Ματαίωση και όρια μέσα στην ασφαλή σύνδεση
Συζητώντας για την ενσυναισθητική ανατροφή και την σύνδεση με το παιδί, πολλές φορές δημιουργείται η παρεξήγηση σχετικά με τα όρια (με την έννοια των φυσικών συνεπειών ή και του αναγκαίου γονεϊκού πλαισίου, στα αγγλικά setting limits or boundaries) και με τα “όρια”-κανόνες (που συνδέονται με λογικές συνέπειες που ορίζει ο γονιός και άρα δεν διαφέρουν απο τις τιμωρίες). Η παρεξήγηση συνεχίζεται με το αν “πρέπει” ή χρειάζεται πραγματικά να τεθούν στο παιδί όρια, πότε, με ποιον τρόπο και ποιας φύσης μπορούν να είναι αυτά ή αν είναι αρκετό αντ’ αυτών, να υπάρχει ένα ασφαλές πλαίσιο από τον γονιό, εντός του οποίου το παιδί να μπορεί να εκφραστεί και να λειτουργήσει σύμφωνα με τις αναπτυξιακές ανάγκες του, ελεύθερα, αλλά και να παρατηρήσει τον γονιό να διατηρείται σταθερός στα δικά του όρια, ώστε μέσω μίμησης να φτάσει μεγαλώνοντας το παιδί στην πολυπόθητη αυτο-οριοθέτηση.
Και ταυτόχρονα τα όρια μεταξύ ενσυναίσθησης προς το παιδί και παιδοκεντρικής επιτρεπτικότητας, ενδέχεται να είναι τόσο θαμπά στην κατανόηση μας, που συχνά οι γονείς να τα συγχέουμε και να καταλήγουμε στο αντίθετο άκρο απ αυτό που ξεκινήσαμε αρχικά (βλ. Ενσυναίσθηση vs Παιδοκεντρισμός). “Η κακώς εννοούμενη ενσυναίσθηση μπορεί να είναι καταστροφική για το παιδί. Το παιδί που αφήνεται να πάρει αποφάσεις για όλα νιώθει ένα τεράστιο βάρος και απέραντη μοναξιά. Και έτσι μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά κύριο λόγο από το γονιό που φοβάται το παιδί του, τη ματαίωση του παιδιού του και κατ επέκταση βιώνει τη ματαίωση αυτή ως γονεϊκή αποτυχία δική του” (Filio katsarou )
Οι απαντήσεις βρίσκονται στην “μαγική” για την γονεϊκότητα έννοια της (ασφαλούς) σύνδεσης* και της εμπιστοσύνης.
“ Εμπιστοσυνη λοιπον. Συμφωνα με τον Erikson τον πρωτο χρονο του βρεφους, 0-1¨:”Το πρώτο στάδιο της θεωρίας του Εrikson λαμβάνει χώρα από τη στιγμή της γέννησης μέχρι το πρώτο έτος της ηλικίας του ατόμου. Η ψυχοκοινωνική κρίση που καλείται να ξεπεράσει έχει να κάνει με την ανάπτυξη της θεμελιώδους εμπιστοσύνης κατά της δυσπιστίας. Σε αυτή την ηλικία το βρέφος μαθαίνει ότι εξαρτάται από τους άλλους. Εάν οι φροντιστές του το παραμελούν, τότε θα βιώσει τον κόσμο ως ένα επικίνδυνο και κακόβολο μέρος. Σε αυτό το στάδιο η μητέρα είναι ο βασικότερος κοινωνικός παράγοντας, αφού όταν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού της, τότε αυτό μαθαίνει να εμπιστεύεται τους άλλους και τον εαυτό του.” Απο εκει αρχιζει η βασικη εμπιστοσυνη” (Christina Gika)
Με απλά λογια:
-‘Οχι, δεν φοβόμαστε τα παιδια μας, δεν φοβόμαστε τα ξεσπάσματα τους σε πιθανή αναγκαία άρνηση μας. Δεν εξαγοράζουμε την συναίνεση τους στις αρνήσεις μας, ή την ησυχία μας με επιτρεπτικότητα (ουσιαστικά αυτό ειναι ο παιδοκεντρισμός: η μετάθεση της γονικής μας ευθύνης στις δύσκολες αποφάσεις, στο παιδί, απο δική μας αδυναμία συναισθηματικής διαχείρισης). – Όχι, δεν κανουμε “ό,τι θέλουν τα παιδιά” όταν αυτό δεν ειναι εφικτό ή ενέχει κίνδυνο. Είμαστε όμως δίπλα τους, τα ακούμε προσεχτικά, έτοιμοι να απορροφήσουμε τον αρνητισμό που γεννά η απογοήτευση τους και να τους δώσουμε διέξοδο.
