Τα ψυχικά ελλείμματα των γονιών
«Ίσως όλοι οι δράκοι της ζωής μας να ‘ναι πριγκηπέσες, που δεν προσμένουν παρά την ώρα που θα μας δουν όμορφους και τολμηρούς. Ίσως κάθε τι τρομαχτικό να ‘ναι, στο απώτατο βάθος του, έρημο κι αβοήθητο και να προσμένει από μας βοήθεια». Rainer Maria Rilke

Kάθε παιδί έχει ανάγκη να το καταλαβαίνουν, να το παίρνουν στα σοβαρά και να το σέβονται.

Ένα παιδί κοιτάζει στο πρόσωπο των γονιών του και αυτό που χρειάζεται είναι, να αντικρίσει σε εκείνους ένα συναισθηματικό καθρέφτη στοργής και κατανόησης.

Ένα παιδί όταν γεννιέται χρειάζεται να νιώσει πως του ανήκουν οι γονείς του και πως ανήκει και εκείνο σε εκείνους, του είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι μέσα από μια στενή σχέση που δημιουργούν μαζί του όπου διαθέτουν τον εαυτό τους σε εκείνο, ώστε να αισθανθεί ασφάλεια και εμπιστοσύνη.

Εάν οι γονείς είναι ψυχικά υγιείς και έχουν μια ισορροπημένη σχέση μεταξύ τους, τότε κοιτάζουν εκείνο και τη μοναδική του προσωπικότητα, αγαπώντας το για τον εαυτό του.

Αν όμως δεν νιώθουν ασφαλείς, τότε προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες τους μέσω του παιδιού τους. Οσο θα προβάλλουν επάνω του τις δικές τους προσδοκίες, τα άγχη και τα σχέδια για το μέλλον του, το παιδί δεν θα βρίσκει τον εαυτό του, αλλά αυτά που προβάλουν οι γονείς του σε εκείνο.

Θα γεμίζει από τις προβολές τους και θα πορεύεται στη ζωή του σύμφωνα με αυτές, θα αναπτύσσεται σύμφωνα με τις ανάγκες τους, θα γίνεται ένα μέσο για να εξυπηρετεί τα απωθημένα τους όνειρα, προσπαθώντας να τους ικανοποιήσει, θα ακολουθεί τη ζωή του φορώντας μια μάσκα νομίζοντας πως αυτό είναι το αληθινό του πρόσωπο και θα χάσει ολότελα τον εαυτό του.

Οι φυσιολογικές ανάγκες που αντιστοιχούν στην ηλικία του παιδιού δεν θα μπορούν να βιωθούν σαν ολοκληρωμένη εμπειρία και το παιδί είτε θα τις απωθεί είτε θα τις βιώνει με τρόπο διασπασμένο και αποσπασματικό, οπότε θα ζει προσκολλημένο στο παρελθόν και θα αντιδρά στην καθημερινότητά του, σαν να ζει τους κινδύνους του παρελθόντος, οι οποίοι θα διαστρεβλώνουν την οπτική του για την πραγματικότητα.

Είναι σαν να υποδέχεται κάθε τωρινή στιγμή φορώντας μια πανοπλία, οπότε αποκρούει ή επιτίθεται στα συναισθήματα που του γεννά, γιατί η μνήμη θα τον επιστρέφει ή το σκέπαστρό της θα τον εμποδίζει να δει την πραγματικότητα της, άρα είτε θα την εξιδανικεύει είτε θα υποτιμά τη σημασία της.

Αν ένας γονιός δεν έχει αντιμετωπίσει τα συναισθήματα του από το παρελθόν, νιώθει κατάθλιψη. Θα αντιμετωπίζει λοιπόν το παιδί του ως κάποιον που βρίσκει σε εκείνον αυτά που δεν βρήκε από το γονιό του.

Μπορεί επιτέλους να βρει κάποιον, ο οποίος είναι στη διάθεσή του, λειτουργεί ως αντανάκλαση των δικών του προσδοκιών και τον ελέγχει πλήρως ώστε να είναι επικεντρωμένος σε αυτόν, να μην τον εγκαταλείπει και να του προσφέρει όλη την προσοχή και τον θαυμασμό. Αν οι απαιτήσεις του παιδιού γίνουν πολύ μεγάλες, μπορεί να το ελέγχει και να το κάνει να μην τον ενοχλεί. Ετσι, χρησιμοποιώντας το παιδί του, αισθάνεται με εσφαλμένο τρόπο ότι οι άλλοι τον υπολογίζουν, τον φροντίζουν και τον σέβονται.

Κάποιος, που χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο αναγκών και προσδοκιών άλλων, εκδηλώνει διαφόρων τύπου ναρκισσιστικές διαταραχές σύμφωνα με την Αλίς Μίλερ.

