Κατά τον Donald Winnicott, έναν παγκοσμίως γνωστό Άγγλο ψυχαναλυτή που ασχολήθηθηκε κυρίως με την παιδοψυχανάλυση ο παιδικός σταθμός θα πρέπει να θεωρείται
σαν μία

«προς τα πάνω» προέκταση της οικογένειας παρά σαν μία

«προς τα κάτω» προέκταση της δημοτικής εκπαίδευσης
1
. Με αυτή την έννοια, μόνο αν πάρουμε υπόψη μας το ρόλο της μητέρας και τις ανάγκες του παιδιού , θα μπορέσει κανείς να κατανοήσει πραγματικά τον τρόπο που ο παιδικός σταθμός μπορεί και πρέπει να συνεχίσει το έργο της μητέρας. Έτσι ο παιδαγωγός καλείται να δημιουργήσει αυτο που ο Winnicott αποκαλεί ένα «διευκολυντικό περιβάλλον» για το παιδί. Ο χώρος του παιδικού σταθμού, όπως και η μητέρα, θα πρέπει να είναι δηλαδή υποστηρικτικός των δυνατοτήτων που παρουσιάζει ενα παιδί αλλά και της σχέσης μητέρας παιδιού. Η ειλικρινής και εγκάρδια σχέση ανάμεσα στη μητέρα και στη νηπιαγωγό θα δημιουργήσει

ένα κλίμα εμπιστοσύνης στη μητέρα και την αίσθηση σιγουριάς για το ίδιο το παιδί.

Θα μπορούσαμε να πουμε έτσι οτι ο παιδικός σταθμός αποτελεί ένα σημείο

συνάντησης τριών ή και περισσοτέρων ψυχισμών: του παιδιού, της μητέρας, της παιδαγωγού και ίσως κ του πατέρα. Στην επαφή με τους γονείς κινητοποιούνται άγχη και άμυνες που δύσκολα γίνονται συνειδητά. Η είσοδος του παιδιού στον παιδικό σταθμό αποτελεί πολλές φορές την πρώτη κοινωνική εμπειρία για το παιδί εκτός του οικογενειακού πλαισίου. Αποτελεί κατά τον Winnicott ένα «ψυχολογικό πρόβλημα»
2
για το παιδί και για τη μητέρα, προσθέτω εγω, και μία

ευκαιρία για την παιδαγωγό να συμβάλλει στην ψυχοδιανοητική υγεία του παιδιού. Ας δούμε λοιπόν τι συμβαίνει στον ψυχισμό της μητέρας. Ένα απο τα σημαντικά καθήκοντα που έχει πραγματοποιήσει η μητέρα είναι αυτό που ο Winnicott αποκαλεί «αποκοπή». Η μητέρα έχει προσφέρει κάτι καλό

μητρικό γάλα

και περίμενε μέχρι τη στιγμη που το παιδί έδωσε σημεία οτι είναι έτοιμο να αποκοπεί και οτι ολοκλήρωσε αυτή τη διαδικασία παρά τις οργισμένες προσπάθειες του παιδιού να παραμείνει στο στάδιο αυτό. Όταν το παιδί περνά από την οικογενειακή φροντίδα στην σχολική φροντίδα, η εμπειρία αυτή επαναλαμβάνεται σε κάποιο βαθμό. Η παιδαγωγός κατανοεί καλά αυτο που αποκαλούμε «περίοδο προσαρμογής» για το παιδί αλλά δέχεται δύσκολα το γεγονός οτι η μητέρα έρχεται με το παιδί αγκαλιά, δυσκολεύεται να το αποχωριστεί η ίδια και φεύγει απο την τάξη με στενοχώρια και ενοχή. Εκτός απο το άγχος «αποκοπής» που εμφανίζει η μητέρα θα μπορούσαμε να πούμε οτι με το ξεκίνημα του παιδικού σταθμού κινητοποιούνται στην ίδια άγχη εγκατάλειψης, που αφορούν είτε στην ενοχή που κατακλύζει τη μητέρα οτι εγκαταλείπει το παιδί της για να παει στη δουλειά, είτε σε άλλες περιπτώσεις πιο ιδιαίτερες η μητέρα νιώθει οτι είναι το παιδί που την αφήνει. Τυχόν τραύματικες εμπειρίες που αφορούν στο ξεκίνημα της δικής της σχολικής ζωής και της δικής της σχέσης με τους γονείς ενεργοποιούνται συχνά. Η σκέψη οτι μία

