Τούτη η ατέρμονη σοφία
της φαντασίας το μακρύ ταξίδι
πόσο φτωχή για τους σοφούς μπορεί να γίνει!

Σκίζω του πάθους την αχτίδα
κομμάτια χίλια
να χαθούν μπροστά μου
φτηνές νιφάδες από φως.
Κλείνω την πόρτα
κι έχω απόλυτο σκοτάδι
μα μες στη μοναξιά μου αγανακτώ.
Μέσα στην έννομή μου νύχτα αναπολώ
τα ίδια φύλλα από κίτρινο βαμμένα,
τον ίδιο ήλιο με την άρρωστή του φλόγα
να είν’ η λύτρωση μαζί κι ο θάνατός μου.

Αυτή την πόρτα θα ανοίξω να το δω.
Είναι το φως από το ξίφος της υποταγής.

Συλλογή ”Του Πάθους Φτερουγίσματα”