παιδικός σταθμός και προκόλληση – μοντελο βερολινου

Μοντέλο προσαρμογής παιδιών στον παιδικό σταθμό
Απόσπασμα απο το βιβλίο, Οι πρώτες μέρες. Ένα μοντέλο προσαρμογής στον παιδικό σταθμό (Laewen/Andres/Hedervari-Heller, Die ersten Tage. Ein Modell zur Eingewöhnung in Krippe und Tagespflege, σελ. 29-34), 7η έκδοση, 2011.
Στο βιβλίο περιγράφεται το μοντέλο του Βερολίνου. Η ονομασία προέρχεται από το πανεπιστήμιο όπου διενεργήθηκε η έρευνα και όχι απο τον τόπο εφαρμογής, καθώς το μοντέλο αυτό προσαρμογής έχει υιοθετηθεί απο την πλειοψηφία των παιδικών σταθμών στη γερμανία και σε πολλές άλλες χώρες. Το μοντέλο του Βερολίνου βασίζεται στη θεωρία της προσκόλλησης και χρησιμοποιεί τα εργαλεία της. Σε όλο το κείμενο υπάρχουν παραπομπές σε βιβλιογραφία και έρευνα που για ευνόητους λόγους έχω παραλείψει. Το βιβλίο αναφέρεται σε παιδιά ηλικίας 0-3 ετών, άσχετα αν κάποιες φορές υπάρχουν διαθέσιμες έρευνες για μικρότερα χρονικά διαστήματα. Γίνεται πάντως μια μικρή διαφοροποίηση για την ηλικία μετά τα 2.

«Μια εξήγηση για τη συμπεριφορά του παιδιού στη φάση της προσαρμογής
Η θεωρία της προσκόλλησης ξεκινά λοιπόν απο το δεδομένο, ότι όλα τα παιδιά χτίζουν στενό δεσμό – πρσκόλληση – με τα πρόσωπα του στενού τους περιβάλλοντος, όταν τους δίνεται η ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Η διαδικασία της οικοδόμησης αυτής σχέσης ξεκινά σε μια κρίσιμη φάση, όταν το παιδί είναι περίπου 7 μηνών. Απο την ηλικία αυτή το παιδί στρέφεται κατά τη διάρκεια καταστάσεων που του προκαλούν άγχος ή το υπερφορτώνουν στα «πρόσωπα της προσκόλλησης», αναζητά ενεργητικά την αγκαλιά τους ή δείχνει ότι τη χρειάζεται.
Τα πρόσωπα αυτά, στα οποία ανήκουν κατά κανόνα η μητέρα και ο πατέρας, είναι κάτι περισσότερο απο γνωστοί, και κατ επέκταση δεν μπορούν να αντικατασταθούν απο αυτούς. Το παιδί τους «χρησιμοποιεί» στο εξής ως «βάση ασφαλείας» όταν εξερευνά το περιβάλλον του. Περίπου στην ηλικία των 12 μηνών έχουν αποκρυσταλλωθεί τα «πρότυπα προσκόλλησης» που δείχνουν, κατα πόσο το παιδί «χρησιμοποιεί» τους γονείς του ή προσπαθέι να τα βγάλει πέρα μόνο του. Η σημασία του προσώπου προσκόλλησης ως «βάσης ασφαλείας» αρχίζει να αλλάζει απο τον 20 μήνα και όσο το παιδί εξελίσσεται, χωρίς όμως να εξαφανίζεται. Ακόμα και τα παιδιά του νηπιαγωγείου εμφανίζουν αντιδράσεις άγχους, όταν πρέπει να κάνουν τη μετάβαση απο την οικογένεια στο νηπιαγωγείο χωρίς προσαρμογή.
