Μέθοδοι εκπαίδευσης στον ύπνο και οι επιπτώσεις τους

Η φυσιολογία του βρεφικού ύπνου διαφέρει αρκετά από αυτήν των ενηλίκων, κυρίως ως προς τη χρονική διάρκεια και τη συχνότητα των κύκλων REM – non-REM. Ο ύπνος των βρεφών χαρακτηρίζεται από συχνά ξυπνήματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την επιβίωση του βρέφους, το οποίο, ως ατελής οργανισμός, έχει ανάγκη από συχνή σίτιση, επαφή δέρμα με δέρμα (για λόγους συναισθηματικής, ψυχολογικής αλλά και οργανικής ανάπτυξης), συναισθηματική επανασύνδεση με γονέα (ιδίως στο σύγχρονο τρόπο ζωής), βέλτιστη ανάπτυξη εγκεφάλου, αποφυγή μεγάλων περιόδων σε non REM, με στόχο τη βέλτιστη ανάπτυξη του εγκεφάλου, αλλά και προστασία από ΣΑΒΘ, που έχει συσχετιστεί με μακρές περιόδους ύπνου στα βρέφη.

Αυτή είναι η φυσιολογική κατάσταση στα μωρά μας, όμως πολλές οικογένειες δεν το γνωρίζουν και θεωρούν τα ξυπνήματα των βρεφών ως «πρόβλημα» – παρανόηση που, δυστυχώς, μεγεθύνουν οι διαφημίσεις, οι παροτρύνσεις από διάφορους «ειδικούς» και μη, κτλ. Αντιθέτως, περιμένουν ότι τα βρέφη και τα μωρά κοιμούνται πολλές συνεχόμενες ώρες τη νύχτα, όπως και οι ενήλικες, και μάλιστα τις ώρες που βολεύει τους εργαζόμενους γονείς τους. Ένα βασικό ερώτημα για πάρα πολλές Ελληνικές οικογένειες είναι ποιος είναι ο φυσιολογικός ύπνος, «πόσο» πρέπει να κοιμάται ένα μωρό και πώς λύνουμε το «πρόβλημα» του μη συνεχόμενου ύπνου.

Αναζητώντας με αγωνία και αρκετό άγχος οι νέοι γονείς μια απάντηση στη «πόσο» ΠΡΕΠΕΙ να κοιμάται το μωρό τους, καταφεύγουν σε τυποποιημένες απαντήσεις, όπως αυτές που δίνονται από τους γνωστούς πίνακες της χρονικής διάρκειας του ύπνου.
Αυτό που δεν γνωρίζουν είναι ότι οι πίνακες αυτοί ΔΕΝ δείχνουν πόσο πρέπει να κοιμούνται τα μωρά, ούτε ότι τα στοιχεία βασίζονται σε συγκεκριμένα δείγματα βρεφών και όχι σε ιατρικά ευρήματα ή μελέτες για το τι είναι «φυσιολογικό», αλλά πόσο έχουν κοιμηθεί κάποια μωρά σε συγκεκριμένα δείγματα σε συγκεκριμένες συνθήκες. Επίσης, ξεχνούν ότι δεν είναι όλα τα μωρά ίδια, ούτε και οι συμπεριφορές και ανάγκες τους στον ύπνο είναι ίδιες – ο χρονότυπος, δηλαδή το μοτίβο της εναλλαγής των κιρκάδιων ρυθμών του οργανισμού μπορεί να διαφέρει σημαντικά από βρέφος σε βρέφος, όπως άλλωστε και η οικογενειακή συνθήκη, αλλά και η ιδιοσυγκρασία κάθε μωρού.

Ας δούμε ένα παράδειγμα από το περιοδικό Pediatrics όπου δημοσιεύτηκε το 2008 μια τέτοια εμπεριστατωμένη μελέτη του μέσου όρου ύπνου σε ένα μεγάλο δείγμα 493 παιδιών από την Ελβετία, τα οποία έχουν παρατηρηθεί από τη γέννηση τους, με 24ωρη παρακολούθηση, και δίνει τον εξής πίνακα:

Αυτοί οι μέσοι όροι δεν δείχνουν αν και πόσο φυσιολογικό είναι κάθε παιδί ή ποιος είναι ο βέλτιστος χρόνος ύπνου για καθένα, αλλά απλώς καταγράφουν τους στατιστικούς μέσους όρους του τι συνέβη κατά τη διάρκεια της εκπόνησης της μελέτης. Δεδομένου ότι το δείγμα ήταν τυχαίο, υποτίθεται ότι θα έχουν παρόμοια συμπεριφορά στον ύπνο όλοι οι παρόμοιοι πληθυσμοί παιδιών.

