Θέλεις να γίνεσαι κατανοητός; Να λες αυτό που εννοείς.


Η αποτελεσματική επικοινωνία προϋποθέτει να λέμε αυτό ακριβώς που εννοούμε, προκειμένου να γινόμαστε κατανοητοί στους άλλους.

Παρόλα αυτά όταν κάποιος ακούει τη λέξη «πάντα» και «ποτέ» αρχίζει να κρίνει τον συνομιλητή του.

Όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχουν εξαιρέσεις αναφορικά με τις δηλώσεις «πάντα» και «ποτέ» και ότι δεν χρησιμοποιούνται πάντα με κυριολεκτικό τρόπο. Χρειάζεται λοιπόν να διευκρινίζουμε αυτά που λέμε για να εκφράσουμε στους συνομιλητές μας ότι οι λέξεις «πάντα» και «ποτέ» είναι μεταφορικές λέξεις που μεταφέρουν τα συναισθήματά μας.

Καλό θα ήταν να χρησιμοποιούμε φράσεις όπως «νιώθω ότι ποτέ δεν με ακούς» ή «νιώθω ότι πάντα με κατηγορείς».

Με την προσθήκη της λέξης «νιώθω» αποφεύγουμε να παρεκτραπούμε στην κυριολεκτική σημασία των λέξεων «πάντα» και «ποτέ». Αυτό διασφαλίζει ότι γινόμαστε σαφείς στο συνομιλητή μας και είναι πιο πιθανό να γίνουμε κατανοητοί σε αυτόν.

Ένας καλός συνομιλητής χρειάζεται να είναι και καλός ακροατής. Παρόλο που οι άνθρωποι μιλάνε καθημερινά, δεν σημαίνει πως καταφέρνουν να επικοινωνούν πάντα αποτελεσματικά. Για να είμαστε καλοί συνομιλητές, θα πρέπει να έχουμε επίγνωση τόσο της γλώσσας όσο και του τόνου της φωνής που χρησιμοποιούμε.

 

Όταν επιλέγουμε να ακουστούμε φωνάζοντας, ο ακροατής ακούει μόνο τον τόνο της φωνής μας, όχι τα λόγια μας.

 

Γι’ αυτό, όταν κάποιος σας μιλάει, προσπαθήστε να ακούσετε με προσοχή τι λέει. Καλλιεργήστε τη βλεμματική επαφή και δώστε προσοχή στον τόνο και στα λόγια του.

Οι καλοί συνομιλητές δεν παίρνουν προσωπικά τον τόνο που χρησιμοποιούν οι άλλοι. Επιλέγουν να κάνουν ερωτήσεις για να κατανοήσουν, αντί να προβάλλουν επιχειρήματα για να επιβάλλουν στους άλλους να συμφωνήσουν μαζί τους. Επιλέγουν να αποσαφηνίζουν τα συναισθήματα, απαντώντας στα συναισθήματα που κρύβονται πίσω από τις λέξεις.

Οι καλοί συνομιλητές δεν παγιδεύονται στην υπεράσπιση τους εαυτού τους. Μόλις ξεκινήσουμε την υπεράσπιση, αρχίζουμε να χάνουμε. Με αυτόν τον τρόπο, κάνετε τις κατηγορίες πραγματικές, άξιες για ανταπόδειξη. Δεν είσαι εγκληματίες, άξιοι τιμωρίας. Ο συνομιλητής σας δεν είναι ούτε δικαστής ούτε κριτική επιτροπή. Ακριβώς επειδή είπε κάτι, αυτό δεν σημαίνει ότι ισχύει κυριολεκτικά. Αφορά στο πως νιώθει στο παρόν. Δεν πρόκειται για κάποιο γεγονός.

 Η επικοινωνία αποτελείται από 10% πληροφορίες και 90% συναίσθημα.