Η παραμονή παιδιών που βρίσκονται σε ηλικία μεταξύ 7ου και 20ου μήνα σε ένα άγνωστο περιβάλλον χωρίς την παρουσία των προσώπων προσκόλλησης αποτελεί στρεσογόνο παράγοντα με ιδιαίτερη βαρύτητα. Ένα παιδί σε ένα ξένο περιβάλλον θα χρησιμοποιούσε το παρόν πρόσωπο προσκόλλησης ως «βάση ασφαλείας» για να εξερευνήσει το χώρο και να έρθει σε επαφή με άγνωστους ενήλικες. Σε περίπτωση που μια κατάσταση του δημιουργούσε ανασφάλεια θα αναζητούσε την επαφή με το πρόσωπο προσκόλλησης. Αυτές οι αντιδράσεις όμως, που απο τον Bowlby έχουν χαρακτηριστεί αντιδράσεις προσκόλλησης, πέφτουν στο κενό, όταν κανένα πρόσωπο προσκόλλησης δεν είναι παρόν και μπορούν να διαρκέσουν μεγάλο χρονικό διάστημα.
Όταν το παιδί βρίσκεται στον παιδικό σταθμό χωρίς τους γονείς του, τότε είναι θέμα χρόνου να μεσολαβήσει κάποιο γεγονός, που θα προκαλέσει στο παιδί μια αντίδραση προσκόλλησης – εφόσον κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει ήδη κατά την απόπειρα του γονιού να εγκαταλείψει τον παιδικό. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μεγάλα χρονικά διαστήματα συνεχόμενου κλάματος ή αναστάτωσης που μπορεί να διαρκέσουν μέρες και να μην μπορούν να αμβλυνθούν απο την ακόμα άγνωστη νηπιαγωγό. Ακόμα κι αν καταφέρνει το παιδί να βρίσκει απο μόνο του την ισορροπία του, το επόμενο στρεσογόνο γεγονός θα προκαλέσει την ίδια αντίδραση και δε θα είναι κανείς εκεί, για να την χειριστεί.
Υπάρχουν όμως και παιδιά, τα οποία δείχνουν να προσαρμόζονται ακόμα και σε αυτήν την ηλικία στο νέο περιβάλλον. Μια αμερικανική έρευνα (…) έδειξε, ότι τα παιδιά μπορούν σε διάστημα 3-4 ημερών να δημιουργήσουν μια σχέση με τη νηπιαγωγό, η οποία μοιάζει με τη σχέση προσκόλλησης. Από το σημείο εκείνο αποκτά η νηπιαγωγός το ρόλο της «βάσης ασφαλείας» για το παιδί.
Ένα από το 8 βίντεο της έρευνας δείχνει πχ ένα παιδάκι οκτώ μηνών, το οποίο μετά απο κλάμα που διήρκεσε 4 ημέρες έδινε την εντύπωση ενός ισορροπημένου παιδιού, το οποίο εξερευνούσε με ενδιαφέρον το περιβάλλον του. Από τη μέρα αυτή η σχέση του με τη νηπιαγωγό είχε όλα τα στοιχεία μιας σχέσης προσκόλλησης: στρεφόταν σε αυτήν με το σώμα του, αναζητούσε ενεργητικά την επαφή μαζί της, ηρεμούσε στην αγκαλιά της και έκλαιγε, όταν το άφηνε κάτω. Τις επόμενες 4 εβδομάδες έμαθε το παιδί να δέχεται την απομάκρυνση της νηπιαγωγού, αν και έκλαιγε για πολλούς μήνες ακόμα, όταν εγκατέλειπε το δωμάτιο.
Από τέτοιου είδους αντιδράσεις βγάλαμε το συμπέρασμα ότι είναι δυνατή η δημιουργία μιας σχέσης μεταξύ νηπιαγωγού και παιδιού, η οποία μοιάζει με τη σχέση προσκόλλησης. Η νηπιαγωγός αποκτά έτσι τη δυνατότητα, να αναλάβει το ρόλο της «βάσης ασφαλείας» για το παιδί, όταν οι γονείς του δεν είναι πια παρόντες.
Η προσαρμογή ωστόσο του παιδιού στο νέο περιβάλλον χωρίς τη στήριξη των γονιών συνοδεύεται απο μεγάλες δόσεις άγχους για το παιδί. Είναι πιά σχεδόν βέβαιο ότι η συχνή εμφάνιση ασθενειών και η κατά μήνες καθυστέρηση στην εξέλιξη των παιδιών που επισκέπτονται παιδικούς σταθμούς, συνδέεται με αυτή τη στρεσογόνα κατάσταση, δηλαδή την είσοδο των παιδιών στον παιδικό σταθμό χωρίς τους γονείς τους κατά την κρίσιμη για την προσκόλληση ηλικία των 8 εώς 18 μηνών.