-Ναι, προσπαθούμε να είμαστε διαρκώς ΣΕ ΣΥΝΔΕΣΗ με τα παιδιά, καλλιεργώντας κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αλληλοσεβασμού. Φροντίζουμε αυτή τη σύνδεση καθημερινά και αν χρειαστεί την ανανεώνουμε ή “επιδιορθώνουμε” (επανασύνδεση) όταν αρχίζει να χάνεται ή φθείρεται. Αυτή η σύνδεση είναι η απάντηση μας στις εντάσεις ή στις ματαιώσεις του παιδιού και αυτή ειναι “το εργαλείο” που θα βοηθήσει το παιδί να διαχειριστεί το όποιο δύσκολο συναίσθημα ή παρόρμηση του
Παρακάτω ένα μικρό, εξαιρετικό και αποκαλυπτικό βιντεάκι περί ορίων, ελευθερίας συναισθηματικής έκφρασης και σύνδεσης. Μην μπερδευτείτε με τον τίτλο, δεν εννοεί τα όρια ως αγώνα εξουσίας του γονιού και υποταγής του παιδιού (όπως τα αντιλαμβάνεται συνηθως το mainstream parenting), αλλά ως σταθερό πλαίσιο αναφοράς, που προϋποθέτει πως το παιδί έχει ΗΔΗ την ελευθερία να εκφράσει τα αρνητικά του συναισθήματα για την όποια ματαίωση, αλλά ταυτόχρονα έχει και την ασφαλή σύνδεση με τον γονιό ώστε να καθοδηγηθεί ήπια, τρυφερά και σταθερά στο ποιος τρόπος δεν μπορεί να είναι αποδεκτός. Δηλαδή είναι εξαιρετικά αναγκαίο να αφήσουμε το παιδί εκφράσει τον πόνο, τον θυμό, τον φόβο, το όποιο ζόρι του λεκτικά (πχ να κλάψει, να φωνάξει, κλπ) και πρέπει να είμαστε εκεί δίπλα του και το αποδεχτούμε. Ταυτόχρονα όμως οφείλουμε να μην το αφήσουμε ανεξέλεγκτο (πχ να χτυπά τον εαυτό του ή άλλους) και αβοήθητο στη δύνη αυτών των δύσκολων συναισθημάτων του (που προκαλούν οι διάφορες ματαιώσεις), αλλά να το καθοδηγήσουμε/του δείξουμε /του προτείνουμε τρόπους διαχείρισης της ματαίωσης και υγιούς/ ασφαλούς /δημιουργικής εκτόνωσης της.
