια της γνωστικής ανάπτυξης του παιδιού. Ανάμεσά τους:

α) το στάδιο της αισθησιοκινητικής ανάπτυξης που διαρκεί ως τα 2 χρόνια και χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή κατάκτηση του κινητικού συντονισμού και της σταθερότητας των αντικειμένων,

β) το προσυλλογιστικό στάδιο (από 2 ως 7 χρόνων), κατά την οποία αναπτύσσεται η συμβολική λειτουργία και η προεννοιολογική σκέψη,

γ) το στάδιο της συγκεκριμένης σκέψης (από 7 ως 11 χρόνων), κατά το οποίο το παιδί αποκτά την ικανότητα των νοητικών πράξεων που όμως γίνονται πάνω σε συγκεκριμένα αντικείμενα και στο άμεσο παρόν.

Οι θεωρίες του, παρά την έντονη κριτική που δέχθηκαν κυρίως για τον υπερτονισμό του ρόλου της γνωστικής ανάπτυξης (σε βάρος της συναισθηματικής και της κοινωνικής), είχαν τεράστιο αντίκτυπο στην παιδαγωγική και στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε σήμερα αυτά τα τέλεια ημιτελή πλάσματα που υπήρξαμε κάποτε όλοι.

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ, ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Κυριακή 30-6-2002.

—————————————————————————————

Συμπληρωματικά:

δ) Το στάδιο της τυπικής σκέψης. Η σκέψη του παιδιού μετά τα 11 χρόνια του γίνεται προοδευτικά υποθετικο-παραγωγική. Ο έφηβος είναι τώρα ικανός να κάνει συλλογισμούς, όχι πια μόνο επάνω στα αντικείμενα, αλλά επάνω στις ίδιες τις σχέσεις, βρίσκοντας σχέσεις μεταξύ σχέσεων. Η σκέψη του αποδεσμεύεται από την πραγματικότητα και στηρίζεται στον εαυτό της, ενεργεί με υποθετικές προτάσεις, τις οποίες προσπαθεί να επαληθεύσει λογικά, ανεξάρτητα από την αλήθεια τους ή την υλική τους υπόσταση και χωρίς τον έλεγχο της εμπειρίας.

Η σκέψη του περνάει στον κόσμο του δυνατού, το οποίο, κατά τον Piaget, εμπεριέχει, ως μια ιδιαίτερη περίπτωση το πραγματικό. Στο στάδιο της τυπικής σκέψης, το πραγματικό υποτάσσεται στο δυνατό, ενώ στο προηγούμενο στάδιο της συγκεκριμένης σκέψης, το δυνατό είναι ένα είδος αμφίβολης προέκτασης του πραγματικού.

Η σκέψη του εφήβου είναι τώρα προτασιακή, δηλαδή ο έφηβος χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα του προηγούμενου σταδίου και, αφού τα μετατρέψει σε προτάσεις, πειραματίζεται εκ νέου, προκειμένου να κατασκευάσει καινούργιες νοητικές ενέργειες. Με άλλα λόγια, αξιοποιεί τόσο την προηγούμενη αλλά και την παρούσα αντιληπτική του εμπειρία, όσο και την ικανότητα πρόβλεψης. Π.χ., ο έφηβος προσεγγίζει ένα πρόβλημα με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους πριν εφαρμόσει μια λύση, την οποία αποφασίζει, αφού προηγουμένως σταθμίσει όλα τα στοιχεία που σχετίζονται την προβληματική κατάσταση (παρελθούσα εμπειρία, παρούσα εμπειρία και πρόβλεψη μελλοντικών συνεπειών).

Συμπερασματικά: το άτομο στη συγκεκριμένη λογική σκέψη ασχολείται με το παρόν, ενώ ο έφηβος της τυπικής σκέψης ασχολείται συγχρόνως με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Ο Piaget μάς δίνει χρήσιμα στοιχεία για τη νοημοσύνη και τη νοητική ανάπτυξη.

Νοημοσύνη είναι η ικανότητα προσαρμογής στο περιβάλλον (ικανότητα επιβίωσης).

Τα σχήματα είναι νοητικές κατασκευές που απεικονίζουν τη γνώση, το πώς κατανοούμε δηλαδή τον κόσμο.

