Σκέψεις για τον σχολικό εκφοβισμό…

 

Γράφει ο Θανάσης Προίσκος*

Η τραγωδία με τον 15χρονο αυτόχειρα στην Αργυρούπολη, έδειξε γι’ ακόμη μία φορά όχι μόνο τη βαθιά κακοπιστία της κοινής γνώμης απέναντι στο δημόσιο σχολείο, αλλά και ένα πλαίσιο «μύθων» και φαντασιακού που στη συνείδηση πολλών το περιβάλλει…Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή:

1) Οι περισσότεροι, δεν γνωρίζουν τι εστί bullying τελικά…Μια αψιμαχία, ένα τυχαίο περιστατικό στο διάλειμμα, ένα βίαιο ξέσπασμα μαθητή προς συμμαθητή του, μια περιστασιακή προσβολή σε λεκτικό επίπεδο, δεν συνιστούν bullying. Ουκ ολίγες οι περιπτώσεις που γονείς κάνουν ατελείωτες ουρές μπροστά απ’ τα γραφεία των διευθυντών, για να «καταγγείλουν» περιστατικά που δεν είναι σχολικός εκφοβισμός, αλλά απλά καθημερινά επεισόδια, που συμβαίνουν φυσιολογικά σε έναν σχολικό χώρο.

Ένας μαθητής, εκτός από γνώση και δεξιότητες, αποκτά και κοινωνιογνωσία στον σχολικό χώρο. Ανοίγεται για πρώτη φορά σε «ανοιχτά νερά» εκτός του οικογενειακού του περιβάλλοντος, εντάσσεται σε ομάδες, μπαίνει σε σχεσεοδυναμικά δίκτυα.

Τα δίκτυα αυτά, προσδιορίζονται και από θετικές, αλλά και από αρνητικές αλληλεπιδράσεις και οι δύο απολύτως απαραίτητες για την ωρίμανση του παιδιού. Η ίδια η ζωή άλλωστε, δεν έχει μόνο θετικά ερεθίσματα, αλλά και αρνητικά, τα οποία όλοι μας κληθήκαμε και καλούμαστε καθημερινά να υπερβούμε. Η ένταξη σε ομάδες, η ιεραρχία που αναπτύσσεται, οι συγκρούσεις, οι συνέργειες, οι συμπάθειες, οι αντιπάθειες, όλα είναι προκλήσεις για το παιδί, το οποίο για πρώτη φορά καλείται να ψαύσει τις διαδικασίες της μεγάλης ομάδας, αλλά και των υποομάδων της.

Ναι λοιπόν, η αρνητική αλληλεπίδραση για ένα παιδί και οι προκλήσεις που θα απορρεύσουν αυτής, είναι ένα γόνιμο και απαραίτητο ερέθισμα για τον αναπτυσσόμενο άνθρωπο. Η διαχείριση και η υπέρβασή της, θα ενεργοποιήσει δυναμικό, θα απασφαλίσει δημιουργικότητα, θα φωτίσει αυτογνωσία, που υπό άλλες συνθήκες θα έμενε στο σκοτάδι της προκατασκευασμένης και ψευδούς ασφάλειας και προστασίας (ένα τεράστιο λάθος που κάνει η ελληνική οικογένεια, ακρωτηριάζοντας στην ουσία το παιδί της).

Το πλείστον των περιπτώσεων λοιπόν που οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διαχειριστούν σε ένα σχολικό περιβάλλον, ως προς εκδηλώσεις βίαιης πρακτικής (σε σωματικό ή λεκτικό επίπεδο) εμπίπτουν, λίγο ως πολύ, στην κατηγορία αυτή: της γόνιμης αρνητικής αλληλεπίδρασης.

Bullying, είναι η συστηματική, συνεχής και στοχευμένη βίαιη (πρακτική η λεκτική/ψυχική) παρενόχληση, είτε από μεμονωμένο παιδί, είτε από ομάδα παιδιών απέναντι σε συγκεκριμένο στόχο (σπανιότερα στόχους), μη δυνάμενο να υπερασπιστεί τον εαυτό του, βρισκόμενο σε αδυναμία…

Το bullying έχει συνήθως ως πεδίο του το σχολείο, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί ή να αναπτυχθεί και εκτός του, σε άλλους χώρους και δραστηριότητες. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως ο 15χρονος αυτόχειρας προέβη στο απονενοημένο του διάβημα, 40 μέρες μετά τη λήξη του σχολικού έτους στη βθμια εκπαίδευση…

2) Διαβάζω σχεδόν παντού, για αδιαφορία των εκπαιδευτικών ή για αποποίηση των ευθυνών τους ως προς τη διαχείριση φαινομένων βίας στο χώρο ευθύνης τους.