(Ευχαριστούμε την Eleni Papaioannou που εντόπισε το παραπάνω βίντεο και το μοιράστηκε μαζί μας _ Επίσης όλα τα μέλη που συμμετείχαν στην σχετική συζήτηση στο παρακάτω παλιότερο ποστ ) https://www.facebook.com/groups/227…
* “ Τα ξεσπάσματα, τα κλάματα, η ανυπακοή, οι καυγάδες την ώρα του ύπνου, οι αγώνες ισχύος, είναι αρκετά για να φέρουν τους γονείς σε απόγνωση. Για να καταλάβουμε γιατί τα παιδιά συμπεριφέρονται άσχημα, χρειάζεται πρώτα να καταλάβουμε την πρωταρχική αιτία αυτών των ενοχλητικών συμπεριφορών. Τα παιδιά (αλλά και οι ενήλικες) έχουν την ανάγκη να «ανήκουν» και να είναι σημαντικά. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι. Το «να ανήκεις» αναφέρεται στη συναισθηματική σύνδεση και τη θετική προσοχή που χρειαζόμαστε μεταξύ μας. Το να είσαι σημαντικός, αναφέρεται στην αίσθηση της αυτονομίας, της ικανότητας και της ανάγκης να συνεισφέρεις με έναν τρόπο που είναι σημαντικός, που έχει νόημα. Μπορούμε να σκεφτούμε την σημαντικότητα σαν μια μορφή αίσθησης προσωπικής ισχύος. Αν αυτές οι δύο ανάγκες δεν καλύπτονται, τα παιδιά συμπεριφέρονται άσχημα. Μέσα από την άσχημη συμπεριφορά το παιδί στέλνει κάποια μηνύματα στους γονείς:1. «Θέλω περισσότερο χρόνο και προσοχή»Όταν ένα παιδί δεν έχει μια ισχυρή αίσθηση «ότι ανήκει», θα συμπεριφερθεί με τρόπους που, -λανθασμένα– πιστεύει ότι θα του εξασφαλίσουν τη συναισθηματική σύνδεση και τη θετική προσοχή που λαχταράει. Για παράδειγμα, ένα νήπιο που δεν παίρνει αρκετή θετική προσοχή από το μπαμπά και τη μαμά, θα προσπαθήσει να τραβήξει την προσοχή τους με κλάματα, με προσκόλληση, μπορεί να τους ενοχλεί, ακόμη και να τους χτυπήσει. Αυτό που θέλει πραγματικά το παιδί είναι η θετική προσοχή αλλά, προκειμένου να πετύχει το σκοπό του, θα χρησιμοποιήσει αρνητικούς τρόπους.2. «Θέλω να έχω τον έλεγχο σε κάποια πράγματα»Ένα μικρό παιδί μπορεί να νιώθει αποδυναμωμένο επειδή οι γονείς του κάνουν πράγματα γι’ αυτό, τα οποία θα μπορούσε να κάνει και μόνο του. Πως θα νιώσει ένα παιδί ότι είναι ικανό αν οι γονείς κάνουν τα πάντα γι’ αυτό; Ή, ίσως οι γονείς κάνουν όλα τα σχέδια και παίρνουν όλες τις αποφάσεις εκείνοι, στερώντας του τη δυνατότητα να έχει κάποιο έλεγχο στη ζωή του. Αυτές οι συμπεριφορές των γονιών, στερούν από το παιδί την αίσθηση ότι είναι σημαντικό και ότι έχει προσωπική ισχύ. Αν δεν καλύπτεται η ανάγκη του παιδιού να νιώθει ικανό, σημαντικό και να έχει κάποιο λόγο για τη δική του ζωή, θα αντεπιτεθεί με συμπεριφορές που επιδιώκουν ισχύ, όπως τα ξεσπάσματα, το να αντιμιλάει, να μην ακούει και άλλοι αγώνες ισχύος. Αν και το παιδί στην πραγματικότητα επιθυμεί θετική ισχύ, χρησιμοποιεί τις αρνητικές συμπεριφορές για να στείλει το μήνυμα «Δεν είσαι εσύ το αφεντικό μου. Θέλω κι εγώ να έχω κάποια ισχύ!»Η κακή συμπεριφορά του παιδιού, μας υποδεικνύει ότι χρειάζεται να νιώσει μεγαλύτερη αίσθηση ότι ανήκει και ότι είναι σημαντικό.” (Παναγιώτα Κυπραίου- Ψυχοθεραπεύτρια, http://www.psychotherapeia.net.gr/articles-psyxologoi-marousi-psyxotherapeftes-marousi/paidia-goneis/60-syberifores/194-to-atakto-paidi )
Από την ομάδα ενσυναίσθηση
Advertisements