άλλη, συνήθως γυναίκα, θα αναλάβει τον δικό της μητρικό ρόλο προκαλεί αισθήματα φθόνου και αντιζηλίας στη μητέρα. Δεν είναι τυχαίο οτι οι άντρες παιδαγωγοί, αν και λίγοι, είναι πιο εύκολα αποδεκτοί απο τις μητέρες ενώ εμπειρικά διαπιστώνουμε πως οι μητέρες αναπτύσσουν ευκολότερα μία

σχέση εμπιστοσύνης μαζί τους. Συχνά επίσης βλέπουμε οτι η μητέρα αναρωτιέται σε σχέση με τον δικό της μητρικό ρόλο για πρώτη φορά όταν το παιδί ξεκινά παιδικό σταθμό. Η απειλή είναι κοντά. Το παιδί για πρώτη φορά θα λάβει φροντίδα απο ένα άγνωστο στη μητέρα πρόσωπο το οποίο δεν μπορεί να ελέγξει με τον τρόπο που θα ήθελε η ίδια. Και αν το παιδί νιώσει καλύτερα μαζί της; Εάν εκείνη γίνει η καλή μητέρα και η ίδια η κακιά μητέρα; Αναρωτηθείτε πως νιώθει μία

μαμά οταν στο σπίτι και όσο η μητέρα είναι με το παιδί, εκείνο αναφέρει οτι θέλει τη δασκάλα του. Από την άλλη μεριά όταν η παιδαγωγός αναφέρει οτι το παιδί παρουσιάζει κάποια δυσκολία το άγχος αποτυχίας στη μητέρα δυναμιτίζεται και απαντώντας αμυντικά χρεώνει στην ίδια την παιδαγωγό αυτό που το παιδί δεν καταφέρνει. Λειτουργεί δηλαδή προβολικά. Το ενδιαφέρον που μπορεί να
1

Ντ. Βίννικοτ,

(1973), «Η μητέρα, η νηπιαγωγός και οι ανάγκες του παιδιού»,

Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1976 ,

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

http://www.abctoys.gr 2

παρουσιάζει ένα παιδί για να στραφεί έξω από τη σφαίρα της οικογένειας μπορεί να ερμηνευτεί από την μητέρα ως μία

απάντηση

στη δική της ανεπάρκεια και όχι ως ένα μέρος της φυσιολογικής ανάγκης και ανάπτυξης του παιδιού. Όλα τα παραπάνω αποτελούν στο μεγαλυτερο μέρος ασυνείδητες διεργασίες και άγχη που αν και η παιδαγωγός φαίνεται να αγνοεί συνειδητά, ωστόσο βιώνει κ αντιμετωπίζει καθημερινά στην επαφή με τους γονείς και κυρίως στη διάρκεια των ενημερωτικών συναντήσεων. Από την άλλη μεριά, η παιδαγωγός βιώνει και εκείνη το δικό της άγχος αποτυχίας ή και ανεπάρκειας. Η μη δυνατότητα σταθερής συνεργασίας σε κάποιο πλαίσιο την αποτρέπει από το να επενδύσει στη σχέση της με το παιδί και με τους γονείς αφού πολύ συχνά στις μέρες μας η συνεργασία με έναν παιδικό σταθμό διαρκεί μερικούς μόνο μήνες. Άλλοι παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τη σχέση που αναπτύσσει με τους γονείς είναι η οικογενειακή της κατάσταση και πιο συγκεκριμένα το εάν η ίδια έχει καταφέρει να διαχειρίζεται τις δύσκολες καταστάσεις με τα δικά της παιδιά. Πιο σπάνια παρατηρούμε την παιδαγωγό προσχολικής ηλικίας να συναγωνίζεται το ρόλο της μητέρας. Τέλος ένας παράγοντας σημαντικός φαίνεται να είναι η εμπειρία μίας ψυχοθεραπείας αφού η επεξεργασία των δικών της δυσκολιών και της δικής της σχέσης με τους δικούς της γονείς, βοηθά στη δημιουργία μίας πιο ποιοτικής και ήρεμης σχέσης με τους γονείς αλλά και με τα παιδιά.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε οτι ο ρόλος της παιδαγωγού είναι διπλός αφού δεν αναλαμβάνει μόνο το παιδί αλλά και οτι εγγράφεται στον ψυχισμό της μητέρας και

στη σχέση της μητέρας με το παιδί της.