Η νοητική ανάπτυξη του παιδιού συμβαίνει καθώς συνεχώς προσπαθεί να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του.

Όταν διαταράσσεται η ισορροπία του με το περιβάλλον, το παιδί αποκαθιστά την ισορροπία με την αφομοίωση (αλλάζοντας ό,τι αντιλαμβάνεται έτσι ώστε να ταιριάζει με αυτό που ήδη γνωρίζει) και τη συμμόρφωση (αλλάζοντας ή συνδυάζοντας τα υπάρχοντα σχήματα ή δημιουργώντας νέα ώστε να ταιριάζουν με αυτό που αντιλήφτηκε).

Σε αυτό το πλαίσιο, η μάθηση νέας γνώσης προκύπτει από μια ανισορροπία που προκύπτει και διορθώνεται με τη συμμόρφωση. Το νέο σχήμα, η νέα γνώση, έρχεται να δημιουργήσει έτσι πάλι μια νέα ισορροπία.

Με άλλα λόγια, συνοψίζοντας, σύμφωνα με τον Piaget, δύο σημαντικές αρχές οδηγούν τη νοητική ανάπτυξη και τη βιολογική εξέλιξη: η προσαρμογή και η οργάνωση. Τα άτομα, για να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον, πρέπει να προσαρμοστούν σε φυσικά και νοητικά ερεθίσματα. Η αφομοίωση και η συμμόρφωση αποτελούν τα δύο συστατικά της διαδικασίας προσαρμογής. Ο Piaget ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι διαθέτουν νοητικές δομές, οι οποίες αφομοιώνουν εξωτερικά γεγονότα και τα μετατρέπουν έτσι ώστε να ταιριάξουν με τις υπάρχουσες νοητικές δομές τους. Επιπλέον, οι νοητικές δομές τους συμμορφώνονται στις νέες, ασυνήθιστες, και διαρκώς μεταβαλλόμενες πτυχές του εξωτερικού περιβάλλοντος. Η οργάνωση αναφέρεται στη φύση αυτών των προσαρμοστικών νοητικών δομών. Ο Piaget ισχυρίζεται ότι ο νους είναι οργανωμένος με σύνθετους και ολοκληρωμένους τρόπους. Το πιο απλό επίπεδο είναι το σχήμα, νοητική αναπαράστασημιας φυσικής ή νοητικής ενέργειας που μπορεί να αφορά σε αντικείμενο, συμβάν ή φαινόμενο.

Παραθέτω στη συνέχεια ένα απόσπασμα από το ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ (Θεωρία της ανθρώπινης ανάπτυξης) του βιβλίου του David R. SHAFFER με τίτλο: Developmental Psychology: Childhood and adolescence. 3rd ed. Pacific Grove: Brooks / Cole, 1993. Μετάφραση δική μου.

Μια γνωστική δομή -ή αυτό που καλεί ο Πιαζέ σχήμα- είναι ένα οργανωμένο πρότυπο σκέψης ή δράσης που χρησιμοποιείται για να ανταπεξέλθει κανείς ή να εξηγήσει μερικές όψεις εμπειριών. Π.χ. πολλά παιδιά τριών ετών επιμένουν ότι ο ήλιος είναι ζωντανός επειδή ανατέλλει το πρωί και το βράδυ δύει. Τα παιδιά αυτά λειτουργούν πάνω στη βάση ενός απλού γνωστικού σχήματος: την ιδέα ότι πράγματα που κινούνται είναι ζωντανά. Τα πρώιμα σχήματα που σχηματίζονται κατά τη βρεφική ηλικία είναι απλές μηχανικές συνήθειες όπως λίκνισμα, άρπαγμα και σήκωμα που αποδεικνύει ότι είναι πράγματι προσαρμοστικά. Για παράδειγμα, ένα περίεργο νήπιο που συνδυάζει τις αντιδράσεις να απλώσει τον βραχίονά του (να πλησιάσει) και να πιάσει ένα αντικείμενο με το χέρι του είναι ξαφνικά ικανό να ικανοποιήσει την περιέργειά του εξερευνώντας σχεδόν οποιοδήποτε ενδιαφέρον αντικείμενο που βρίσκεται στην ακτίνα δράσης του χεριού του. Όσο απλά και αν είναι αυτά τα σχήματα συμπεριφοράς, επιτρέπουν στα νήπια να θέτουν σε λειτουργία παιχνίδια, να γυρνούν τα νούμερα στο καντράν του τηλεφώνου, να ανοίγουν συρτάρια και να κυριαρχούν στο περιβάλλον τους με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.