Τεράστιος μύθος. Οργανωμένα και θεσμοθετημένα πλέον, σε όλα τα σχολεία, και κατόπιν αποφάσεων των συλλόγων διδασκόντων, υπάρχουν παρατηρητήρια βίας την ευθύνη των οποίων έχουν ορισμένοι, επίσης απ’ τον σύλλογο, εκπαιδευτικοί. Δουλειά των παρατηρητηρίων αυτών, είναι η πλήρης καταγραφή περιστατικών βίας στο σχολικό χώρο, αλλά και η παρέμβαση-ψηλάφηση των επιμέρους χαρακτηριστικών τους. Τίποτα δεν περνάει απαρατήρητο, τίποτε δεν μένει ανεξιχνίαστο, τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη του. Η ευαισθησία τόσο του Υπουργείου Παιδείας, όσο και των συλλόγων δασκάλων/καθηγητών είναι δεδομένη εν προκειμένω και τεκμηριώνεται μέσα από συγκεκριμένες και θεσμοθετημένες ενέργειες.

Κάθε εκπαιδευτικό έτος, τα σχολεία οργανώνουν σεμινάρια-σχολεία γονέων σχετικά με το θέμα, όπου ειδικοί (συνήθως ψυχολόγοι, παιδοψυχίατροι, κοινωνικοί λειτουργοί) αναλαμβάνουν να ενημερώσουν τους γονείς για το θέμα του σχολικού εκφοβισμού, να προτείνουν κατευθύνσεις, να απαντήσουν σε απορίες. Η συνήθης εικόνα στις συγκεντρώσεις αυτές, είναι ελάχιστοι γονείς να προσέλθουν και συνήθως αυτοί που προσέρχονται, είναι αυτοί που, ούτως ή άλλως, έχουν άριστη γνώση και ευαισθησία επί του θέματος. Οι υπόλοιποι…Εκκωφαντικά απόντες.

Θεσμοί, όπως ο Συνήγορος του Παιδιού (κομμάτι του θεσμού του Συνηγόρου του Πολίτη), συχνότατα επίσης καλούνται στα σχολεία για σχετικές ενημερώσεις, εν προκειμένω στα ίδια τα παιδιά, με θεματικές σχετικές με το πώς τα ίδια να προστατεύουν τον εαυτό τους, απέναντι σε μια κατάσταση σχολικού εκφοβισμού.

3) Προχωράμε τώρα στον πυρήνα του όλου θέματος: ένας εκπαιδευτικός που αντιλαμβάνεται πρόβλημα βίαιης συμπεριφοράς σε μαθητές του, μπορεί να κάνει ό,τι θέλει και ό,τι νομίζει ο ίδιος ως σωστό;

Φυσικά και όχι. Η λειτουργία του εκπαιδευτικού, και σ’ αυτό το πεδίο, είναι εξαιρετικά περιορισμένη και προσδιορισμένη μέσα από πολύ αυστηρά νομικά και διοικητικά πλαίσια. Όποια μα όποια κίνηση κι αν κάνει (ενημέρωση γονέων, ενημέρωση διευθυντή, ενημέρωση συμβούλου κλπ), αυτή «φιλτράρεται» από την προαίρεση και τη διάθεση του εκάστοτε γονέα, ο οποίος κατά τεκμήριο είναι αρνητικός όταν καλείται απ’ το σχολείο του παιδιού του για οποιαδήποτε σχετική συνεργασία. Το να αναφερθεί στον γονέα, πως το παιδί του έχει προβλήματα βίαιης συμπεριφοράς στο σχολικό χώρο, συνήθως αποτελεί κόκκινο πανί, που φέρνει επιθετική αντίδραση. Το σχολείο, κατά τον γονέα, δεν κάνει σωστά τη δουλειά του, ο εκπαιδευτικός είναι ανεπαρκής, τα άλλα παιδιά είναι που προκαλούν το δικό του παιδί και πλείστες άλλες δικαιολογίες διατυπώνονται στα γραφεία των διευθυντών ανά την επικράτεια. Ο κανόνας, είναι η αρνητικότητα, η μη διάθεση συνεργασίας και ευθέως κοιτάγματος των προβλημάτων, η εθελοτυφλία.