Αν μπορούμε σχηματικά να μιλήσουμε για το πώς οι παιδαγωγοί θα πρέπει να σχετίζονται με τους γονείς θα μπορουσαμε να πούμε οτι για αρχή είναι σημαντικό να λαμβάνουν υπόψιν τους τους παραπάνω παράγοντες οι οποίοι αναφέρονται στο αποτέλεσμα κάποιων ασυνείδητων διεργασιών. Στο ξεκίνημα της σχέσης με τους γονείς η παιδαγωγός

θα πρέπει να αντλήσει πληροφορίες για το παιδί από τη μητέρα και να της επισημάνει οτι για οποιαδήποτε αλλαγή συμβαίνει στη ζωή του παιδιού ή της οικογένειας, θα πρέπει η ίδια να είναι ενήμερη. Θα πρέπει να εξηγήσει στους γονείς ότι η καθημερινή ενημέρωση

δεν είναι απαραίτητη. Στην επαφή με τους γονείς και όταν θα πρέπει να μεταφέρουν κάποιες πληροφορίες ή κάποιες ανησυχίες για τις δυσκολίες που διακρίνουν σε ένα παιδί είναι σημαντικό να θέτουν αυτή την ανησυχία με τον εξής τρόπο: Ξεκινάμε την περιγραφή από τα θετικά στοιχεία του παιδιού. Εάν αναφερθούμε αμέσως στην δυσκολία που μας ανησυχεί το πιο πιθανό είναι οτι οι γονείς δεν θα μπορέσουν να ακούσουν αυτό που θέλουμε να τους μεταφέρουμε. Στο λόγο του παιδαγωγού θα πρέπει να αποφεύγεται κάθε έννοια που φέρει έναν διαγνωστικό χαρακτηρα όπως: υπερκινητικό, με διάσπαση προσοχής, στοιχεια αυτισμού. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα να αποτρέψει τους γονείς από μία

αναζήτηση βοήθειας αφού θα τους τρομάξει και θα ενεργοποιήσει τις άμυνες τους. Αντίθετα η παιδαγωγός θα πρέπει να καταφέρει απλά να περιγράψει αυτό που παρατηρεί στο παιδί χρησιμοποιώντας ήρεμες και πιο ουδέτερες ώς πρός το περιεχόμενο εκφράσεις. Αφού θέσει διακριτικά τη σκέψη της είναι καλό να ρωτήσει αμέσως εάν οι γονείς έχουν παρατηρήσει κάτι τέτοιο στο παιδί. Αυτό θα επιτρέψει στην παιδαγωγό να γνωρίζει σε ποιό βαθμό θα πρέπει να προχωρήσει στην ανάλυση της ανησυχίας της. Αν φαίνεται οτι απορρίπτουν αμέσως τη σκέψη της παιδαγωγού, τότε εκείνη δεν θα πρέπει να επιμείνει. Θα συνεχίσει να παρατηρεί το παιδί και μετά απο λίγο καιρό θα αναφερθεί ξανά σε αυτό που την απασχολεί. Τέλος, είναι σημαντικό το να μην προτείνει η παιδαγωγός το είδος της θεραπείας που μπορεί να χρειάζεται ένα παιδί, αλλά να παραπέμπει σε ένα δημόσιο πλαίσιο προκειμένου να γίνει μία

συνολική εκτίμηση των δυσκολιών του παιδιού ή και στον παιδίατρο που παρακολουθεί το παιδί.