Αργότερα κατά την παιδική ηλικία, τα γνωστικά σχήματα θα πάρουν τη μορφή των «εγκεφαλικών ενεργειών” (π.χ. νοητική πρόσθεση ή αφαίρεση) που επιτρέπουν στα παιδιά να διαχειρίζονται πληροφορίες και να σκέφτονται λογικά για τα ζητήματα και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην καθημερινή ζωή. Σ’ όλες τις ηλικίες τα παιδιά βασίζονται στις τρέχουσες γνωστικές δομές τους για να αντιληφθούν τον κόσμο γύρω τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα νεότερα και μεγαλύτερα παιδιά να μπορούν να ερμηνεύουν και να αντιδρούν προς τα ίδια αντικείμενα και γεγονότα με διαφορετικούς τρόπους.

Πώς τα παιδιά αναπτύσσουν πιο περίπλοκα σχήματα και αναπτύσσουν την αντίληψη τους για τον κόσμο; Ο Πιαζέ υποστήριξε, σ’ αντίθεση με άλλους φιλοσόφους, ότι τα βρέφη δεν έχουν ενδογενή γνώση ή ιδέες για την πραγματικότητα. Ούτε ότι στα παιδιά μεταβιβάζονται πληροφορίες ή διδάσκονται από τους ενήλικους πώς να σκέφτονται. Αντιθέτως, δημιουργούν ενεργητικά νέες αντιλήψεις για τον κόσμο βασισμένες στις εμπειρίες τους. Πώς; Με το να είναι περίεργοι και ενεργητικοί εξερευνητές. Τα παιδιά παρατηρούν τι συμβαίνει γύρω τους -πειραματίζονται με αντικείμενα που συναντούν, δημιουργούν συνδέσεις ή συσχετισμούς μεταξύ των γεγονότων και μπερδεύονται όταν οι τρέχουσες αντιλήψεις τους (ή σχήματα) αποτυγχάνουν να εξηγήσουν τις εμπειρίες τους.

Για να το αντιληφθούμε με ένα παράδειγμα, ας επιστρέψουμε προς στιγμή στο τρίχρονο, που πιστεύει ότι ο ήλιος είναι ζωντανός. Σίγουρα, αυτή η ιδέα δεν είναι κάτι που το παιδί διδάχθηκε από έναν ενήλικα -κατασκευάστηκε προφανώς από το παιδί στη βάση των δικών του εμπειριών για τον κόσμο. Στο κάτω-κάτω, πολλά πράγματα που κινούνται είναι ζωντανά. Όσο το παιδί εμμένει σ’ αυτήν την αντίληψη, μπορεί να θεωρήσει κάθε καινούριο κινούμενο αντικείμενο ως ζωντανό -αυτό σημαίνει ότι νέες εμπειρίες θα ερμηνευθούν με τους όρους των τρεχουσών γνωστικών δομών της, μια διαδικασία που ο Πιαζέ ονόμαζε αφομοίωση.

Τελικά, όμως, αυτό το παιδί θα συναντήσει κινητά αντικείμενα τα οποία σχεδόν σίγουρα δεν θα μπορούσαν να είναι ζωντανά, όπως ένα χάρτινο αεροπλανάκι που δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα φύλλο εφημερίδας πριν το κάνει ο μπαμπάς αεροπλάνο ή ένα κουρδιστό παιχνίδι που πάντα σταματάει να κινείται αν δεν το κουρδίσει ξανά. Εδώ τώρα υπάρχουν αντιφάσεις (ή ό,τι ο Πιαζέ όριζε ως ανισορροπίες) μεταξύ των αντιλήψεων του παιδιού και των γεγονότων που πρέπει να αντιληφθεί. Γίνεται ξεκάθαρο στο παιδί ότι το σχήμα «αντικείμενα που κινούνται είναι ζωντανά» πρέπει να αναθεωρηθεί. Έτσι θα παρακινηθεί από αυτές τις μη επαληθευόμενες εμπειρίες να συμμορφωθεί -δηλαδή, να διαφοροποιήσει τα υπάρχοντα σχήματα ώστε να του δίνουν καλύτερη εξήγηση της διαφοράς μεταξύ των έμψυχων και άψυχων αντικειμένων (ίσως συμπεραίνοντας ότι μόνο πράγματα που κινούνται με δική τους δύναμη είναι έμβια).