Ένα τέτοιο αγχωτικό ξεκίνημα δεν είναι κακό μόνο για το παιδί, αλλά και για τη νηπιαγωγό, η οποία όσο καταρισμένη και όσο πρόθυμη κι αν είναι, νιώθει αβοήθητη μπροστα στο απαρηγόρητο κλάμα του παιδιού. Το ξεκίνημα αυτό είναι μια κακή αρχή στη σχέση παιδιού νηπιαγωγού.
Σχεδόν όλες οι νηπιαγωγοί με τις οποίες συζητήσαμε αναρρωτιούνται, αν ευθύνονται οι ίδιες για την κατάσταση αυτή. Γεγονός είναι ωστόσο ότι πρόκειται εδώ για μοντέλα συμπεριφοράς που συνδέονται με μια συγκεκριμένη ηλικία του παιδιού και που καθιστούν στις περισσότερες περιπτώσεις αδύνατο να μπορεί να παρέμβει η νηπιαγωγός αποτελεσματικά, εφόσον πρόκειται για ξένο πρόσωπο. Η καλύτερη λύση είναι να συνοδεύεται το παιδί κατά τη φάση προσαρμογής απο τους γονείς του.

Οι συνέπειες μιας προσαρμογής, χωρίς την κατάλληλη συμμετοχή των γονιών
Τα αποτελέσματα της έρευνας που διενεργήθηκε στο ελεύθερο πανεπιστήμο του βερολίνου το 1984/5 θεμελιώνουν την πεποίθηση, ότι μια ακατάλληλη προσαρμογή μπορεί να έχει πέρα απο τις άμεσα απτές και άλλες πολύ αρνητικές επιπτώσεις για τα παιδιά.
Στο ερευνητικό αυτό πρόγραμμα ήταν κυρίως τα παιδιά με ασφαλή προσκόλληση που υπέφεραν, όταν η προσαρμογή με παρουσία των γονεών διαρκούσε λιγότερο από 6 μέρες. Τα παιδιά με μη ασφαλή προσκόλληση είχαν αντίθετα πρόβλημα, όταν η προσαρμογή διαρκούσε πάνω απο 6 ημέρες.
Συγκεκριμένα παρατηρήθηκαν οι εξής επιπτώσεις απο την ακατάλληλη προσαρμογή των παιδιών στον παιδικό σταθμό
– έλειπαν από τον παιδικό λόγω ασθένειας κατά τους πρώτους 7 μήνες για τουλάχιστον τριπλάσιο χρονικό διάστημα
– είχαν μετά απο 7 μήνες εμφανείς καθυστερήσεις στην ανάπτυξη τους
– είχαν μετά απο 6 μήνες μεγάλη ανασφάλεια ως προς την προσκόλληση προς τη μητέρα τους
– είχαν μικρότερη ικανότητα προσαρμογής και περισσότερο φόβο
Οι πιο σημαντικές είναι οι πρώτες ημέρες παραμονής στον παιδικό σταθμό. Τα παιδιά που συνοδεύονταν απο τους γονείς τους τις τρεις πρώτες μέρες χωρίς να γίνει απόπειρα αποχωρισμού έλειπαν για πολύ λιγότερο χρονικό διάστημα λόγω ασθένειας απο τον παιδικό από ό,τι τα παιδιά, που βίωσαν αποχωρισμό μέσα στο διάστημα αυτό.