Θα κλείσω αυτή την ομιλία λέγοντας οτι αν και οι παιδαγωγοί των νηπίων προσχολικής ηλικίας βιώνουν συχνά ένα αίσθημα ματαίωσης οταν βλέπουν ότι οι γονείς παραβλέπουν τις δικές τους ανησυχίες, ωστόσο η ενημέρωση είναι απαραίτητη και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς τους. Όταν οι γονείς επισκέπτονται κάποιο χώρο για να διερευνήσουν τις δυσκολίες που παρουσιάζει ένα παιδί, τις περισσότερες φορές αναφέρουν οτι ο προβληματισμός ξεκίνησε μετά από κάποια συζήτηση που είχαν με την παιδαγωγό του παιδιού. Και αν και η κινητοποίηση δεν είναι τόσο άμεση όσο θα περίμενε κανείς, ωστόσο

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

http://www.abctoys.gr 26
Αθήνα,

είναι αυτά τα λόγια της παιδαγωγού που πολλές φορές θα οδηγήσουν τους γονείς στην αναζήτηση κάποιας βοήθειας.
Βιβλιογραφία

Ντόναλντ Βίννικοτ, Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1976.

Marie Anaut, Les thérapies familiales, Armand Colin, Paris, 2012.

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

http://www.abctoys.gr 23
Αθήνα,
13
–14 Δεκεμβρίου 2014

ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ

Κλινική Ψυχολόγος

Ψυχοθεραπεύτρια, MSc
,
Υποψήφια Δρ. «Ψυχανάλυση και Ψυχοπαθολογία»,

Επιστημονικός Συνεργάτης του Φορέα Κοινωνικής Προστασίας & Παιδείας

του Δήμου Παιανίας, Συνεργάτης του Κέντρου ‘‘Ιατρική Άσκηση’’

Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ: ΕΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΦΟΒΙΑΣ;

ΒΑΣΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ

Θα σας μιλήσω σήμερα για τη δυσκολία που παρουσιάζουν οι παιδαγωγοί προσχολικής ηλικίας στην διαδικασία επικοινωνίας και ενημέρωσης των γονέων. Αυτά για τα οποία θα μιλήσω αποτελούν αποτέλεσμα μίας εμπειρικής παρατήρησης ενώ στη βιβλιογραφία και στις έρευνες δεν υπάρχουν αρκετές αναφορές πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Αν και συχνά γίνεται λόγος για την κατάλληλη ενημέρωση των γονέων απο τη μεριά των παιδαγωγών, σπάνια γίνεται αναφορά στο τι θα πει κατάλληλη ενημέρωση αλλά και στο πώς αυτή μπορεί να προκύψει. Η έννοια της κατάλληλης ενημέρωσης στην προσχολική ηλικία δεν αφορά μόνο στη μετάδοση σωστών πληροφοριών αλλά και στις ικανότητες που έχουν οι παιδαγωγοί να συσχετίζονται και να δημιουργούν μία

σχέση με τους γονείς. Θα σας μιλήσω λοιπόν για την δική μου εμπειρία. Τα τελευταια τρία χρόνια συνέργαζομαι με τρείς παιδικούς σταθμούς. Ο ρόλος μου μέχρι σήμερα έχει διαμορφωθεί ως εξής: επισκέπτομαι τακτικά τους παιδικούς σταθμούς, σε εβδομαδιαία βάση. Μπαίνοντας στις τάξεις ο ρόλος μου περιορίζεται κυρίως στην παρατήρηση των νηπίων κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων και του παιχνιδιού. Στη συνέχεια συζητώ με τους παιδαγωγούς και όταν κρίνεται αναγκαίο γίνεται μία

επικοινωνία με τους γονείς. Πολλές φορές οι γονείς απευθύνονται οι ίδιοι αναζητώντας κάποιες συμβουλές ή προσπαθώντας να εναποθέσουν κάπου την ανησυχία τους. Θα έλεγα ωστόσο ότι συχνότερα η επικοινωνία με τους γονείς συμβαίνει διαμέσω των παιδαγωγών.