Αυτό συμβαίνει σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Ο Πιαζέ πιστεύει ότι βασιζόμαστε συνεχώς στην συμπληρωματική διαδικασία της αφομοίωσης και της συμμόρφωσης για να προσαρμοστούμε στο περιβάλλον μας. Αρχικά προσπαθούμε να καταλάβουμε νέες εμπειρίες ή να λύσουμε προβλήματα χρησιμοποιώντας τις τρέχουσες γνωστικές δομές μας (αφομοίωση). Αλλά συχνά θα ανακαλύψουμε ότι τα υπάρχοντα σχήματά μας δεν είναι αρκετά γι’ αυτό, οπότε μας παρακινούν να τα αναθεωρήσουμε (μέσω της συμμόρφωσης) ώστε να «ταιριάζουν» καλύτερα με την πραγματικότητα. H βιολογική ωρίμανση, επίσης, παίζει σημαντικό ρόλο -καθώς ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα ωριμάζουν, τα παιδιά γίνονται ικανά στο να εμφανίσουν όλο και πιο σύνθετες γνωστικές ενέργειες που τα βοηθούν να καταλάβουν τι έχουν βιώσει. Τελικά, τα περίεργα, ενεργητικά παιδιά που πάντα δημιουργούν νέα σχήματα και αναδιοργανώνουν αυτήν τη γνώση, θα προοδεύουν αρκετά ώστε να σκέφτονται παλιά ζητήματα με εντελώς νέους τρόπους. Αυτό σημαίνει, ότι μεταβαίνουν από το ένα στάδιο γνωστικής ανάπτυξης στο επόμενο ανώτερο στάδιο.

——————————————————————————————-

Περισσότερα:

Ο Jean Piaget στη Wikipedia.
Jean Piaget Society, society for the study of knowledge and development. It has some free full text books by Piaget.
The Jean Piaget Archives, with full bibliography.
Jean Piaget @ Teaching & Learning Developmental Psychology, Piaget as a scientist with resources for classes.
Jean Piaget’s Genetic Epistemology: Appreciation and Critique by Robert Campbell (2002), extensive summary of work and biography.
The Construction of Reality in the Child by Jean Piaget (1955).
Piaget’s role in the International Bureau of Education and the International Conference on Education.
Genetic Epistemology by Jean Piaget (1968).
Comments on Vygotsky by Jean Piaget (1962).
Piaget’s Development Theory.
Piaget’s Developmental Theory: An Overview, a 4-minute clip from a documentary film used primarily in higher education.
Foundation Jean Piaget for research in psychology and epistemology – French version only – diffuse to the world community writings and talks of the Swiss scientist.
Human Nervous System model in accordance with Piaget’s Learning Theory – French version only.
Τα παιδιά δεν είναι απλά «άδεια δοχεία» που γεμίζουν με γνώσεις αλλά ενεργοί δημιουργοί της γνώσης.
Ζαν Πιαζέ

———————-

Βιβλία στα Ελληνικά: Η γλώσσα και η σκέψη του παιδιού Μελέτες για τη λογική του παιδιού Συγγραφέας: Piaget Jean Εκδότης: Καστανιώτης Σειρά: Ψυχολογία Έτος έκδοσης: 2007

…………………………..

Η ψυχολογία της νοημοσύνης Συγγραφέας: Piaget Jean Εκδότης: Καστανιώτης Σειρά: Ψυχολογία Έτος έκδοσης: 2007

…………………………..

Περί παιδαγωγικής Συγγραφέας: Piaget Jean Εκδότης: Ελληνικά Γράμματα Έτος έκδοσης: 2000 Κωδικός προϊόντος: B81899

……………………………………….