Για να βγει ο μέσος όρος, πχ. οι 14-15 ώρες για τα βρέφη 1 μηνός έως 2 μηνών,
πολλά παιδάκια κοιμόντουσαν 19 ώρες ενώ άλλα μόλις 9 ή 10. Ένα παιδί που συμμετείχε στην έρευνα, θα ήταν εξίσου φυσιολογικό με όλα τα άλλα είτε κοιμόταν 19 είτε 9 ώρες!

Τα βρέφη χαρακτηρίζονται από αδυναμία αυτορρύθμισης συναισθηματικών ή φυσιολογικών καταστάσεων. Μεγάλες συναισθηματικές εντάσεις κατακλύζουν τον οργανισμό τους [έκπληξη, φόβος, θυμός, κτλ] και έχουν ανάγκη βοήθειας για να χειριστούν τα συναισθήματα τους. Η συναισθηματική τους ανάπτυξη είναι σε εξέλιξη – και η ψυχολογία μας λέει ότι η συναισθηματική ωριμότητα κατακτάται σταδιακά, ενώ περνά από διάφορα κρίσιμα κατώφλια, μετά τα οποία οι μαθημένες συναισθηματικές καταστάσεις δύσκολα (αν καθόλου) αλλάζουν. Έτσι λοιπόν χρειάζονται αγκαλιά για να ησυχάσουν και αυτό είναι μια εγγενής ανθρώπινη ανάγκη.

Στις αρχές του 20 αιώνα παρουσιάστηκε η ψυχολογική σχολή του συμπεριφορισμού, η οποία όμως είχε και μια «παρενέργεια»: αντί να χρησιμοποιείται για να αποτυπώσει τυπικές ανθρώπινες συμπεριφορές, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των επιστημόνων, κάποιες καταγεγραμμένες συμπεριφορές χρησιμοποιήθηκαν ως κανόνες για να «κανόνι κόποι ήσουν» όλες τις υπόλοιπες! Έτσι, γύρω στα 1920 οι JB Watson και F Truby King καθιερώνουν την «επιστημονική» φροντίδα βρεφών που βασίζεται στις «ύψιστες» αρχές της μετα-βιομηχανικής ατομιστικής «δυτικού τύπου» κοινωνίας:

– Ανεξαρτησία
– Αυτοέλεγχο
– Αυτοπεποίθηση
– Απομόνωση
Ήδη το 1950 θεωρείται φυσιολογικό το μωρό να κοιμάται μόνο του στην κούνια, ενώ το 1960 εντείνονται οι εκστρατείες προώθησης υποκατάστατων μητρικού γάλακτος, ενώ παράλληλα όλο και περισσότερες γυναίκες «βγαίνουν» από το σπίτι για να εργαστούν, και γρήγορα σχηματίζεται η έννοια του «καλού μωρού», που πίνει το γάλα του με το μπιμπερό και κοιμάται ήσυχο όλη τη νύχτα μόνο του στο κρεβατάκι του, στο δικό του δωμάτιο.

Φτάνουμε σιγά σιγά στη δεκαετία του 1980 όπου το 1985 ο παιδίατρος Ferber, εκδίδει το βιβλίο του Solve your child’s sleep problems το οποίο προτείνει στους
γονείς τεχνικές «εκπαίδευσης στον ύπνο», γνωστές και ως «μέθοδοι ελεγχόμενου
κλάματος». Με δυο λόγια, η γενική μέθοδος συνιστάται σε μωρά από 6 μηνών και
πάνω και αποτελείται από διακριτά βήματα. Η μέθοδος δεν απαιτεί από το μωρό να παραμείνει μόνο του και να κλαίει μέχρις ότου εξαντληθεί και το πάρει ο ύπνος (ή λιποθυμήσει) αλλά το αφήνει να κλαίει για ορισμένη χρονική περίοδο, την οποία ορίζει ο ειδικός και όχι η μητέρα ή το μωρό, μέχρις ότου ο γονιός να πάει κοντά στο παιδί του για να το ηρεμήσει. Δηλαδή,