Η απόφαση για μια σύντομη ή εκτεταμένη συνόδευση του παιδιού στον παιδικό (σ. 42-47)
Πριν ξεκινήσουμε με την παρουσίαση του μοντέλου θα πρέπει να λυθεί ένα πρόβλημα μεγάλης πρακτικής σημασίας. Όπως ήδη αναφέραμε, το διάστημα που απαιτείται για μια σύντομη ή εκτεταμένη προσαρμογή του παιδιού με συνοδεία του γονιού και οι θετικές ή αρνητικές επιδράσεις στην εξέλιξη του παιδιού συνδέονται με τον τύπο προσκόλλησης του παιδιού προς τη μητέρα. Μια τέτοια αξιολόγηση ωστόσο θα προϋπέθετε τη συμμετοχή κατάλληλων ψυχολόγων, γεγονός που δεν είναι πάντα δυνατό. Καθώς δεν υπάρχουν εκτεταμένες έρευνες, που να προσφέρουν ασφαλή κριτήρια για μια ερασιτεχνική εκτίμηση, οι νηπιαγωγοί θα πρέπει να εκτιμήσουν οι ίδιοι τη συμπεριφορά του παιδιού και την ανάγκη για σύντομη ή εκτεταμένη προσαρμογή. Κατά την εκτίμηση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι συμβαίνει να υπάρουν παιδιά με ασφαλή προσκόλληση που χρειάζονται σύντομη προσαρμογή και αντίστροφα. Το κρίσιμο ζήτημα λοιπόν δεν είναι η προσκόλληση, αλλά πόσο χρόνο πραγματικά χρειάζεται το κάθε παιδί.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό συνδέεται με το πρότυπο προσκόλλησης, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό. Εξαρτάται και απο το αν τα παιδιά έμαθαν σχετικά νωρίς να αντιμετωπίζουν μόνα τους στρεσογόνες καταστάσεις, ή εάν τους ήταν επιτρεπτό στην περίπτωση μιας τέτοιας κατάστασης να στηριχθούν στους γονείς τους και να τους χρησιμοποιήσουν ως βάση ασφαλείας. Το αν ένα παιδί προσπαθεί να αντιμετωπίσει μόνο του μια κατάσταση ή το να στηρίζεται στους γονείς του για την αντμετώπισή του, είναι ένα θέμα που μπορεί εύκολα να εκτιμηθεί από μια νηπιαγωγό. Η αντίδραση του παιδιού κατά τον πρώτο αποχωρισμό και ιδιαίτερα κατά την επιστροφή της τε να επιλέξει υπέρ μιας σύντομης ή εκτεταμένης προσαρμογής. Η απόφαση αυτήμητέρας ή του πατέρα στον παιδικό δίνουν σημαντικές πληροφορίες στη νηπιαγωγό, ωσ λοιπόν δεν προϋποθέτει ανάλυση του προτύπου προκόλλησης αλλά προσανατολίζεται στη συγκεκριμένη συμπεριφορά του παιδιού τις πρώτες μέρες στον παιδικό.

Το μοντέλο προσαρμογής
Το μοντέλο προσαρογής περιλαμβάνει 5 στάδια
Έγκαιρη ενημέρωση των γονέων ότι η συμμετοχή τους είναι απαραίτητη και επιθυμητή. Άμβλυνση τυχόν άγχους αποχωρισμού των γονέων με την επισήμανση ότι αυτοί θα παραμείνουν τα κύρια πρόσωπα αναφοράς για το παιδί
Μια τριήμερη πρώτη φάση προσαρμογής, κατά την οποία το παιδί συνοδεύεται απο το γονιό. Ο γονιός παραμένει καθ όλη τη διάρκεια της φάσης αυτής μαζί με το παιδί μέσα στο χώρο παιχνιδιού. Την προσαρμογή μπορεί να την κάνει και όποιο άλλο πρόσωπο βρίσκεται κοντά στο παιδί, έτσι θα χανόταν ωστόσο η ευκαιρία να γνωριστούν οι γονείς με τη νηπιαγωγό. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους οι γονείς δέχονται απο τη νηπιαγωγό υποδείξεις για τη συμπεριφορά τους ενώ ταυτόχρονα γίνεται προσπάθεια να αμβλυνθούν οι επιφυλάξεις τους και να χτιστει σχέση εμπιστοσύνης της νηπιαγωγού προς το παιδί. Οι γονείς θα πρέπει στο δωμάτιο του παιχνιδιού να συμπεριφέρονται παθητικά, να μην πιέζουν το παιδί να απομακρυνθεί απο αυτούς και να το δέχονται πάντα όταν ζητάει την αγκαλιά τους. Το παιδί θα αρχίσει να εξερευνα το νέο περιβάλλον από