Οι κυριότερες είναι οι ιδέες μεγαλείου και η κατάθλιψη. Στην πραγματικότητα οι ιδέες μεγαλείου είναι η άμυνα ενάντια στην κατάθλιψη και η κατάθλιψη είναι η άμυνα στο βαθύ πόνο για την απώλεια του εαυτού.

Ένα άτομο με ιδέες μεγαλείου προκαλεί το θαυμασμό, τον οποίο χρειάζεται, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτόν, θαυμάζει και ο ίδιος τον εαυτό του για τα χαρίσματά του ή τα επιτεύγματά του, για τα οποία αισθάνεται ικανοποίηση, αλλά δεν στηρίζει την αυτοεκτίμησή του στην αυθεντικότητά των συναισθημάτων του, γιατί ο ίδιος δεν βοηθήθηκε να αναπτύξει ένα αυθεντικό εαυτό που θα μπορούσε να του δώσει δύναμη και στήριξη.

Πιστεύει και θαυμάζει τον εαυτό του, όσο καταφέρνει να κερδίζει στις εντυπώσεις του. Οποιαδήποτε απώλεια όμως τον κλονίζει και τον αποδιοργανώνει ψυχικά, γιατί δεν έχει μάθει να δέχεται τον εαυτό του στην ολότητά του. Κάποιος, που αισθάνεται πως αγαπιέται μόνο όσο εκπληρώνει τα οικογενειακά ιδεώδη μέσω των ικανοτήτων του, των ταλέντων του, αισθάνεται ντροπή κάθε φορά που αποτυγχάνει, σκεπτόμενος την απογοήτευση και το αίσθημα ντροπής που θα αισθανθούν οι άλλοι για αυτόν.

Οι άνθρωποι με ιδέες μεγαλείου συσχετίζουν τον θαυμασμό με την αγάπη. Επιζητούν τον θαυμασμό διαπρέποντας σε ό,τι κι αν κάνουν, αλλά δεν ικανοποιούνται ποτέ, γιατί ο θαυμασμός δεν είναι αγάπη που προσφέρει την πληρότητα.

Υποκαθιστά κατά κάποιο τρόπο τις πρωταρχικές τους ανάγκες για σεβασμό, κατανόηση, ανάγκη πως τους παίρνουν οι άλλοι στα σοβαρά, ανάγκες που έχουν μείνει απωθημένες από παιδιά, γιατί δεν ικανοποιήθηκαν ποτέ.

Αναζητούν υποκατάστατες λύσεις, γιατί δεν έχουν αισθανθεί την αγάπη με αποδοχή, οπότε δεν μπορούν να την αναζητήσουν, γιατί δεν γνωρίζουν πού να προσανατολιστούν και ικανοποιούνται με υποκατάστατα τα οποία δεν τους ολοκληρώνουν.

Όσο όμως παραμένουν έγκλειστοι της ανάγκης τους για επιβεβαίωση και θαυμασμό δεν απελευθερώνονται, γιατί παραμένουν εξαρτημένοι από το θαυμασμό των άλλων και γιατί ο αυτοσεβασμός τους εξαρτάται από διάφορα χαρίσματα, ρόλους και επιτεύγματα, τα οποία όμως είναι προσωρινά και μπορεί ξαφνικά να τους απογοητεύσουν. Δεν μπορούν να στραφούν στο μόνο σταθερό που διαθέτουν, το οποίο είναι ο εαυτός τους, γιατί δεν έμαθαν να τον αναγνωρίζουν.

Μερικές φορές η κατάθλιψη εμφανίζεται όταν οι ιδέες μεγαλείου διαλύονται εξαιτίας μιας ασθένειας, μιας αναπηρίας, μιας απώλειας, μιας συνταξιοδότησης ή εξαιτίας των γηρατειών.

Εκείνοι, που δεν μπόρεσαν να δουν στο βλέμμα των γονιών τους τον εαυτό τους, αλλά βίωσαν την σύγχυση τους, γυρεύουν να καθρεφτιστούν μέσω υποκατάστατων λύσεων και όταν οι καθρέφτες αποσύρονται, ένα βαθύ αίσθημα εγκατάλειψης και απόρριψης κλονίζει τον ψυχισμό τους.