Η ψυχολογία του παιδιού Συγγραφέας: Piaget Jean, Inhelder Barbel Εκδότης: Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος Έτος έκδοσης: 1990

…………………………..

Ψυχολογία και παιδαγωγική Συγγραφέας: Piaget Jean Εκδότης: Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη Σειρά: Ψυχολογία Έτος έκδοσης: 1999

———————————

ΖΑΝ ΠΙΑΖΕ (1896-1980)

https://oiko.wordpress.com/2011/01/17/%CE%B6%CE%B1%CE%BD-%CF%80%CE%B9%CE%B1%CE%B6%CE%AD-jean-piaget-1896-1980-%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF/

Η θεραπεία για τους κατά φαντασίαν ασθενείς

Υγεία από το Α έως το Ω
Η θεραπεία για τους κατά φαντασίαν ασθενείς

Ποια είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον φυσιολογικό φόβο του ανθρώπου απέναντι στην ασθένεια και στην κατά φαντασία νόσο;

Η υποχονδρίαση περιγράφει τον φόβο του ατόμου ότι είναι άρρωστο στο παρόν ή ότι θα είναι στο μέλλον. Είναι μια σοβαρή κλινική διαταραχή, η οποία υπερβαίνει τον φυσιολογικό φόβο απέναντι στην ασθένεια, καθότι διαταράσσει την ποιότητα της ζωής του ατόμου.

Η διαρκής παρερμηνεία των καθημερινών σωματικών αισθήσεων (π.χ. ένας πονοκέφαλος ή μια ταχυκαρδία) ή τυχαία συμβάντα (π.χ. μια ιατρική εκπομπή) λειτουργούν ως ερεθίσματα και κάνουν το ευάλωτο άτομο να αγχώνεται και να αμφισβητεί την «αθωότητα» της φύσης τους.

Με το πέρασμα του χρόνου, η νοσηρή αυτή ενασχόληση εγκλωβίζει το άτομο στον φόβο και το πείθει για την αληθοφάνεια της αρρώστιάς του. Οι ατέρμονες ιατρικές εξετάσεις είναι ενταγμένες στη ζωή του, καθώς και η ανάγκη του να τον διαβεβαιώνουν οι γιατροί ότι δεν πάσχει από κάποια σοβαρή ασθένεια.

Στην πραγματικότητα όμως δεν εφησυχάζει ποτέ. Συσσωρεύει μέσα του συναισθήματα θυμού και ματαίωσης, νιώθει ότι πάντα «κάτι λείπει». Πιστεύει συχνά ότι δεν λαμβάνει επαρκή ιατρική φροντίδα και συνήθως αντιστέκεται στις προτεινόμενες παραπομπές σε ειδικούς ψυχικής υγείας.

Τα υποχονδριακά άτομα μπορούν να θεραπευτούν από τον φόβο τους;

Το πρώτο βήμα είναι το ίδιο το άτομο να αντιληφθεί ότι δυσκολεύεται να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της καθημερινότητάς του και πως αδυνατεί να διαχειριστεί τον φόβο ότι θα αρρωστήσει. Η ψυχοθεραπεία κρίνεται τότε απολύτως απαραίτητη. Το υποχονδριακό άτομο πρέπει να πειστεί ότι δεν είναι ο παθολόγος η ειδικότητα για τη θεραπεία του, αλλά ο ψυχολόγος ή ο ψυχίατρος.

Η ψυχοθεραπεία δεν συνιστά διαβεβαίωση περί της απουσίας ασθένειας, αλλά συνειδητοποίηση του ψυχικού υπαβάθρου του προβλήματος και στοχεύει στην ανεύρεση υγιών τρόπων αντιμετώπισής του.

Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία έχει καλά αποτελέσματα και στοχεύει στον εντοπισμό του τι είναι το πρόβλημα και όχι τι δεν είναι, στη μείωση της ανάγκης του ατόμου για διαβεβαίωση και τη διόρθωση των καταστροφικών ερμηνειών που δίνει στα συμπτώματά του.