μόνο του, όταν είναι έτοιμο. Πιθανόν θα θα θελήσει συχνά να επιβεβαιώσει με το βλέμμα του, ότι τυγχάνει της προσοχής του γονέα του και ίσως να αναζητήσει το ασφαλές λιμάνι. Δουλειά του γονέα είναι να παίξει ακριβώς αυτό το ρόλο του λιμανιού. Για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει ούτε να ψυχαγωγεί το παιδί του ούτε να παίζει μαζί του, αλλά ούτε και να διαβάζει ή να παίζει με τα άλλα παιδιά. Εάν το κάνει αυτό θα απομακρύνει την προσοχή του από το παιδί του και το πιο πιθανό είναι να το εκνευρίσει και να το οδηγήσει στο να βρει τρόπους, για να κερδίσει ξανά την προσοχή του γονιού του, αντί να ασχολείται με το νέο περιβάλλον και τη νηπιαγωγό. Το συναίσθημα ότι έχει το παιδί συνεχως την προσοχή του γονιού του διευκολύνει την προσαρμογή και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια καλή αρχή. Η νηπιαγωγός προσπαθεί στο διάστημα αυτό χωρίς να πιέζει να έρθει σε επαφή με το παιδί, προσφέροντας του παιχνίδια ή συμμετέχοντας στο παιχνίδι του. Παρατηρεί με προσοχή την αλληλεπίδραση γονιού-παιδιού και αναζητά τα στοιχεία που θα καθορίσουν μια σύντομη ή εκτεταμάνενη προσαρμογή.
Μια προσωρινή απόφαση για τη διάρκεια της προσαρμογής την τέταρτη μέρα. Την τέταρτη μέρα (αν πρόκειται για Δευτέρα τότε την πέμπτη μέρα) γίνεται η πρώτη απόπειρα αποχωρισμού. Μερικά λεπτά μετά την άφιξη στο χώρο του παιχνιδιού ο γονιός αποχαιρετά το παιδί και εγκαταλείπει το δωμάτιο, ακόμα κι αν το παιδί διαμαρτύρεται, παρεμένει όμως δίπλα στην πόρτα. Εάν το παιδί αντιδρά στην αποχώρηση του γονιού με αδιαφορία, συνεχίζει να εξερευνά το περιβάλλον του με ενδιαφέρον και ανταποκρίνεται όταν του απευθύνονται, τότε μπορεί ο πρώτος αποχωρισμός να διαρκέσει μέχρι το πολύ 30 λεπτά. Αυτό συμβαίνει ακόμα κι αν το παιδί κλαίει μεν, αλλά η νηπιαγωγός μπορεί να το καθησυχάσει αμέσως και για διάρκεια. Εάν το παιδί δείχνει εξαντλημένο, για παράδειγμα αποσύρεται προς το μέρος που καθόταν ο γονιός, θα πρέπει η απόπειρα αποχωρισμού να τερματιστεί για τη μέρα αυτή. Εάν το παιδί φαίνεται μετά τον αποχωρισμό του γονιού ενοχλημένο (έντονη στάση του σώματος, εμφανής απάθεια) ή δεν είναι δυνατό να καθησυχαστεί απο την νηπιαγωγό μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, επιστρέφει ο γονιός μετά απο 2-3 λεπτά στο δωμάτιο παιχνιδιού. Αυτό συμβαίνει ακόμα κι αν το παιδί δείχνει αυτά τα σημάδια αρκετή ώρα αφού αποχώρησε ο γονιός. Η νηπιαγωγός παρατηρεί κατά την διάρκεια του αποχωρισμού και την επιστροφής του γονιού τη συμπεριφορά του παιδιού απέναντι σε αυτόν, προκειμένου να διαπιστώσει αν πραγματικά χρειάζεται το παιδί το γονιό του για 6 μέρες. Συχνή επαφή με τα μάτια, ανοιχτή και στενή προσέγγιση του παιδιού μέχρι και σωματική επαφή κατά τις πρώτες τρεις μέρες και κατά την επιστροφή του γονιού μετά την πρώτη απόπειρα αποχωρισμού είναι τα σημάδια μιας προσαρμογής που μπορεί να κρατήσει 2 με 3 εβδομάδες. Σαφείς προσπάθειες του παιδιού να ανταποκριθεί μόνο τους σε στρεσογόνες καταστάσεις, αδιαφορία ή ακόμα και αντίσταση σε απόπειρα παρηγόρησης, ελάχιστες επαφές με το βλέμμα και τυχαία μόνο σωματική επαφή είναι στοιχεία που συνηγορούν υπέρ μιας σύντομης προσαρμογής. Στην περίπτωση αυτή μια παρατεταμένη προσαρμογή βλάπτει παρά ωφελεί.