• Προετοιμάζουμε το μωρό για ύπνο με συγκεκριμένη ρουτίνα
• Την ώρα του ύπνου βάζουμε το παιδί στο κρεβάτι και βγαίνουμε από δωμάτιο
• Επιστρέφουμε κάθε ορισμένα, σταδιακά αυξανόμενα, χρονικά διαστήματα (3- 5-10 μέχρι το παιδί να κοιμηθεί) για να παρηγορήσουμε» το μωρό που κλαίει,
μόνο μιλώντας του, όμως, από την πόρτα, χωρίς άγγιγμα ή αγκαλιά
• Κάθε επόμενη νύχτα αυξάνουμε το χρονικό διάστημα της απουσίας μας
Η γενική προσέγγιση «άστο να κλαίει» (CIO) βασίζεται στην υπόθεση ότι το να
αποκοιμιέται ένας άνθρωπος μόνος του είναι μια δεξιότητα όπως οποιαδήποτε άλλη που αναπτύσσει στη ζωή του και ότι το μωρό σας μπορεί να κατακτήσει αυτή τη δεξιότητα, εφόσον του δώσετε την ευκαιρία να το κάνει. Η κεντρική ιδέα είναι ότι αν το παιδί σας συνηθίσει να αποκοιμιέται ενώ εσείς το λικνίζετε στην αγκαλιά σας ή στην κούνια του ή θηλάζοντας το, τότε, δεν θα μάθει ποτέ να κοιμάται μόνο του. Και όταν θα ξυπνά μέσα στη νύχτα, τότε δεν θα μπορεί να ξανακοιμηθεί μόνο του. Αν το μωρό μάθει να «παρηγορείται» μόνο του τότε δεν θα σας χρειάζεται όταν ξυπνήσει.

Το ίδιο το κλάμα δεν αποτελεί στόχο της μεθόδου αλλά αναπόφευκτη «παρενέργεια» της προσπάθειας ενός μωρού να μάθει να κοιμάται μόνο του. Οι υπέρμαχοι της πρακτικής αυτής θεωρούν ότι λίγα δάκρυα και λίγος (ελεγχόμενος) «πόνος» για μικρό χρονικό διάστημα (κατά την «εκπαίδευση») εξισορροπείται και με το παραπάνω από τα μακροπρόθεσμα οφέλη που απολαμβάνει ένα παιδί που έχει μάθει να πέφτει με ευκολία χαρούμενο για ύπνο και αφήνει και τους γονείς του να ξεκουραστούν.

Φαίνεται πως σκοπός της μεθόδου είναι να διαμορφώσει παιδιά που δεν είναι
ενοχλητικά για τους γονείς τους, δηλαδή δεν ζητούν βοήθεια όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες στον ύπνο αλλά αναλαμβάνουν μόνα τους την ευθύνη του εαυτού τους. Η μέθοδος δεν διδάσκει στα παιδιά ΠΩΣ ΝΑ αποκοιμιούνται μόνα τους αλλά απλώς τους αποστερεί την πρόσβαση στους γονείς τους ώστε να λύσουν μόνα τους το πρόβλημα τους όπως μπορούν καλύτερα. Έτσι οι γονείς δεν ασχολούνται με το πώς κοιμάται το παιδί τους – ούτε και με το πώς αισθάνεται…

Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, οι γονείς που «υποκύπτουν» στα αιτήματα των
παιδιών τους για φροντίδα ενισχύουν την προβληματική συμπεριφορά, άρα η λύση είναι να τα βάζουν ξύπνια στο κρεβάτι τους και να τα αφήνουν μόνα τους. Το σημαντικό, είναι οι γονείς να επιμείνουν και να μην ενδώσουν στα κλάματα των παιδιών τους πριν δουν βελτίωση στη συμπεριφορά τους διότι, ιδίως τις πρώτες νύχτες, η συμπεριφορά θα χειροτερέψει, δηλαδή με πιο έντονες αντιδράσεις, ουρλιαχτά ή οργή. Δεν επιτρέπεται παρέκβαση από το πλάνο. Σε περίπτωση εμετού οι γονείς πρέπει να μαζέψουν τις ακαθαρσίες γρήγορα και μετά να ξαναφύγουν από το δωμάτιο και να συνεχίσουν την εκπαίδευση.

Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αυτό δεν είναι εκπαίδευση αλλά κακοποίηση. Είναι βίαιη πράξη κατά του βρέφους το να το αφήνεις να κλαίει αβοήθητο. Διαβάζοντας και σε ελληνικές μεταφράσεις αρκετά τέτοια βιβλία, και μην εντοπίζοντας κανένα τίτλο στην ελληνική βιβλιογραφία που να καταδεικνύει την βιαιότητα αυτής της μεθόδου, αποφάσισα, βασιζόμενη σε ξένη βιβλιογραφία, να γράψω ένα τέτοιο βιβλίο εγώ.
Κατ’ αρχάς, ας δούμε τι είναι το κλάμα. Το κλάμα είναι μια εξωτερική έκφραση μιας κατάστασης στρες. Παρατεταμένο κλάμα = παρατεταμένο στρες. Τα μωρά που αφήνονται να κλαίνε με αυτόν τον τρόπο έχουν παρατηρηθεί τρεις τυπικές φάσεις:

• Πρώτη φάση [protest]: το μωρό διαμαρτύρεται και ζητά βοήθεια. Στη φάση αυτή παρατηρείται αύξηση κορτιζόλης στο αίμα και συνεχής διέγερση της εγκεφαλικής περιοχής που χειρίζεται και τον φυσικό πόνο. Φαίνεται λοιπόν σαν το βρέφος, με το συναισθηματικό χωρισμό, να βιώνει συνεχή κατάσταση οδύνης. Επαναλαμβανόμενες αντιδράσεις στρες είναι πιθανόν να έχουν αρνητικές συνέπειες στον εγκέφαλο

• Δεύτερη φάση: Το μωρό είτε κλαίει μονότονα είτε είναι σε ηρεμία [defeat response]. Σταδιακά παρατηρείται παύση διεκδίκησης, παύση ενδιαφέροντος.

• Τρίτη φάση: το μωρό αποσυνδέεται από το περιβάλλον [Detachment]. Πολλές μελέτες υποστηρίζουν ότι σε αυτή τη φάση έχουμε
– Συνέπειες στα νευρικά εγκεφαλικά κύτταρα
– Αποδυνάμωση συστήματος δεσμού
– Αποδυνάμωση μηχανισμού προσέγγισης
– Αποδυνάμωση μηχανισμού αντίληψης
– Αποδυνάμωση μηχανισμού αυτό-επίγνωσης

Ποιες είναι οι επιπτώσεις της μεθόδου ελεγχόμενου κλάματος?

• Άγχος αποχωρισμού
• Απόκριση πανικού
• Επιπτώσεις σε
• Φυσιολογική ανάπτυξη
• Μηχανισμό απόκρισης του οργανισμού του παιδιού στο ΣΤΡΕΣ
• Σχέση εμπιστοσύνης με γονείς / ενήλικες
• Συναισθήματα / ικανότητα διαχείρισης τους
• Προσωπικότητα
• Διανοητική και κοινωνική ανάπτυξη
• Αντίληψη εαυτού και πραγματικότητας

Το συνεχές ΣΤΡΕΣ το οποίο βιώνει το βρέφος, που ΔΕΝ μπορεί να επιδείξει μια
συμπεριφορά «Fight or flight», μια που αισθητηριο-κινητικά ακόμα είναι ατελές, έχει μεταξύ άλλων τις εξής επιπτώσεις

• Αυξημένος καρδιακός ρυθμός
• Αυξημένη αρτηριακή πίεση
• Μειωμένο επίπεδο πρόσληψης οξυγόνου
• Αυξημένη εγκεφαλική αρτηριακή πίεση
• Έλλειψη ενεργειακών αποθεμάτων / οξυγόνου στον εγκέφαλο / οργανισμό
• Σταθερά υψηλά επίπεδα κορτιζόλης
• Αλλά και συνθήκες στέρησης βοήθειας, αγγίγματος και φαγητού [συχνά οι
υποστηρικτές της μεθόδου προβάλουν το επιχείρημα ότι το μωρό ήδη έχει
πάρει την ημερήσια ποσότητα του γάλακτος που χρειάζεται, άρα δεν πεινά – μα, η κοινή λογική λέει ότι ένα τόσο μικρό βρέφος, σε τέτοια κατάσταση
οδύνης, καίει τόσες θερμίδες που σίγουρα μετά από λίγα λεπτά κλάματος θα χρειάζεται περισσότερη τροφή!]

