(Της Παπαδόπουλου Ελένης, Ψυχολόγου, papadopsixologos.blogspot.gr)
Στο τέλος περίπου του 2ου έτους το βρέφος αρχίζει να δείχνει συναισθήματα συμπαράστασης ή ανησυχίας σε άλλα άτομα. Για να μπορέσει το βρέφος να φτάσει στην ικανότητα ανάπτυξης της ενσυναίσθησης θα πρέπει να αποκτήσει πρώτα επίγνωση της συναισθηματικής κατάστασης των άλλων.
Κατά το δεύτερο έτος της ηλικίας τα παιδιά αρχίζουν να χρησιμοποιούν την παραπλάνηση, που εμφανίζεται ως συμπεριφορά τόσο σε παιχνίδια προσποίησης όσο και σε γεγονότα και συμβάντα της καθημερινότητας.
Το παιδί μέσα από τα συμβολικά παιχνίδια μπορεί να αναπτύξει την έννοια της ενσυναίσθησης, ενώ όταν υποδύεται κάποιον άλλο θα πρέπει να υιοθετήσει τα συναισθήματα και τις πεποιθήσεις του άλλου.
Μέσα από τέτοιου είδους παιχνίδια το παιδί κατανοεί και συνειδητοποιεί ότι οι άλλοι γύρω του μπορεί να έχουν συναισθήματα και πεποιθήσεις που διαφοροποιούνται από τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματα του ίδιου του παιδιού (Feldman, 2009).
Σύμφωνα με τον Hoffman η ενσυναίσθηση εμφανίζεται νωρίς στη ζωή του παιδιού και βελτιώνεται κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν τα συναισθήματά τους από τα συναισθήματα των άλλων, ενώ περιστασιακά μόνο λαμβάνουν υπόψη τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων.
Επίσης, κάποιες φορές απαντούν στα συναισθήματα των άλλων εκδηλώνοντας και αυτά το ίδιο συναίσθημα. Ένα μικρό παιδί μπορεί δηλαδή να κλάψει όταν ακούσει κάποιο άλλο παιδί να κλαίει. Κατά τη διάρκεια της πρώιμης παιδικής ηλικίας τα παιδιά έχουν την τάση να δρουν και να συμπεριφέρονται με τρόπους που δείχνουν την επικέντρωσή τους στις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες.
Συνήθως, απαντούν στις συναισθηματικές εκδηλώσεις των άλλων με τρόπους που τα ίδια βρίσκουν επιθυμητούς ή ανακουφιστικούς (Πουρκός, 2003).
Όταν πλέον τα παιδιά αναπτύσσουν την ικανότητα να μπουν στην οπτική θέση των άλλων, μπορούν πλέον σταδιακά να αρχίσουν να αναγνωρίζουν και να αποκτούν επίγνωση των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων.
Μέχρι το τέλος της παιδικής ηλικίας, οι απαντήσεις των παιδιών που στηρίζονται στην ενσυναίσθηση περιορίζονται στα συναισθήματα οικείων προσώπων μέσα σε οικογενειακές καταστάσεις. Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι πιθανό να απαντήσουν λαμβάνοντας υπόψη τα συναισθήματα των άλλων σε καθημερινά συμβάντα που προκαλούνται σε οικεία άτομα ή αντικείμενα του οικογενειακού περιβάλλοντος.
Η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης, με βάση τον Hoffman, περνάει μέσα από τουλάχιστον τέσσερα στάδια, εκ των οποίων το πρώτο στάδιο είναι η συναισθηματική μετάδοση, ενώ δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο μπορεί να διακρίνει ότι τα συναισθήματα ανήκουν σε άλλο άτομο (ένα παιδί θα κλάψει όταν ακούσει κάποιο άλλο παιδί να κλαίει).
Το δεύτερο στάδιο ξεκινά κατά το δεύτερο έτος της ηλικίας του παιδιού και το παιδί μπορεί να διαφοροποιήσει τον εαυτό του από τους άλλους, ενώ εκφράζει ακόμη μια εγωκεντρική ενσυναίσθηση.
Κατά το τρίτο έτος της ηλικίας το παιδί διανύει το τρίτο στάδιο όπου μπορεί πλέον να πάρει την οπτική γωνία του άλλου και να προσφέρει κάτι σε άλλο άτομο κρίνοντας ότι το χρειάζεται.
Κατά την μέση παιδική ηλικία το παιδί βρίσκεται στο τέταρτο στάδιο ανάπτυξης της ενσυναίσθησης. Στο στάδιο αυτό το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι το ίδιο και οι άλλοι είναι ανεξάρτητα πρόσωπα, όπου τα συναισθήματα είναι μοναδικά για το κάθε άτομο.
Η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης επηρεάζεται από τη γνωστική ανάπτυξη, την αύξηση της ικανότητας διαφοροποίησης του ατόμου από τα άλλα άτομα και την δυνατότητα του ατόμου να μπορεί να πάρει την οπτική γωνία ενός άλλου ατόμου.
Τα παιδιά που λαμβάνουν την κατάλληλη ανατροφή από τους γονείς τους μπορούν να αναπτύξουν την ενσυναίσθηση, ενώ οι γονείς είναι αυτοί που ερμηνεύουν τους λόγους που βρίσκονται πίσω από την ηθική συμπεριφορά και συμβάλλουν στην πιθανότητα εκδήλωσης ενσυναίσθησης.
Επιπλέον, η ενσυναίσθηση των νηπίων εξαρτάται από τους ασφαλείς δεσμούς που έχουν αναπτύξει και στον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το παιδί αντιμετωπίζεται από τους άλλους όταν βιώνει καταστάσεις πόνου ή όταν χρειάζεται βοήθεια (Craig & Baucum, 2007).

Advertisements