Οι άνθρωποι συχνά τείνουν να επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά, επειδή δεν αισθάνονται ότι τα συναισθήματά τους έχουν ακουστεί. Είναι εύκολο για έναν ακροατή να αγνοήσει τα συναισθήματα και να δώσει συμβουλές, να μοιραστεί γεγονότα ή να προσπαθήσει να ελαχιστοποιήσει το πρόβλημα αντί να ακούσει πραγματικά αυτό που λέει ο συνομιλητής του. Όταν αρνούμαστε να ακούσουμε τα συναισθήματα κάποιου άλλου, συνήθως του λέμε: Δεν θα έπρεπε να νιώθεις έτσι. Δεν έχεις δικαίωμα να αισθάνεσαι έτσι. Δεν μπορούμε να κρίνουμε εμείς αν τα συναισθήματα των άλλων είναι σωστά ή λάθος, ο τρόπος που τα διαχειριζόμαστε έχει σημασία.

Για να αρχίσουμε να βελτιώνουμε τις επικοινωνιακές μας δεξιότητες, χρειάζεται να αρχίζουμε να εξετάζουμε τα πράγματα που μπορούμε να ελέγξουμε. Δηλαδή, δεν μπορούμε να ελέγξουμε τους άλλους, αλλά μπορούμε να ελέγξουμε τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις μας στα γεγονότα που μας περιγράφουν.

 Είναι βοηθητικό να επαναξιολογούμε μια κατάσταση.

Αυτό μπορεί να γίνει κάνοντας ερωτήσεις όπως:

Πώς νιώθεις;

Ποιο είναι το χειρότερο σε αυτή την περίπτωση;

Τι προσπαθείς να πετύχεις;

Τι θα προτιμούσες να γίνει διαφορετικά;

Αν νιώθουμε μπερδεμένοι, μια καλή ιδέα είναι να επαναλάβουμε την δική μας ερμηνεία όσων ειπώθηκαν και να ζητήσουμε διευκρινήσεις, όπως: αυτό που καταλαβαίνω από τα λεγόμενα σου είναι ότι…

 Μπορούμε να επιλέξουμε να συμφωνήσουμε με τα συναισθήματα των άλλων, αλλά όχι με τα γεγονότα.

Τους διαβεβαιώνουμε πως ακούσαμε όσα είπαν και ότι κατανοούμε το πως νιώθουν. Επομένως μπορούμε να πούμε:

Ακούγεσαι πολύ…

Δεν σε κατηγορώ που αισθάνεσαι…

Θα ήμουν… εάν συνέβαινε αυτό σε μένα.

Λυπάμαι που…

Είναι φοβερό!

Μπορούμε επίσης να επιλέξουμε να μην παίρνουμε τα λόγια των άλλων προσωπικά. Αντ’ αυτού μπορούμε να συμφωνούμε με το πώς νιώθουν: Ακούγεσαι πληγωμένος. Πρέπει να σου είναι οδυνηρό. Μπορούμε να κρατήσουμε τη δική μας ερμηνεία των γεγονότων για τον εαυτό μας. Αυτό ονομάζεται διακριτικότητα, η οποία είναι η δύναμη να επιλέξουμε πόσα θέλουμε να αποκαλύψουμε και πότε. Μερικές φορές αυτό μπορεί και να σημαίνει ότι επιλέγουμε να μην πούμε τίποτα και αφήνουμε τη σιωπή μας να μιλήσει για μας.

Είναι επίσης σημαντικό να διατηρήσουμε τα όρια όταν η επικοινωνία κλιμακώνεται σε μία διαμάχη. Οι διαμάχες τροφοδοτούν την εχθρότητα και δεν μας βοηθούν να ακουστούμε. Δεν χρειάζετε να νιώθετε υποχρεωμένοι να κρίνετε όλα όσα λέγονται. Μπορείτε να διατηρήσετε το αμοιβαίο δικαίωμα σας να διαφωνείτε. Απαντήσεις όπως αυτές που ακολουθούν συμβάλλουν στην τοποθέτηση των ορίων και στην ομαλή έκβαση της επικοινωνίας:

Δεν το είχα σκεφτεί έτσι.

Όντως έχεις ένα σημαντικό πρόβλημα. Δεν ξέρω τι να πω.

Δεν ξέρω κατά πόσο θα ήταν σωστό αυτό.

Μπορεί να έχεις δίκιο.


Πηγή: blogs.psychcentral.com
Απόδοση: Ζωή Παστού, Ψυχολόγος
Επιμέλεια: PsychologyNow.gr

https://www.psychologynow.gr/psychology-in-our-life/relations/4664-i-epikoinonia-apoteleitai-apo-10-plirofories-kai-90-synaisthima.html