4) Και τι γίνεται από το σημείο αυτό και μετά; Ποια είναι τα εργαλεία που έχει το σχολείο στα χέρια του; Πολύ περιορισμένα…Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ούτε αλλαγή περιβάλλοντος μπορεί να επιβληθεί σε μαθητή, ούτε καν ωριαία αποβολή. Διαβάζω σε αρκετά posts στα social media για κλήση της αστυνομίας για παρέμβαση στον σχολικό χώρο, κάτι που θα ήταν απαράδεκτο από κάθε άποψη, κατ’ αρχάς παιδαγωγική, δείχνοντας πλήρη αδυναμία του σχολείου στη διαχείριση της κατάστασης και καταφυγή πια στη δίωξη των μαθητών και τον βαθύ και διαχρονικό στιγματισμό τους, κάτι που θα αποτελούσε πολύ κακή παρακαταθήκη για τη μετέπειτα ζωή τους. Το σχολείο, ως ποινικός διώκτης των μαθητών του. Άθλιο σύμβολο και βέβαιο έναυσμα διάρρηξης του πλέγματος αγάπης και εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τη σχολική κοινότητα…Το άνοιγμα του ασκού του Αιόλου κυριολεκτικά.

5) Και τι μπορεί να γίνει τελικά στο σχολείο για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του εκφοβισμού; Πρέπει να γίνει κατανοητό, πως το εν λόγω πρόβλημα είναι εξαιρετικά πολυδιάστατο και βαθιά κοινωνικό, όχι εκπαιδευτικό/σχολικό. Άπτεται της οικογένειας κατ’ αρχάς, των κοινωνικών προτύπων, των κοινωνικών αξιών και ιδανικών και εκδηλώνεται (!) στον σχολικό χώρο, αν και όχι μόνο εκεί σαφώς, ακριβώς επειδή για τα παιδιά-εφήβους, το σχολείο αποτελεί το κύριο πεδίο κοινωνικής κινητικότητας, εφόσον εκεί βρίσκονται ως επί το πλείστον οι φίλοι/γνωστοί τους, αλλά και εκεί περνούν το μεγαλύτερο μέρος της μέρας τους.

Οι εκπαιδευτικοί νουθετούν, παραδειγματίζουν, παρατηρούν, επικοινωνούν με τα παιδιά, στη μεγάλη πλειοψηφία τους νοιάζονται προσωπικά γι’ αυτά. Όταν παρατηρήσουν κάτι που τους προβληματίζει, θα το χειριστούν, θα καλέσουν κατ’ αρχάς τα παιδιά για συζήτηση και επικοινωνία, θα θέσουν τον εαυτό τους πάντοτε στη διάθεσή τους για το οποιοδήποτε πρόβλημα αυτά αντιμετωπίσουν. Αυτός είναι ο κανόνας και όχι η αδιαφορία που με περισσή άνεση «φοριέται» ως στενό κοστούμι στον μέσο Έλληνα εκπαιδευτικοί απ’ τους περισσότερους. Σε περίπτωση που η προσωπική επικοινωνία με τους μαθητές δεν αποδώσει, τότε ενημερώνεται ο διευθυντής, ο σύμβουλος, καλούνται γονείς για συζήτηση και ενημέρωση…Και εκεί ακριβώς αρχίζει πια το φάσμα των κινήσεων ενός σχολείου να τελειώνει.

Ο κυματοθραύστης όλης αυτής της διάθεσης θεραπείας του προβλήματος απ’ την πλευρά της σχολικής μονάδας, είναι η κακοπιστία των γονέων, η αρνητικότητά τους, η στείρα υποστήριξη του παιδιού τους, που πάντοτε τα κάνει όλα καλά και που πάντοτε οι άλλοι θέλουν να το κατηγορούν άδικα. Το νομικό πλαίσιο που διέπει τον σχολικό χώρο εν προκειμένω, είναι γονεο-κεντρικό. Χωρίς τη συναίνεση του γονέα, χωρίς τη συνεργασία του, ουδεμία κίνηση μπορεί να κάνει το σχολείο χωρίς ποινικές κυρώσεις, δικαστικές διαμάχες και πολύχρονες, ψυχοφθόρες νομικές διαδικασίες. Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας των δεσμών που κρατούν το σχολείο σε έναν περιορισμένο ρόλο παρατηρητή, αν ο γονέας το θελήσει.