Μπορεί το κλάμα να βλάψει;

Αν το παιδί χωρίζεται από τη μητέρα του, αφήνεται να κλαίει μόνο του, συστηματικά και χωρίς φροντίδα (σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες, όχι σύμφωνα με στατιστικές ή μελέτες…) ίσως υπονομεύεται σοβαρά η διανοητική, συναισθηματική, κοινωνική αλλά και φυσιολογική του ανάπτυξη. Η επιστήμη πλέον μπορεί να μετρήσει, να υπολογίσει και να ποσοτικoποιήσει πόσο πανικό και πόση αγωνία βιώνουν τα μωρά όταν κλαίνε. Οι ορμόνες του στρες, η αδρεναλίνη και η κορτιζόλη, «χτυπάνε κόκκινο» στα μωρά που κλαίνε για πολύ, ιδίως αν είναι μόνα τους. Το «πολύ» είναι σχετικό και εξαρτάται από το ίδιο το παιδί και όχι από τα λεπτά του ρολογιού ή τις στατιστικές.
Αυτό είναι ένα βασικό σημείο διαφωνίας: ποιος αποφασίζει και με ποιον τρόπο τι είναι πολύ και τι είναι λίγο για κάθε μωρό? Στο βιβλίο αναφέρω αρκετές τεκμηριωμένες μελέτες που δείχνουν ποιες πιθανές βλάβες μπορεί να υποστεί ένα βρέφος που αποχωρίζεται συστηματικά από τους γονείς τους με τέτοιο τρόπο.

Με δυο λόγια, σύγχρονες μελέτες λένε ότι όταν ο αναπτυσσόμενος εγκεφαλικός ιστός εκτίθεται σε υψηλά επίπεδα των ορμονών αυτών (αδρεναλίνη και κορτιζόλη) για παρατεταμένο χρονικό διάστημα ορισμένα νεύρα δεν σχηματίζουν συνδέσεις προς άλλα νεύρα και τελικώς τείνουν να εκφυλιστούν. Δεν είναι προβλέψιμο πού θα παρουσιαστούν αυτά τα ελλείμματα, ωστόσο οι επιστήμες του ανθρώπου μπορούν αναδρομικά να εκτιμήσουν τις «βλάβες» εκ του αποτελέσματος, δηλαδή, από μεταδεδομένα και από τις «προβληματικές» συμπεριφορές που τείνουν να παρουσιάζουν τα παιδιά που μεγαλώνουν σε τέτοιο περιβάλλον έντονου στρες.

Τα μωρά που αφήνονται να κλαίνε για να κοιμηθούν (ή απλώς να συνεχίσουν να
κλαίνε) ζουν σε συνθήκες στέρησης βοήθειας, φαγητού, αγγίγματος και άλλων
ερεθισμάτων. Όλα αυτά συνιστούν παραβιάσεις των στοιχειωδών ανθρωπίνων
δικαιωμάτων – να υπενθυμίσω ότι η στέρηση τροφής από φυλακισμένους στην απομόνωση ανθρώπους καταγγέλλεται ως βασανιστήριο! Το να μάθει ένα μωρό να μην εκφράζει τις ανάγκες του, δεν «παράγει» υπάκουα, πειθαρχημένα και «καλά» παιδιά, αλλά απλώς παιδιά θλιμμένα που ίσως σταματούν δια παντός να έχουν την οργανική ικανότητα να εκφράζουν τις οποιεσδήποτε ανάγκες τους.

Το «αντίπαλο δέος» σε αυτές τις μεθόδους είναι η θεωρία της προσκόλλησης
(attachment) που θέλει τη μητέρα και το βρέφος μαζί και αγκαλιά για τους πρώτους μήνες της ζωής του. Μητέρα και βρέφος είναι ψυχικά και σωματικά «συγκύτιοι» οργανισμοί που συμβιώνουν. Η σχέση αυτή για τη μητέρα είναι δεσμός, αλλά για το βρέφος είναι προσκόλληση.

