Ελάχιστα θέματα προκαλούν τόσο έντονα συναισθήματα και περιβάλλονται από τόσα ταμπού και προκαταλήψεις όσο η παιδική σεξουαλικότητα. Πολύ συχνά, γονείς, προσωπικό παιδικών σταθμών αλλά και δάσκαλοι στο σχολείο νιώθουν αμηχανία, αβεβαιότητα, εκνευρισμό, θυμό, ντροπή και άλλου είδους συναισθήματα -ποτέ όμως αδιαφορία- όταν γίνονται αποδέκτες, ιδιαίτερα όταν δεν το περιμένουν, ερωτήσεων ή διαφόρων εκδηλώσεων μικρών παιδιών που αφορούν στη σεξουαλικότητά τους. Όμως, εκτός από τους παραπάνω λόγους, είναι και η έλλειψη γνώσεων και εκπαίδευσης γύρω από αυτό το τόσο σημαντικό για ολόκληρη την μετέπειτα ζωή θέμα που κάνουν κάποιον να νιώθει άβολα και αμήχανα μπροστά σε κάθε εκδήλωση της παιδικής σεξουαλικότητας.
Εάν κάποιος, από οποιαδήποτε θέση, δεν γνωρίζει ποιες είναι οι φυσιολογικές εκδηλώσεις της παιδικής σεξουαλικότητας, πώς είναι δυνατόν να τις ερμηνεύσει σωστά και, αν χρειασθεί, να παρέμβει, να καθησυχάσει, να συμβουλεύσει, να καθοδηγήσει, να βάλει όρια ή να απαγορεύσει; Η άγνοια αφήνει συνήθως χώρο στα εσωτερικά μας φαντάσματα, τα ταμπού και οι προκαταλήψεις θεριεύουν εντός μας, η λογική επισκιάζεται από τα έντονα συναισθήματα που κινητοποιούνται, ανοίγοντας με τον τρόπο αυτό το δρόμο για την παρόρμηση, τον αυτοσχεδιασμό, την απαγόρευση, την τιμωρία, τον εκφοβισμό και την απόρριψη που μόνο σύγχυση, φόβο και ενοχές δημιουργούν στο παιδί.
Η παιδική σεξουαλικότητα
Η σεξουαλικότητα αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το σώμα έχει ενδιαφέρον και αποτελεί πηγή ευχαρίστησης ΚΑΙ για τα παιδιά (ας μην ξεχνάμε πως ακόμα μέχρι και πριν από κάποιες δεκαετίες θεωρούνταν πως ούτε καν η γυναίκα είχε δικαίωμα στη σεξουαλικότητα και στον έρωτα, παρά μόνο για να διαιωνίζει το είδος). Κάθε παιδί γεννιέται με την ικανότητα να βιώνει σεξουαλικά αισθήματα και να αντλεί ευχαρίστηση από το κορμί του. Όλοι ΕΤΣΙ γεννιόμαστε γιατί ΕΤΣΙ είναι η ανθρώπινη φύση και αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό.
Υπάρχει μια συχνή «παρεξήγηση» ή/και έλλειψη πληροφόρησης σε πολλούς από εμάς. Και μόνο στο άκουσμα της λέξης «σεξουαλικότητα», ο νους μας πηγαίνει στην ενήλικη σεξουαλικότητα αλλά και στην ερωτική πράξη η οποία δεν είναι παρά μόνο ένα μικρό μέρος της σεξουαλικότητάς μας. Άλλο πράγμα το σεξ και άλλο η σεξουαλικότητα. Πιο συγκεκριμένα, η παιδική σεξουαλικότητα είναι πολύ διαφορετική από αυτήν των ενηλίκων και σημαίνει, κατά κύριο λόγο, αλληλεπίδραση γύρω από κάτι καινούργιο και ενδιαφέρον, όρια, εγγύτητα, συναισθήματα, σωματική επαφή, ενίσχυση της αίσθησης πως είμαι αγόρι ή κορίτσι και σωματική ευφορία.