Ενώ λοιπόν οι παιδαγωγοί μου μιλούν με μεγάλη ευχέρεια για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα παιδί, η στιγμή της συνάντησης με τους γονείς δειχνεί μία

μάλλον πιο δύσκολη υπόθεση. Οι συμπεριφορές που θα σας παρουσιάσω με οδήγησαν στο να παρομοιάσω τη στάση τους απέναντι στους γονείς με την αντίδραση που παρουσιάζει κάποιος μπροστά σε ένα φοβογόνο αντικείμενο. Συζητώ με την Λ. , μία

νέα παιδαγωγό προνηπίων για την περίπτωση ενός παιδιού με σημανικές δυσκολίες στο λόγο. Την πρώτη φορά που της αναφέρω ότι κάποια πράγματα θα πρέπει να τα μεταφέρει στους γονείς εκείνη απαντά: «Τι? Να το πω στους γονείς;» Κοκκινίζει, χαμογελάει και μου εξηγεί οτι στο χώρο που εργαζόταν λίγους μήνες πριν η επικοινωνία με τους γονείς ήταν απαγορευμένη. Οι μόνες πληροφορίες που επιτρεπόταν να μεταφερθούν αφορούσαν στον αν το παιδί έφαγε και αν κοιμήθηκε. Αλλά και στην περίπτωση μίας πιο έμπειρης παιδαγωγού, της Κ. η αντίδραση της είναι παρόμοια όταν ένα παιδί από την τάξη της που πλησιάζει το τρίτο έτος δεν προφέρει καμία λέξη. Της προτείνω να μεταφέρει στους γονείς απλές και γενικές πληροφορίες που αφορούν τα περισσότερα παιδιά αυτής της ηλικίας. Η Κ. με ρωτάει αρκετές φορές το αν θα πρέπει η ίδια να το πει κ τι ακριβώς θα είναι αυτό, ως εάν να επρόκειτο να θέσει μία

κλινική διάγνωση. «Καλά, εγώ θα το πω, αλλά δεν ξέρω αν οι γονείς…». Το άγχος της είναι διάχυτο. Θα έλεγα οτι όσο πιο συγκεκριμένα είναι αυτά που έχουν παρατηρήσει οι παιδαγωγοί κ όσο πιο πολύ ανησυχούν για ένα παιδί, τόσο πιο έντονος είναι ο φόβος στη σκέψη μεταφοράς πληροφοριών στους

γονείς κάτι που ίσως με ασυνείδητο τρόπο τις οδηγεί στην αποφυγή αυτής της επαφης με τους γονείς.

Άλλοτε πάλι οι παιδαγωγοί οδηγούνται απο υπερβολικό ζήλο αλλά κ από το ασυνείδητο άγχος τους, στο να δημιουργούν τέτοιες σχέσεις εγγύτητας με τους γονείς που οι πληροφορίες τελικά χάνονται, καθότι πίσω απο τις έντονες και ξαφνικές εκδηλώσεις φιλικής διάθεσης πάντα λανθάνουν μηχανισμοί υποτίμησης του άλλου.

Πολύ κοντά ή πολύ μακριά; Τυπικά η φιλικά; Τι λέμε στους γονείς και με ποιό τρόπο. Θα προσπαθήσω σήμερα

να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα. Προηγουμένως όμως θα πρέπει να

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

http://www.abctoys.gr 24
Αθήνα,
13
–14 Δεκεμβρίου 2014

κατανοήσουμε τι είναι αυτό που συμβαίνει στην επαφή με τους γονείς και γιατί στ’αλήθεια θα πρέπει περισσότερο απο κάθε άλλη ηλικία ο παιδαγωγός να αναπτύσσει μία

καλή σχέση με τους γονείς.

Κατά τον Donald Winnicott, έναν παγκοσμίως γνωστό Άγγλο ψυχαναλυτή που ασχολήθηθηκε κυρίως με την παιδοψυχανάλυση ο παιδικός σταθμός θα πρέπει να θεωρείται μία

σαν μία

«προς τα πάνω» προέκταση της οικογένειας παρά σαν μία

«προς τα κάτω» προέκταση της δημοτικής εκπαίδευσης
1
. Με αυτή την έννοια, μόνο αν πάρουμε υπόψη μας το ρόλο της μητέρας και τις ανάγκες του παιδιού , θα μπορέσει κανείς να κατανοήσει πραγματικά τον τρόπο που ο παιδικός σταθμός μπορεί και πρέπει να συνεχίσει το έργο της μητέρας. Έτσι ο παιδαγωγός καλείται να δημιουργήσει αυτο που ο Winnicott αποκαλεί ένα «διευκολυντικό περιβάλλον» για το παιδί. Ο χώρος του παιδικού σταθμού, όπως και η μητέρα, θα πρέπει να είναι δηλαδή υποστηρικτικός των δυνατοτήτων που παρουσιάζει ενα παιδί αλλά και της σχέσης μητέρας παιδιού. Η ειλικρινής και εγκάρδια σχέση ανάμεσα στη μητέρα και στη νηπιαγωγό θα δημιουργήσει

ένα κλίμα εμπιστοσύνης στη μητέρα και την αίσθηση σιγουριάς για το ίδιο το παιδί.