Μια φάση σταθεροποίησης ξεκινά την τέταρτη μέρα ή την πέμπτη (αν πρόκειται για Δευτέρα) κατά την οποία η νηπιαγωγός παρουσία των γονιών αναλαμβάνει τη φροντίδα του παιδιού (τάισμα, άλλαγμα) και παίζει μαζί του. Οι γονείς αφήνουν χώρο στη νηπιαγωγό να αντιδρά πρώτη στα σημάδια του παιδιού, βοηθούν ωστόσο, εάν το παιδί δεν την αποδέχεται ακόμα. Παρατηρώντας τις αντιδράσεις του παιδιού μεγαλώνει σταδιακά το χρονικό διάστημα για τα παιδιά που έχει επιλεγεί η σύντομη προσαρμογή κατά το οποίο το παιδί μένει μόνο του με τη νηπιαγωγό, οι γονείς παραμένουν ωστόσο αν είναι δυνατό μέσα στον παιδικό για την περίπτωση που εμφανιστεί ανάγκη. Με τη βοήθεια της νηπιαγωγού αναπτύσσουν οι γονείς έναν συγκεκριμένο τρόπο αποχωρισμού απο το παιδί, ο οποίος στο εξής θα εφαρμόζεται σε κάθε αποχωρισμό. Εάν το παιδί δεν δέχεται τον αποχωρισμό και κατά τη διάρκεια της απουσίας των γονιών δεν μπορεί η νηπιαγωγός να το καθησυχάσει για σταθερά μεγάλο χρονικό διάστημα – εάν δλδ το παιδί χρειάζεται μεγαλύτερη διάρκεια προσαρμογής – οι απόπειρες αποχωρισμου θα πρέπει να επαναληφθούν μετά απο 1 εβδομάδα.
Μια καταληκτική φάση, στην οποία οι γονείς δεν βρίσκονται πια μαζί με το παιδί στον παιδικό, αλλά είναι σε κάθε περίπτωση διαθέσιμοι, εάν προκύψουν καταστάσεις, όπου το παιδί δεν μπορεί να παρηγορηθεί. Η προσαρμογη του παιδιού έχει ολοκληρωθεί, όταν η νηπιαγωγός μπορεί να χρησιμεύει ως βάση ασφαλείας και όταν το παιδί αφήνεται να παρηγορηθεί απο αυτή. Ακόμα και σε αυτή τη φάση μπορεί το παιδί να διαμαρτύρεται όταν φέυγουν οι γονείς του. Αποφασιστικό κριτήριο είναι εδώ εάν η νηπιαγωγός μπορεί να το ανακουφίσει σύντομα και με διάρκεια και αν το παιδί μετά απο λίγο στρέφεται με ενδιαφέρον και καλή διάθεση στις δραστηριότητες που του προσφέρονται.
Σε γενικές γραμμές η προσαρμογή του παιδιού απαιτεί μεγάλη ευελιξία. Συχνά παρατηρείται για παράδειγμα, ότι τα παιδιά τον πρώτο καιρό της παραμονής τους στον παιδικό είναι πολύ κουρασμένα. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό τον πρώτο καιρό τα παιδιά να επισκέπτονται τον παιδικό για λίγες μόνο ώρες”.
Οζενί Αθανασιάδου
Πηγή :Από την ομάδα ενσυναίσθηση

Advertisements