Πρώτες εμπεριστατωμένες έρευνες για τα αρνητικά αποτελέσματα του χωρισμού της μητέρας από το παιδί της στο κλασσικό βιβλίο του Bowlby (εισηγητή της «γονικής προσήλωσης» ή “attachment parenting”) με τίτλο Separation: Anxiety and Anger, από το δίτομο έργο του Attachment and Loss [1973]. Ο συγγραφέας συζητά εκεί τις πιθανότητες ψυχοπαθητικών συνεπειών αυτού του αποχωρισμού και καταλήγει ότι ο χωρισμός που επιβάλλεται αναίτια και πρώιμα δεν «παράγει» ένα ευτυχισμένο παιδί, δηλαδή ένα παιδί που γνωρίζει τι σημαίνει ασφάλεια.

Σύμφωνα με τη θεωρία της προσκόλλησης (ή γονικής προσήλωσης) τα μωρά
γεννιούνται χωρίς ικανότητα να ρυθμίζουν συναισθήματα και να «αυτοπαρηγορούνται». Αυτό το βρίσκουν από τον άνθρωπο που τα φροντίζει, που
μέσω της φυσικής επαφής ρυθμίζει την οργανική και συναισθηματική ισορροπία τους. Όταν η μητέρα αποκρίνεται με συνέπεια και ευαισθησία, εκτός από αυτή την ίδια τη συμπεριφορά, την οποία μαθαίνει το μωρό, μαθαίνει επίσης και ότι το ίδιο είναι άξιο αγάπης, φροντίδας και εμπιστοσύνης από τους άλλους. Μαθαίνει επίσης ότι το συγκεκριμένο ενήλικο άτομο είναι μια ασφαλής βάση μέσω της οποίας μπορεί να εξερευνήσει τον κόσμο και στην οποία μπορεί να ξαναγυρίσει όποτε ο κόσμος γίνει εχθρικός ή παράξενος. Αυτή η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο αυτό ανατρέφει ανθρώπους που νιώθουν σιγουριά για τον εαυτό τους.

Οφέλη προσκόλλησης

•Προαγωγή θηλασμού
• Συντονισμός στα νυχτερινά ξυπνήματα
•Ρύθμιση λειτουργιών οργανισμού βρέφους [θερμοκρασία σώματος, μεταβολισμός, επίπεδα ορμονών, κατάσταση ανοσοποιητικού, επίπεδα οξυγόνωσης οργανισμού
•Κοινός ύπνος
• Συνεχής και σταθερή φυσική επαφή
• Σχέση εμπιστοσύνης – αφοσίωσης
• Συναισθηματική ασφάλεια
• Δέρμα με δέρμα επαφή [και προσκόλληση σε αντικείμενα]
• Συνεχής ροή αισθητηριακών και κινητικών ερεθισμάτων

Μία έκφραση αυτού του τύπου ανατροφής είναι και ο κοινός ύπνος, δηλαδή
• Co-sleeping: όταν το μωρό κοιμάται στον ίδιο χώρο με την μητέρα του
• Bed-sharing: όταν μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι

Η μητέρα (ή και οι δύο γονείς) κοιμάται δίπλα ή κοντά στο μωρό, αρκετά κοντά
δηλαδή ώστε να μπορεί να αποκρίνεται στα αισθητηριακά σημάδια που δίνει το μωρό για να επικοινωνήσει: στο ίδιο δωμάτιο σε διαφορετικά κρεβάτια, στο ίδιο δωμάτιο σε κρεβάτια τοποθετημένα δίπλα δίπλα, στο ίδιο κρεβάτι ή στο ίδιο στρώμα.

Όμως «κοιμάμαι με το μωρό στο ίδιο στρώμα» από μόνο του δεν είναι ούτε
επικίνδυνη ούτε ακίνδυνη, υπάρχουν κανόνες κοινής λογικής (βέβαια, την «κοινή
λογική» δεν την έχουν όλοι, μάλιστα, φαίνεται συχνά δεν την έχουν οι περισσότεροι).