Θα μπορούσαμε να πουμε έτσι οτι ο παιδικός σταθμός αποτελεί ένα σημείο

συνάντησης τριών ή και περισσοτέρων ψυχισμών: του παιδιού, της μητέρας, της παιδαγωγού και ίσως κ του πατέρα. Στην επαφή με τους γονείς κινητοποιούνται άγχη και άμυνες που δύσκολα γίνονται συνειδητά. Η είσοδος του παιδιού στον παιδικό σταθμό αποτελεί πολλές φορές την πρώτη κοινωνική εμπειρία για το παιδί εκτός του οικογενειακού πλαισίου. Αποτελεί κατά τον Winnicott ένα «ψυχολογικό πρόβλημα»
2
για το παιδί και για τη μητέρα, προσθέτω εγω, και μία

ευκαιρία για την παιδαγωγό να συμβάλλει στην ψυχοδιανοητική υγεία του παιδιού. Ας δούμε λοιπόν τι συμβαίνει στον ψυχισμό της μητέρας. Ένα απο τα σημαντικά καθήκοντα που έχει πραγματοποιήσει η μητέρα είναι αυτό που ο Winnicott αποκαλεί «αποκοπή». Η μητέρα έχει προσφέρει κάτι καλό

μητρικό γάλα

και περίμενε μέχρι τη στιγμη που το παιδί έδωσε σημεία οτι είναι έτοιμο να αποκοπεί και οτι ολοκλήρωσε αυτή τη διαδικασία παρά τις οργισμένες προσπάθειες του παιδιού να παραμείνει στο στάδιο αυτό. Όταν το παιδί περνά από την οικογενειακή φροντίδα στην σχολική φροντίδα, η εμπειρία αυτή επαναλαμβάνεται σε κάποιο βαθμό. Η παιδαγωγός κατανοεί καλά αυτο που αποκαλούμε «περίοδο προσαρμογής» για το παιδί αλλά δέχεται δύσκολα το γεγονός οτι η μητέρα έρχεται με το παιδί αγκαλιά, δυσκολεύεται να το αποχωριστεί η ίδια και φεύγει απο την τάξη με στενοχώρια και ενοχή. Εκτός απο το άγχος «αποκοπής» που εμφανίζει η μητέρα θα μπορούσαμε να πούμε οτι με το ξεκίνημα του παιδικού σταθμού κινητοποιούνται στην ίδια άγχη εγκατάλειψης, που αφορούν είτε στην ενοχή που κατακλύζει τη μητέρα οτι εγκαταλείπει το παιδί της για να παει στη δουλειά, είτε σε άλλες περιπτώσεις πιο ιδιαίτερες η μητέρα νιώθει οτι είναι το παιδί που την αφήνει. Τυχόν τραύματικες εμπειρίες που αφορούν στο ξεκίνημα της δικής της σχολικής ζωής και της δικής της σχέσης με τους γονείς ενεργοποιούνται συχνά. Η σκέψη οτι μία

άλλη, συνήθως γυναίκα, θα αναλάβει τον δικό της μητρικό ρόλο προκαλεί αισθήματα φθόνου και αντιζηλίας στη μητέρα. Δεν είναι τυχαίο οτι οι άντρες παιδαγωγοί, αν και λίγοι, είναι πιο εύκολα αποδεκτοί απο τις μητέρες ενώ εμπειρικά διαπιστώνουμε πως οι μητέρες αναπτύσσουν ευκολότερα μία