Η Μυρσίνη Κωστοπούλου είναι ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια (PhD), myrsi@hol.gr

Πηγή : ΤΑ ΝΕΑ Ένθετο Υγεία

ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: Ο φόβος του αποκλεισμού και η υπαρξιακή μας ανασφάλεια

ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: Ο φόβος του αποκλεισμού και η υπαρξιακή μας ανασφάλεια

Οι διαπροσωπικές και κοινωνικές μας σχέσεις συρρικνώνονται συνεχώς, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε άμεσα. Συχνά, σκεφτόμαστε με βάση το «Αυτοί/εμείς, εγώ/αυτός» κ.ά., αποκλείοντας άτομα, ομάδες, εθνότητες, φυλές, χρώμα, θρησκείες κ.τ.λ., δημιουργώντας, με τον τρόπο αυτόν, μια προσωπική πολιτική φυλετικού διαχωρισμού που μπορεί μεν να δημιουργεί, αρχικά, μια αίσθηση ψευδοασφάλειας, στη συνέχεια, όμως, απλώνει ύπουλα γύρω μας ένα πέπλο φόβου και πιθανών απειλών που καραδοκούν να μας πλήξουν ανά πάσα στιγμή…

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία οι κοινωνίες έχουν υιοθετήσει μια λογική αποκλεισμού και απόρριψης. Άνθρωποι θέλουν να αποκλείουν άλλους ανθρώπους ώστε, με τον τρόπο αυτόν, να αποτρέψουν έναν δικό τους ενδεχόμενο αποκλεισμό. Οι περισσότεροι από εμάς, δεν τολμούμε να εκφράσουμε κάτι τέτοιο ανοιχτά, ούτε καν να το ομολογήσουμε στους ίδιους μας τους εαυτούς. Αυτός είναι, όμως, ο σημαντικότερος λόγος που τα απανταχού τηλεοπτικά παιχνίδια αποκλεισμού τύπου Big Brother, διαγωνισμοί τραγουδιού και χορού, Survivor κ.ά. είναι τόσο δημοφιλή. Το πλέον ενδιαφέρον σημείο αυτών των τηλεοπτικών εκπομπών είναι η στιγμή του αποκλεισμού κάποιου παίκτη ή παικτών. Όμως, αυτό το κάνουν άλλοι αντί για εμάς, αλλά για εμάς…

Τηλεοπτικά παιχνίδια αποκλεισμού: εξοικείωση με το άγχος θανάτου;

‘Όλα αυτού του είδους τα τηλεοπτικά παιχνίδια, σε ένα ψυχολογικό επίπεδο, δεν συμβολίζουν τίποτα άλλο παρά την άδικη και ελλοχεύουσα απειλή αποπομπής και αποκλεισμού μας, καθώς και την αδυναμία μας να αποτρέψουμε το ριζικό μας. Αν επεκτείνουμε τη σκέψη αυτή, στο συμβολικό της επίπεδο, μέχρι τα άκρα, τότε τα τηλεοπτικά αυτά παιχνίδια δεν είναι παρά επίσημες πρόβες θανάτου. Με τον τρόπο αυτόν, είναι σαν να εξοικειωνόμαστε σταδιακά με το φόβο του θανάτου, μέσα, όμως, από ένα παιχνίδι. Κάνουμε, δηλαδή, κάτι ανάλογο, αλλά πολύ λιγότερο επώδυνο και δυσάρεστο, με τον αρχαίο βασιλιά του Πόντου Μυθριδάτη ο οποίος, φοβούμενος μήπως τον δηλητηριάσουν, χορηγούσε στον εαυτό του, βαθμιαία αυξανόμενες, δόσεις δηλητηρίου ώστε να αποκτήσει ανοσία σε αυτό…