Οι γονείς που εκδηλώνουν διάθεση συνεργασίας σε τέτοια θέματα, είναι λίγοι, ελάχιστοι. Όσοι όμως το κάνουν, δίνουν εργαλεία διαχείρισης στο σχολείο και με τη δική τους παράλληλη, και απολύτως πολύτιμη, βοήθεια στον πυρήνα του προβλήματος: στο σπίτι, βοηθούν τα μέγιστα στο να έρθει η καλύτερη δυνατή λύση για το παιδί τους. Η συνέργεια σχολείου/γονέα, μπορεί πραγματικά να κάνει θαύματα και να αποτελέσει πραγματική βάση λύσης για το πρόβλημα του σχολικού εκφοβισμού. Επαναλαμβάνω με πικρία, οι εν λόγω περιπτώσεις είναι λίγες, ελάχιστες. Οι περισσότερες εκκλήσεις των σχολείων προς τους γονείς, πέφτουν πάνω στον κυματοθραύστη της άρνησης και της επιθετικότητας.

Όπως ξεκίνησα αυτό το σημείωμα, έτσι θα το κλείσω.

Όλες αυτές τις μέρες, βλέπω με μεγάλη απογοήτευση, διαβάζοντας εκατοντάδες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το πόσο εχθρικά διάκειται ο μέσος Έλληνας απέναντι στο σχολείο των παιδιών του. Πόσο κακόπιστα, πόσο τοξικά, πόσο αρνητικά, αλλά και πόσο «μεταθετικά» ως προς τις ευθύνες του. Το ελληνικό δημόσιο σχολείο, σε σταθερό ρόλο σάκου του μποξ, σάκου εκτόνωσης, εξιλαστήριου θύματος μιας κοινωνίας που προβάλλει το σύνολο των δυσλειτουργιών της πάνω του. Ένα σχολείο, καθρέφτης του ερεβώδους κοινωνικού μας εαυτού, ένα σχολείο συλλέκτης της εθνοψυχιατρικής μας τοξικότητας…

Το οξύμωρο, είναι πως το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού, βασίζεται ακριβώς πάνω σ’ αυτή την κακοπιστία. Η κακοπιστία που ξεχειλίζει το Facebook τις τελευταίες μέρες, μετά τον χαμό του 15χρονου παιδιού, είναι η βάση που κρατά ζωντανό και ακμαίο το bullying στα ελληνικά σχολεία. Κάθε ρανίδα τοξικότητας που εκφράστηκε μέσα από πληκτρολόγια και οθόνες αφής με τόσο μένος, είναι ακριβώς ο τροφοδότης της επιθετικότητας των παιδιών μέσα στο σχολείο και της αρνητικότητας των γονέων να δουν κατάματα τα προβλήματα του παιδιού τους (άρα και τα δικά τους).

Και με τους εκπαιδευτικούς τι γίνεται; Όλα καλώς καμωμένα;

Φυσικά και όχι. Το κείμενο αυτό εξέφρασε τον γενικό κανόνα, τον μέσο όρο. Φυσικά και υπάρχουν αδιάφοροι και ανεπαρκείς εκπαιδευτικοί, που θα επιλέξουν να κάνουν τα «στραβά μάτια» μπροστά σε ένα αναπτυσσόμενο πρόβλημα εκφοβισμού στο χώρο ευθύνης τους. Δεν είναι όμως ο κανόνας, δεν είναι ο μέσος όρος.

Ο μέσος Έλληνας εκπαιδευτικός, θα ασχοληθεί, θα ενδιαφερθεί, θα ευαισθητοποιηθεί, θα κινητοποιηθεί, ξεκινώντας συνήθως από μια πρώτη άμεση συζήτηση με τον μαθητή ή τους μαθητές που εμπλέκονται στο πρόβλημα, η περαιτέρω πορεία αναλύθηκε παραπάνω. Και όλα αυτά, θα τα κάνει όχι από στεγνό επαγγελματισμό και τυφλή εφαρμογή γραφειοκρατικών διαδικασιών και προβλέψεων, αλλά από ειλικρινή και αυθεντική αγάπη για τα παιδιά του.