Φυσικά, αυτό που συνηθίζεται σε έναν πολιτισμό ίσως δεν συναντάται σε κάποιον άλλο. Γι’ αυτό μιλάμε για κοινωνικές ή πολιτιστικές συνήθειες (ενώ, αντιθέτως, για φυσιολογικές ή οργανικές ή βιολογικές ανάγκες). Για παράδειγμα, στο ζήτημα του ύπνου, στην Ιαπωνία το κανονικό είναι η μαμά και το μωρό να κοιμούνται στο ίδιο στρώμα για πολλά χρόνια (έχει άραγε σχέση αυτό με το γεγονός ότι παγκοσμίως η Ιαπωνία έχει τα χαμηλότερα βεβαιωμένα ποσοστά «συνδρόμου ΣΑΒΘ»)?

Αν και ο κατά μόνας ύπνος θεωρείται σήμερα συνηθισμένος, ωστόσο είναι ένα πολύ πρόσφατο κοινωνικό πείραμα, οι βιολογικές και ψυχολογικές συνέπειες του οποίου δεν έχουν αξιολογηθεί. Είναι μια πολιτιστική επιταγή που πλέον αμφισβητείται ανοιχτά αν πράγματι προάγει την φυσιολογική και κοινωνική αυτονομία του νέου ανθρώπου. Είναι απαραίτητο να γίνουν περισσότερες μελέτες με την επιπλέον υπόθεση εργασίας ότι ο κατά μόνας ύπνος είναι παρέκκλιση από τα φυσιολογικά, ώστε να εξετάσουμε τις αρνητικές επιπτώσεις του στα παιδιά.

Μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα τα περισσότερα σπίτια στην Ευρώπη δεν είχαν καν ξεχωριστά υπνοδωμάτια. Η βρεφική κούνια έχει ηλικία περίπου 200 ετών. Όμως, η απομόνωση του μωρού στην κούνια του στο δικό του δωμάτιο το αναγκάζει να αντιμετωπίσει τη νύχτα μόνο του πολλά χρόνια πριν να είναι ψυχολογικά έτοιμο να είναι, να αποφασίζει και να ενεργεί μόνο του. Η απομόνωση του διδάσκει την έλλειψη οικειότητας και ελπίδας, την έλλειψη εμπιστοσύνης, την έλλειψη ισχύος, τον κοινωνικό αποκλεισμό, ενώ δημιουργεί μια βαθιά αίσθηση μοναξιάς, που κανένα αρκουδάκι ή φωτεινό ζωάκι δεν μπορεί να καλύψει. Ο νυχτερινός αποχωρισμός διακόπτει τον κρίσιμο συναισθηματικό δεσμό ανάμεσα στο γονιό και στο παιδί, που δύσκολα αποκαθίσταται στη διάρκεια της ημέρας, όπου η ένταση των δραστηριοτήτων είναι μεγαλύτερη. Επιπλέον, ο νυχτερινός αποχωρισμός συχνότατα ωθεί τις μητέρες να διακόψουν τον νυχτερινό θηλασμό ή ακόμη και να αποθηλάσουν εντελώς.

Συμπέρασμα

• Απομόνωση = βίωμα απώλειας γονέα = απώλεια ασφάλειας
• Έντονο στρες και άγχος αν οι γονείς δεν ανταποκριθούν άμεσα
• Πιθανότητα μόνιμων νευροφυσιολογικών, συναισθηματικών, αναπτυξιακών αλλαγών
• Ζωτικής σημασίας η άμεση ανταπόκριση στις ανάγκες του μωρού ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΜΕΡΑ!

Ομιλία στο 7ο Συνέδριο του Κολλεγίου Ελλήνων Παιδιάτρων 7.4.2013 της κ. Χρυσανθοπούλου Κατερίνας
Γλωσσολόγου, Συγγραφέα – MSc Γνωσιακές Επιστήμες
Μέλος Δικτύου για την Παιδική Διατροφή IBFAN
Συγγραφέα του βιβλίου «Τα μωρά είναι άνθρωποι της νύχτας»

http://www.mothereducation.gr/html/anapt/method_ypnos.htm

https://rotasapantaw.wordpress.com/2017/06/14/μέθοδοι-εκπαίδευ…ον-ύπνο-και-οι-ε/

Advertisements