σχέση εμπιστοσύνης μαζί τους. Συχνά επίσης βλέπουμε οτι η μητέρα αναρωτιέται σε σχέση με τον δικό της μητρικό ρόλο για πρώτη φορά όταν το παιδί ξεκινά παιδικό σταθμό. Η απειλή είναι κοντά. Το παιδί για πρώτη φορά θα λάβει φροντίδα απο ένα άγνωστο στη μητέρα πρόσωπο το οποίο δεν μπορεί να ελέγξει με τον τρόπο που θα ήθελε η ίδια. Και αν το παιδί νιώσει καλύτερα μαζί της; Εάν εκείνη γίνει η καλή μητέρα και η ίδια η κακιά μητέρα; Αναρωτηθείτε πως νιώθει μία

μαμά οταν στο σπίτι και όσο η μητέρα είναι με το παιδί, εκείνο αναφέρει οτι θέλει τη δασκάλα του. Από την άλλη μεριά όταν η παιδαγωγός αναφέρει οτι το παιδί παρουσιάζει κάποια δυσκολία το άγχος αποτυχίας στη μητέρα δυναμιτίζεται και απαντώντας αμυντικά χρεώνει στην ίδια την παιδαγωγό αυτό που το παιδί δεν καταφέρνει. Λειτουργεί δηλαδή προβολικά. Το ενδιαφέρον που μπορεί να
1

Ντ. Βίννικοτ,

(1973), «Η μητέρα, η νηπιαγωγός και οι ανάγκες του παιδιού»,

Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1976 , σελ. 219.

2

Ibid.,
σελ.
227.

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

http://www.abctoys.gr 25
Αθήνα,
13
–14 Δεκεμβρίου 2014

παρουσιάζει ένα παιδί για να στραφεί έξω από τη σφαίρα της οικογένειας μπορεί να ερμηνευτεί από την μητέρα ως μία

απάντηση

στη δική της ανεπάρκεια και όχι ως ένα μέρος της φυσιολογικής ανάγκης και ανάπτυξης του παιδιού. Όλα τα παραπάνω αποτελούν στο μεγαλυτερο μέρος ασυνείδητες διεργασίες και άγχη που αν και η παιδαγωγός φαίνεται να αγνοεί συνειδητά, ωστόσο βιώνει κ αντιμετωπίζει καθημερινά στην επαφή με τους γονείς και κυρίως στη διάρκεια των ενημερωτικών συναντήσεων. Από την άλλη μεριά, η παιδαγωγός βιώνει και εκείνη το δικό της άγχος αποτυχίας ή και ανεπάρκειας. Η μη δυνατότητα σταθερής συνεργασίας σε κάποιο πλαίσιο την αποτρέπει από το να επενδύσει στη σχέση της με το παιδί και με τους γονείς αφού πολύ συχνά στις μέρες μας η συνεργασία με έναν παιδικό σταθμό διαρκεί μερικούς μόνο μήνες. Άλλοι παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τη σχέση που αναπτύσσει με τους γονείς είναι η οικογενειακή της κατάσταση και πιο συγκεκριμένα το εάν η ίδια έχει καταφέρει να διαχειρίζεται τις δύσκολες καταστάσεις με τα δικά της παιδιά. Πιο σπάνια παρατηρούμε την παιδαγωγό προσχολικής ηλικίας να συναγωνίζεται το ρόλο της μητέρας. Τέλος ένας παράγοντας σημαντικός φαίνεται να είναι η εμπειρία μίας ψυχοθεραπείας αφού η επεξεργασία των δικών της δυσκολιών και της δικής της σχέσης με τους δικούς της γονείς, βοηθά στη δημιουργία μίας πιο ποιοτικής και ήρεμης σχέσης με τους γονείς αλλά και με τα παιδιά.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε οτι ο ρόλος της παιδαγωγού είναι διπλός αφού δεν αναλαμβάνει μόνο το παιδί αλλά και οτι εγγράφεται στον ψυχισμό της μητέρας και

στη σχέση της μητέρας με το παιδί της.

