Τα ανθρώπινα συναισθήματα σπάνια περιγράφονται. Πολύ συχνότερα εκδηλώνονται μέσα από άλλα σήματα. Το κλειδί για να μαντέψει κανείς τα συναισθήματα του άλλου βρίσκεται στην ικανότητά του να διαβάζει τα μη λεκτικά στοιχεία της επικοινωνίας. Να ερμηνεύει τον τόνο της φωνής, τις χειρονομίες, την έκφραση του προσώπου και άλλα. Ένας γενικός κανόνας που χρησιμοποιείται στην έρευνα της επικοινωνίας είναι ότι το 90% ή και περισσότερο του συναισθηματικού μηνύματος είναι μη λεκτικό. Και τέτοια μηνύματα, άγχος στη φωνή, εκνευρισμός και ταχύτητα μιας κίνησης, μιας χειρονομίας, σχεδόν πάντα γίνονται αντιληπτά με τρόπο ασυνείδητο, χωρίς να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στη φύση του μηνύματος, αλλά απλώς με τη σιωπηλή πρόσληψή του και την αντίδραση σε αυτό.
Πώς εκδηλώνεται η ενσυναίσθηση: Τη στιγμή που η Χόουπ, μόλις εννέα μηνών, είδε ένα άλλο παιδάκι να πέφτει, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και, σα να είχε χτυπήσει η ίδια, μπουσούλησε προς τη μητέρα της ζητώντας παρηγοριά. Η Uta Frith και οι συνεργάτες της στο Medical Research Council’s Cognitive Development Unit στο Λονδίνο, αναφέρθηκαν στην ικανότητα που έχει κανείς να σκέπτεται για τις σκέψεις ή να φαντάζεται την πνευματική κατάσταση κάποιου άλλου.(στη μελέτη τους για τον αυτισμό προτείνουν την καταστροφή αυτής της ικανότητας, αναγνωρίζοντας σε αυτό τη βιολογική προέλευση του αυτισμού). Η δύναμη αυτού του στοιχείου στην κανονική ανάπτυξη φανερώνεται από πολύ νωρίς. Τα παιδιά αρχίζουν να παίρνουν μέρος σ’ αυτό που αποκαλούμε «μοιραζόμενη προσοχή». Για παράδειγμα, ένα κανονικό παιδί θα στγκεντωθεί σε κάτι χωρίς λόγο, περισσότερο για να μοιραστεί το ενδιαφέρον του με κάποιον άλλο. Τα αυτιστικά παιδιά δεν επιδεικνύουν μοιραζόμενη προσοχή. Αντίθετα η απουσία αυτής της συμπεριφοράς θα μπορούσε να είναι μια από τις πρώιμες ενδείξεις αυτισμού.[10]
Βλέποντας τη μητέρα του να κλαίει, ένα παιδάκι σκούπισε τα μάτια του, παρόλο που δεν είχαν δάκρυα. Αυτή η κινητική μ΄μηση, όπως λέγεται, αποτελεί την πρωταρχική τεχνική έννοια της λέξης ενσυναίσθηση (empathy), όπως πρωτοχρησιμοποιήθηκε κατά τη δεκαετία του 1920 από τον Αμερικανό ψυχολόγο Ε.Μπ. Τίτσενερ. Χρησιμοποιήθηκε για να αποδοθεί η έννοια του «αισθάνομαι εντός», όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά από θεωρητικούς της αισθητικής για να περιγράψει την ικανότητα σύλληψης της υποκειμενικής εμπειρίας ενός άλλου ατόμου. Η θεωρία του Τίτσενερ ήταν ότι η εμπάθεια προερχόταν από ένα είδος φυσικής μίμησης της δυστυχίας του άλλου, η οποία στη συνέχεια προκαλεί τα ίδια συναισθήματα στον άνθρωπο.
Ανακάλυψε ότι τα παιδιά ήταν πιο ενσυναισθητικά όταν η διαπαιδαγώγησή τους εφιστούσε την προσοχή στην κακή συμπεριφορά του παιδιού που προκαλούσε δυστυχία στους άλλους: «Κοίταξε τώρα πόσο τη στενοχώρησες» αντί του «Αυτό που έκανες ήταν κακό». Βρήκαν επίσης ότι η ενσυναίσθηση των παιδιών αναπτύσσεται και καθώς τα παιδιά βλέπουν πώς αντιδρούν οι άλλοι στη στενοχώρια τρίτων προσώπων. Μιμούμενα αυτό που βλέπουν, τα παιδιά αναπτύσσουν μια γκάμα ενσυναισθητικής ανταπόκρισης, ιδιαίτερα στο να βοηθούν άλλους ανθρώπους που βρίσκονται σε άσχημη κατάσταση.