Κανένας εκπαιδευτικός δεν νιώθει όμορφα όταν βλέπει παιδιά του να υποφέρουν, κανένας εκπαιδευτικός δεν γυρίζει το κεφάλι μπροστά σε δυο μάτια που τον κοιτούν δακρυσμένα, κανένας εκπαιδευτικός δεν μπορεί να κοιμηθεί το βράδυ, όταν γνωρίζει πως ένας μαθητής του εκείνη την ώρα κλαίει στο κρεβάτι του, κανένας εκπαιδευτικός δεν μένει απροβλημάτιστος όταν ένα απ’ τα παιδιά του αρνείται να έρθει στο σχολείο ή έχει μώλωπες στο κορμάκι του ή το βλέπει στα διαλείμματα απομονωμένο και εγκλωβισμένο στον εαυτό του.

Υπάρχει πολύ περισσότερο συναίσθημα, πολλή περισσότερη ψυχή στη σχέση των εκπαιδευτικών , όχι με τους μαθητές τους, αλλά με τα παιδιά τους, απ’ ό,τι οι περισσότεροι πιστεύουν. Ο εκπαιδευτικός κινητοποιείται όχι γιατί το επιτάσσει το «παρατηρητήριο» που αναφέρθηκε παραπάνω, αλλά γιατί ο ίδιος νιώθει την ψυχική ανάγκη να το κάνει, γιατί ο ίδιος είναι προσωπικά δεμένος με τα παιδιά, γιατί ο ίδιος εμπλέκεται συναισθηματικά σε καθημερινό και βιωματικό επίπεδο μαζί τους.

Αυτός είναι ο κανόνας και, για να μιλήσω προσωπικά, δεν έχω παρατηρήσει σε κανένα απ’ τα 22 σχολεία που έχω περάσει, κάτι το διαφορετικό.

Οι γονείς, ας δουν με περισσότερη εμπιστοσύνη το σχολείο του παιδιού τους, ας δουν με περισσότερη καλοπιστία τους δασκάλους του. Σε οποιαδήποτε κλήση δεχθούν για σχετικό (και όχι μόνο) θέμα, ας ανταποκριθούν θετικά. Η δική τους θετική ανταπόκριση είναι η απαραίτητη, εκ των ων ουκ άνευ, συνθήκη για την επίλυση του όποιου προβλήματος εν τη γενέσει του. Η συνεργασία σχολείου-γονέων είναι μια πρώτη απάντηση στο φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού, χωρίς φόβο, χωρίς ιδεοληψίες και παρωπίδες, το ευθύ κοίταγμα του προβλήματος είναι και η αρχή του τέλους του.

Το σχολείο, δεν είναι εχθρός της ελληνικής οικογένειας, είναι πολύτιμος συνοδοιπόρος, είναι μια προέκταση της ίδιας της οικογένειας, με έναν απόλυτα κοινό σκοπό: την πρόοδο και την προκοπή των παιδιών. Μπροστά σ’ αυτή τη συμπόρευση, κανένα πρόβλημα εκφοβισμού δεν μπορεί να σταθεί.

Ας δούμε αλλιώς το σχολείο μας ως κοινωνία και ας του επιτρέψουμε να ξεδιπλώσει πλήρως τις δυναμικές του, οι οποίες προς το παρόν συντρίβονται κάτω από το βάρος της ιδεοληψίας και της κακοπιστίας…Αξίζει σε όλους μας ένα σχολείο χωρίς βία και εκφοβισμό, ας το διεκδικήσουμε…


Ο Θανάσης Προίσκος, είναι μουσικολόγος και εκπαιδευτικός μουσικής. Έχει θητεύσει ως μουσικός παραγωγός, σε ιδιωτικούς σταθμούς και στο 3ο Πρόγραμμα της Ε.ΡΑ. Ερασιτέχνης δρομέας, προσπαθεί να τρέχει σε δρόμους κάθε είδους: αθλητικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς, καλλιτεχνικούς. Ακόμη αναζητεί τον προορισμό των δρόμων αυτών…

Like us on Facebook:Socialsecurity.gr

https://socialsecurity.gr/%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%B5%CE%BA%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C/