Όσο επιτυχημένος, σπουδαίος και δυνατός κι αν νιώθει κάποιος, στηρίζοντας την ικανοποίηση που νιώθει για τον εαυτό του μόνο στα επιτεύγματα του, νιώθει κενό, κι ένα βαθύ αίσθημα ματαιότητας, αν χρησιμοποιεί την επιτυχία του ως υποκατάστατο αναγκών και συναισθημάτων, που έμειναν ακάλυπτα από παιδί. Το αίσθημα επίσης, ότι κάποιοι τον βλέπουν και τον καταλαβαίνουν αγαπώντας τον, του προκαλεί ανοίκεια συναισθήματα που δυσκολεύεται να τα αξιοποιήσει τοποθετώντας τα στον ψυχισμό του. Όσο λοιπόν δεν έρχεται σε επαφή με το πρόβλημά του και δεν το αντιμετωπίζει θεραπευτικά, αλλά παραμένει εγκλωβισμένος σε αυτό μέσα από αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, μεθάει με την επιτυχία ναρκώνοντας τα συναισθήματα του, ενώ οι παλιές πληγές παραμένουν εκεί, ματώνοντάς τον.

Τα εξαιρετικά επιτεύγματά μπορούν να του δώσουν τη δυνατότητα να διατηρήσει την ψευδαίσθηση της σταθερής προσοχής των άλλων και της διαθεσιμότητάς τους. Τρέφεται βουλιμικά από αυτά, γιατί δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις συναισθηματικές ελλείψεις της παιδικής του ηλικίας και να έρθει σε επαφή με τις συναισθηματικές του αντιδράσεις.

Όσο παραμένει αιχμάλωτος των ιδεών μεγαλείου σχετίζεται με άλλους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από έντονα καταθλιπτικά στοιχεία και οι οποίοι αναλαμβάνουν ασυνείδητα να υποδύονται τα καταθλιπτικά γνωρίσματά του. Φροντίζει λοιπόν τους άλλους, λυπώντας τους και προστατεύοντάς τους, σαν να είναι παιδιά, κρατώντας τους αιχμάλωτους σε αυτην την θέση, για να διατηρήσει εκείνος την αίσθηση της δύναμης, της στήριξης μέσα από υποστυλώματα που παραμένουν πάντα εκεί για εκείνον, εξαιτίας της αδυναμίας τους. Η προσωπικότητά του δεν έχει γερά θεμέλια και εξαρτάται από υποστηρίγματα, όσο αρνείται την προσωπική του αλήθεια.

Σχετίζεται με εκείνους που εμφανίζουν καταθλιπτικά συμπτώματα, γιατί με αυτόν τον τρόπο κρατά την κατάθλιψη έξω από τον εαυτό του, φροντίζοντας τον κακόμοιρο σύντροφο του, προστατεύοντας τον, κάνοντας τα πάντα για αυτόν, ελέγχοντας με αυτόν τον τρόπο τη δική του κατάθλιψη, γιατί όσο ασχολείται μανιωδώς με εκείνον, αποφεύγει να έρθει σε επαφή με τα δύσκολα συναισθήματά του. Επιπλέον νιώθει δυνατός και αναντικατάστατος, όσο τον υποστηρίζει στην οικοδόμηση της προσωπικότητάς του, την οποία ελέγχει επιτηδευμένα, ώστε να μη απελευθερωθεί το άλλο πρόσωπο και τον εγκαταλείψει. Αρνείται τα συναισθήματά του, αρνείται την έκφραση της ελευθερίας και της αλήθειας του, οπότε παρεμποδίζει την ελεύθερη έκφραση των ανθρώπων που είναι δίπλα του.

Πίσω από αυτό κρύβεται η τραγωδία της απώλειας του εαυτού, ο οποίος αντικαθιστάται από ένα ψευδή εαυτό, από μια εύθραυστη ελλιπή αυτοεκτίμηση, όπου επειδή δεν εμπιστεύεται τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του, αρνείται τα συναισθήματά του, ελέγχει και κυριαρχεί στις σχέσεις του από φόβο πως θα χάσει τα συναισθήματά τους προς αυτόν, όταν οι άλλοι αντιληφθούν την υποτιθέμενη μηδαμινότητά του.

Η κατάθλιψη είναι ένας τρόπος για να έρθει σε επαφή με τις πληγές του, αλλά μόνο αν αποφασίσει ο ίδιος, μπορεί να θεραπεύσει τα πληγωμένα συναισθήματά του, γιατί αλλιώς μπορεί να τον τυλίξει στην άβυσσο της και να χάσει τον δρόμο για την έξοδο.

Η φυσική επαφή με τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας ενισχύει την αυτονομία και την ελευθερία.

Η έκφραση των επιθυμιών μας, χωρίς να εξαρτιόμαστε από την επιβεβαίωση των άλλων, για να τις κάνουμε αποδεκτές, ενισχύει την αγάπη μέσα μας για τον εαυτό μας και τους άλλους.

Αγγελική Μπολουδάκη, Ειδικός Ψυχικής Υγείας

Βιβλιογραφία:
• “Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας”, Alice Miller, Ροές.
• “Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα”, Αγγελική Μπολουδάκη, Αραξοβόλι.

Πηγή: haniotika-nea

Advertisements