Ο Ντάνιελ Στερν, ψυχίατρος στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κορνέλ, πιστεύει ότιτα βασικότερα μαθήματα συναισθηματικής ζωής σ’ αυτές τις προσωπικές στιγμές, κατά τις οποίες, πιο κρίσιμες είναι όσες αφήνουν το παιδί να καταλάβει ότι τα συναισθήματά του αντιμετωπίζονται με ενσυναίσθηση, ότι γίνονατι δεκτά και ανταποδίδονται, σε μια διαδικασία που ο Στερν αποκαλεί εναρμόνιση. [11]
Η πλέον γενική περιγραφή της κοινωνικής μειονεξίας του αυτισμού είναι η απουσία συναισθηματικής συμμετοχής. Οι αυτιστικοί άνθρωποι διακρίνονται για την αδιαφορία τους για τις συμφορές των άλλων, την ανικανότητά τους να προσφέρουν παρηγοριά και ανακούφιση, ακόμη και να αποδεχτούν την προσφορά παρηγοριάς και να ανακούφισης. Αυτό που απιατεί η συναισθηματική συμμετοχή είναι η ικανότητα να γνωρίζει κανείς τι σκέφτεται ή αισθάνεται ο άλλος άνθρωπος, παρά το γεγονός ότι αυτό που σκέφτεται ή αισθάνεται είναι διαφορετικό από τη δική του νοητική κατάσταση και ψυχική διάθεση τη δεδομένη στιγμή. Στη συναισθηματική συμμετοχή συμμερίζεται κανείς τις συναισθηματικές αντιδράσεις παρά τη διαφορετική νοητική κατάσταση του ανθρώπου που τις εκφράζει. Η συναισθηματική συμμετοχή προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση των διαφορετικών νοητικών καταστάσεων και ψυχικών διαθέσεων. Επίσης, προϋποθέτει ότι προχωρεί κανείς, πέρα από αυτή την αναγνώριση, στην υιοθέτηση του νοητικού πλαισίου του άλλου ατόμου με όλες τις παρεπόμενες συναισθηματικές αντιδράσεις.Ακόμα και οι ικανοί αυτιστικοί άνθρωποι δείχνουν να έχουν πολύ μεγάλη δυσκολία στο να επιτύχουν τη συναισθηματική συμμετοχή κατ’ αυτόν τον τρόπο.[12]
Η ικανότητα χειρισμού, δηλαδή της ρύθμισης, των συναισθημάτων κάποιου άλλου ατόμου είναι ο πυρήνας της τέχνης των ανθρώπινων σχέσεων. Η εναρμόνιση προς τους άλλους απαιτεί μια στοιχειώδη ηρεμία από τον άνθρωπο. Άρα πρέπει να κατακτηθεί ένα σημείο αυτοελέγχου, όπως ανακοπής του θυμού και της δυστυχίας, των παρορμήσεων και των εξάψεων. Στη βάση αυτή οι «δεξιλοτητες των ανθρώπων» ωριμάζουν. Αυτές είναι οι κοινωνικές ικανότητες που καθιστούν αποτελεσματικές τις διαπροσωπικές σχέσεις. Γενικά, όταν οι άνθρωποι δουν ένα χαμογελαστό ή θυμωμένο πρόσωπο, δείχνουν και κείνοι ίχνη της ίδιας διάθεσης μέσα από ανεπαίσθητες μεταβολές των μυών του προσώπου τους. Οι μεταβολές είναι σαφείς μέσα από ηλεκτρονικούς αισθητήρες, αλλά κατά κανόνα δεν είναι ορατές στο γυμνό μάτι.
Ο συγχρονισμός δασκάλων και μαθητών δείχνει πόσο αρμονικά νιώθουν μεταξύ τους. Μελέτες σε αίθουσες διδασκαλίας δείχνουν ότι όσο πιο σαφής είναι η εναρμόνιση των κινήσεων δασκάλου και μαθητή, τόσο πιο φιλικά νιώθουν, πιο χαρούμενοι, με περισσότερο ενδιαφέρον και άνεση καθώς αλληλεπιδρούν. Αν ο δεσμός είναι ισχυρός, οι διαθέσεις αρχίζουν να συγχωνεύονται, είτε θετικές είναι είτε αρνητικές. Την ικανότητα ενός παιδιού να αναγνωρίζει τα συναισθήματα των συντρόφων του στο παιχνίδι και να κάνει γρήγορες και ήρεμες επαφές μαζί τους, αποκαλύπτει ένα ταλέντο στην εναρμόνιση, μια συναισθηματική ικανότητα ουσιαστική στη διατήρηση στενών ανθρώπινων σχέσεων (τα αυτιστικά παιδιά δεν αναπτύσσουν στενούς φιλικούς δεσμούς), αναγνωρίζουν οι Χατς και Γκάρντνερ ως συστατικά της διαπροσωπικής νοημοσύνης..