Φόβος

Η «φτώχεια» των διαπροσωπικών μας σχέσεων και η συνδρομή του διαδικτύου

Ταυτόχρονα, οι κοινωνικές μας σχέσεις είναι ή γίνονται ολοένα και πιο ευάλωτες, χωρίς να δημιουργούν πλέον το απαραίτητο αίσθημα εμπιστοσύνης. Για το λόγο αυτό, δεν μας προσφέρουν πια εκείνη την απαραίτητη ηρεμία και προβλεψιμότητα που ανακουφίζει και γαληνεύει ψυχή και νου. Αντίθετα, αποτελούν, συνήθως, πηγή συνεχούς ανησυχίας και ανασφάλειας, σε καιρούς που όλοι μας αποζητούμε, λιγότερο ή περισσότερο, τη σταθερότητα και τη συνέχεια. Όλο αυτό το μείγμα δημιουργεί μια ολοένα εντονότερη αίσθηση καχυποψίας, ανασφάλειας, φόβου, απογοήτευσης και του ενδεχόμενου να γίνουμε αποδέκτες κάποιας μορφής προδοσίας ή να βιώσουμε κάποια μεγάλη επερχόμενη καταστροφή.

Ένας τρόπος, ή καλύτερα, μια ψευδαίσθηση, αντιστάθμισης αυτής της θεμελιώδους έλλειψης εμπιστοσύνης, ασφάλειας, αλλά και ύπαρξης ουσιαστικών διαπροσωπικών σχέσεων είναι η καταναγκαστική επιθυμία απόκτησης ολοένα και περισσότερων διαδικτυακών «φίλων» που διακρίνει πολλούς από εμάς. Μέσα από αυτό, ελπίζουμε πως η ποσότητα θα μετριάσει -αν μη τι άλλο, έστω και ελάχιστα- την έλλειψη ποιότητας που χαρακτηρίζει, συχνά πλέον, τις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Στη σύγχρονη εποχή των γρήγορων ρυθμών και της αβεβαιότητας, έχουμε, δυστυχώς, «εκπαιδευτεί» να αποφεύγουμε τα προβλήματα και τις κάθε είδους δυσκολίες, παρά να τις επιλύουμε. Οι δεδομένα καλοί φίλοι λιγοστεύουν επικίνδυνα, ενώ οι άσπονδοι εχθροί -υπαρκτοί ή φαντασιωσικοί- ολοένα και περισσεύουν, πλησιάζοντας επικίνδυνα…

Τώρα πλέον, δεν υπάρχει -για να προστατεύει- ούτε καν το ασφαλές καταφύγιο της προσωπικής ζωής, από τη στιγμή που τα όρια ανάμεσα σε ιδιωτική και δημόσια ζωή έχουν σχεδόν καταλυθεί. Στην καταναλωτική μας κοινωνία, είμαστε πλέον όχι μόνο καταναλωτές αλλά και καταναλώσιμα είδη που εκτίθενται προς δημόσια θέα, «επιλογή» και «βρώση». Πλέον, εμείς οι ίδιοι λανσάρουμε, διαφημίζουμε και πουλάμε τους εαυτούς μας. Διαδίκτυο, facebook, instagram κ.ά. είναι οι σύγχρονες λαϊκές αγορές «πώλησης» ψυχών, κορμιών, εαυτών, προσωπικών μύθων και παραμυθιών και μόστρας…

Από τη μία, ο φόβος της μοναξιάς μάς ωθεί προς αυτού του είδους τη διαδικτυακή πραγματικότητα και το διαδικτυακό παζάρι ψευδαισθήσεων, ελπίδων, ελέγχου και φαντασιώσεων, αλλά, από την άλλη, ο φόβος μιας ενδεχόμενης συνάντησης με ένα ξένο άτομο μας κάνει να την αποφεύγουμε. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η αγάπη παραμένει ορφανή και ματαιωμένη, ο δε εαυτός μας «ασφαλής» όμηρος του φόβου του, μπροστά στο ατομικό του καταφύγιο που λέγεται οθόνη του υπολογιστή ή του κινητού του…

Άγχος

Επίλογος

Αφήνουμε πλέον την αγάπη όμηρο της μοίρας και του τυχαίου, μετατρέποντάς την σε Λαχνό λαχείου, δελτίο Τζόκερ ή Ξυστού, υπεραπλουστεύοντας τις προϋποθέσεις της και στερώντας της την ευκαιρία να ανθίσει στο περιβάλλον που της ταιριάζει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, δηλαδή αυτό μιας κοινής, και συχνά επώδυνης, προσπάθειας αναζήτησης νοήματος, επικοινωνίας και συμπόρευσης…

Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.,

http://www.i-psyxologos.gr/diaprosopikes-sxeseis-2/