Αν μπορούμε σχηματικά να μιλήσουμε για το πώς οι παιδαγωγοί θα πρέπει να σχετίζονται με τους γονείς θα μπορουσαμε να πούμε οτι για αρχή είναι σημαντικό να λαμβάνουν υπόψιν τους τους παραπάνω παράγοντες οι οποίοι αναφέρονται στο αποτέλεσμα κάποιων ασυνείδητων διεργασιών. Στο ξεκίνημα της σχέσης με τους γονείς η παιδαγωγός

θα πρέπει να αντλήσει πληροφορίες για το παιδί από τη μητέρα και να της επισημάνει οτι για οποιαδήποτε αλλαγή συμβαίνει στη ζωή του παιδιού ή της οικογένειας, θα πρέπει η ίδια να είναι ενήμερη. Θα πρέπει να εξηγήσει στους γονείς ότι η καθημερινή ενημέρωση

δεν είναι απαραίτητη. Στην επαφή με τους γονείς και όταν θα πρέπει να μεταφέρουν κάποιες πληροφορίες ή κάποιες ανησυχίες για τις δυσκολίες που διακρίνουν σε ένα παιδί είναι σημαντικό να θέτουν αυτή την ανησυχία με τον εξής τρόπο: Ξεκινάμε την περιγραφή από τα θετικά στοιχεία του παιδιού. Εάν αναφερθούμε αμέσως στην δυσκολία που μας ανησυχεί το πιο πιθανό είναι οτι οι γονείς δεν θα μπορέσουν να ακούσουν αυτό που θέλουμε να τους μεταφέρουμε. Στο λόγο του παιδαγωγού θα πρέπει να αποφεύγεται κάθε έννοια που φέρει έναν διαγνωστικό χαρακτηρα όπως: υπερκινητικό, με διάσπαση προσοχής, στοιχεια αυτισμού. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα να αποτρέψει τους γονείς από μία

αναζήτηση βοήθειας αφού θα τους τρομάξει και θα ενεργοποιήσει τις άμυνες τους. Αντίθετα η παιδαγωγός θα πρέπει να καταφέρει απλά να περιγράψει αυτό που παρατηρεί στο παιδί χρησιμοποιώντας ήρεμες και πιο ουδέτερες ώς πρός το περιεχόμενο εκφράσεις. Αφού θέσει διακριτικά τη σκέψη της είναι καλό να ρωτήσει αμέσως εάν οι γονείς έχουν παρατηρήσει κάτι τέτοιο στο παιδί. Αυτό θα επιτρέψει στην παιδαγωγό να γνωρίζει σε ποιό βαθμό θα πρέπει να προχωρήσει στην ανάλυση της ανησυχίας της. Αν φαίνεται οτι απορρίπτουν αμέσως τη σκέψη της παιδαγωγού, τότε εκείνη δεν θα πρέπει να επιμείνει. Θα συνεχίσει να παρατηρεί το παιδί και μετά απο λίγο καιρό θα αναφερθεί ξανά σε αυτό που την απασχολεί. Τέλος, είναι σημαντικό το να μην προτείνει η παιδαγωγός το είδος της θεραπείας που μπορεί να χρειάζεται ένα παιδί, αλλά να παραπέμπει σε ένα δημόσιο πλαίσιο προκειμένου να γίνει μία

συνολική εκτίμηση των δυσκολιών του παιδιού ή και στον παιδίατρο που παρακολουθεί το παιδί.

Θα κλείσω αυτή την ομιλία λέγοντας οτι αν και οι παιδαγωγοί των νηπίων προσχολικής ηλικίας βιώνουν συχνά ένα αίσθημα ματαίωσης οταν βλέπουν ότι οι γονείς παραβλέπουν τις δικές τους ανησυχίες, ωστόσο η ενημέρωση είναι απαραίτητη και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς τους. Όταν οι γονείς επισκέπτονται κάποιο χώρο για να διερευνήσουν τις δυσκολίες που παρουσιάζει ένα παιδί, τις περισσότερες φορές αναφέρουν οτι ο προβληματισμός ξεκίνησε μετά από κάποια συζήτηση που είχαν με την παιδαγωγό του παιδιού. Και αν και η κινητοποίηση δεν είναι τόσο άμεση όσο θα περίμενε κανείς, ωστόσο

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

http://www.abctoys.gr 26
Αθήνα,
13
–14 Δεκεμβρίου 2014

είναι αυτά τα λόγια της παιδαγωγού που πολλές φορές θα οδηγήσουν τους γονείς στην αναζήτηση κάποιας βοήθειας.
Βιβλιογραφία

Ντόναλντ Βίννικοτ, Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1976.

Marie Anaut, Les thérapies familiales, Armand Colin, Paris, 2012.

Advertisements