Η δυσσημία (dyssemia) αφορά μια μαθησιακή δυσκολία στη σφαίρα των μη λεκτικών μηνυμάτων. Περίπου ένα στα δέκα παιδιά αντιμετωπίζουν ένα ή περισσότερα προβλήματα σ’ αυτόν τον τομέα. Το πρόβλημα μπορεί να έγκειται στην κακή ερμηνεία ή χρήση της γλώσσας του σώματος, στην παρερμηνεία ή την κακή χρήση των εκφράσεων του προσώπου, λόγω της αδυναμίας του παιδιού να επικοινωνεί με το βλέμμα, ή σε μια ελλιπή αίσθηση προσωδίας, της συναισθηματικής ποιότητας της ομιλίας, με αποτέλεσμα η φωνή του παιδιού να είναι είτε πολύ διαπεραστική είτε πολύ άτονη.
Πολλές έρευνες εστιάστηκαν στον εντοπισμό παιδιών που είχαν σημα΄δια κοινωνικής ανεπάρκειας, παιδιών που η ιδιομορφία τους ήταν η αιτία που οι φίλοι τους τα αγνοούσαν ή τα απέρριπταν. Τέτοια είναι τα παιδιά που δεν ξέρουν πώς να παίξουν με χάρη ένα παιχνίδι, που αγγέζουν τα άλλα παιδιά με τρόπο που περισσότερο προκαλεί δυσφορία παρά δείχνει φιλικές διαθέσεις – με λίγα λόγια τα παιδιά …«ούφο». Είναι αυτά που απέτυχαν να κυριαρχήσουν πάνω στη σιωπηλή γλώσσα των συναισθημάτων και που άθελά τους στέλνουν μηνύματα που προκαλούν αμηχανία.
Η τάξη είναι μια κοινωνική δομή, το ίδιο και το αμφιθέατρο του πανεπιστημίου. Το κοινωνικά αδέξιο παιδί είναι πολύ πιθανό να παρερμηνεύσει και, κατά συνέπεια, να αντιδράσει με λάθος τρόπο τόσο προς το δάσκαλο όσο και προς τα άλλα παιδιά.
Η κοινωνική ανικανότητα είναι ίσως πιο οδυνηρή και πιο ξεκάθαρη όταν επέρχεται σε μια από τις πιο καθοριστικές στιγμές στη ζωή ενός μικρού παιδιού: τη στιγμή που το παιδί βρίσκεται δίπλα σε μια ομάδα παιχνιδιού και θέλει να παίξει κι αυτό. Τα μικρά παιδιά είναι απίστευτα σκληρόκαρδα σε ό,τι αφορά τη συναισθηματική πλευρά μιας απόρριψης σ’ ένα παιχνίδι.
Ας δούμε τι έκανε ο Ρότζερ, ο τετράχρονος που ο Τόμας Χατς χαρακτήρισε προικισμένο με υψηλό ποσοστό διαπροσωπικής νοημμοσύνης. Η τακτική διείσδυσης του Ρότζερ σε μια ομάδα ήταν η ακόλουθη: πρώτα παρατηρούσε, ύστερα έκανε ό,τι έκανε ένα άλλο παιδάκι και εντασσόταν στη δραστηριότητα της ομάδας.
Στο σχολείο, μέσα από το παιχνίδι, το θεατρικό παιχνίδι, τις ομαδικές εργασίες και δραστηριότητες, την ομαδική ζωγραφική, τις συζητήσεις, εκπαιδευόμαστε να λύνουμε τις διαφορές μας και όχι να τις δημιουργούμε.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Δράκος Γεώργιος, Ζητούμενα Ζητήματα, – Πλάτων, Φαίδων, -Τριλιανός Θανάσης, Μεθοδολογία της Διδασκαλίας, – Μαραγκουδάκης Γεώργιος, Αναζητώντας τον Σκεπτόμενο Νου, Πετρουλάκης Νικόλαος, Προγράμματα, Εκπαιδευτικοί Στόχοι, Μεθοδολογία – Goleman Daniel, Συναισθηματική Νοημοσύνη, -Clark Barbara, Growing Up Gifted, – Gardner Howard, Multiple Intelligences in Practice, – Frith Uta, Αυτισμός, – Donna Williams, Κανείς στο πουθενά, – Lewis C. S., The Four Loves. ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ: Experiment, Millennium, New Scientist, Scientific American, Time και το Internet.
Copyright Niki Lampropoulou 1999
Για την ομάδα Θετική Διαπαιδαγώγηση https://www.facebook.com/groups/413…