Με άλλα λόγια, η παιδικη σεξουαλικοτητα αφορά σε μεγάλο βαθμό τη συσσώρευση γνώσης και απαραίτητης εμπειρίας διαμέσου της διερεύνησης του σώματος μέσα από το παιχνίδι και τη σύγκριση με τους άλλους. Η διεργασία αυτή είναι όχι μόνο φυσιολογική, αλλά και απαραίτητη για την εξέλιξη του παιδιού και τη διαμόρφωση μιας ισορροπημένης σεξουαλικότητας που να του δίνει χαρά και ευχαρίστηση, κυρίως μέσα από το μοίρασμα με κάποιον άλλον. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως το περίφημο παιχνίδι του γιατρού των μικρών παιδιών το συναντάμε σε όλες τις χώρες του κόσμου και δεν είναι παρά η φυσική τους προσπάθεια να βρουν απαντήσεις σε σημαντικά εξελικτικά ερωτήματα που γεννώνται εντός τους και που αφορούν στο σώμα, στο φύλο και στη σεξουαλικότητά τους γενικότερα.
Όταν τα παιδιά παίζουν το παιχνίδι του γιατρού ή άλλα ανάλογα παιχνίδια που αφορούν στη διερεύνηση του σώματός τους, αυτό γίνεται συνήθως με άλλα παιδιά ανάλογης ηλικίας, με διαφορά όχι μεγαλύτερη των τριών χρόνων στις περισσότερες των περιπτώσεων, και που βρίσκονται στην ίδια εξελικτική φάση. Περίοδοι σεξουαλικής διερεύνησης υπάρχουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής μέχρι την ενηλικίωση και που έχουν διαφορετική μορφή, ανάλογα με την ηλικία και την εξελικτική φάση που βρίσκεται το παιδί.
Οι συζητήσεις για το σώμα δημιουργούν μια αίσθηση ασφάλειας
Το παιδί που έχει μια αίσθηση εσωτερικής ασφάλειας και αυτοεκτίμηση όσον αφορά στο σώμα του έχει, επίσης, και τις απαραίτητες προϋποθέσεις να αποκτήσει μια υγιή σεξουαλικότητα και συντροφικότητα αργότερα στη ζωή από τα οποία να αντλεί ευχαρίστηση και θετική διάθεση για τη ζωή και τη σχέση με το/τη σύντροφό του.
Το παιδί που αποκτά κατανόηση και γνώση για τις διάφορες λειτουργίες του σώματος και της σεξουαλικότητάς του έχει πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να αγαπήσει το σώμα του, τον εαυτό του, να σέβεται τους άλλους και, ως ενήλικας, να είναι σε θέση να επιλέγει ώριμα το άτομο με το οποίο θα θελήσει να μοιραστεί σώμα και ψυχή. Μια καλή σχέση με τη σεξουαλικότητά μας -εκτός από τη δημιουργία μιας καλής αυτοεκτίμησης- ενδυναμώνει σημαντικά και την αίσθηση της ταυτότητάς μας, δηλαδή την αίσθηση του ποιοι είμαστε και τι θέλουμε, καθώς και μιας αίσθησης ευ ζην.
Οι συζητήσεις του γονιού ή του παιδαγωγού με το παιδί για τη σεξουαλικότητά του, που γίνονται μέσα σε ένα πνεύμα αποδοχής, κατανόησης, πληροφόρησης και χαλαρότητας, δημιουργούν την αίσθηση στο τελευταίο πως μπορεί να απευθύνεται με ασφάλεια στους ενήλικες του περίγυρού του για να πάρει τις απαντήσεις που χρειάζεται ή να μοιραστεί κάτι που του συνέβη και το φόβισε ή που το έκανε να μη νιώσει καλά.
Τι είναι φυσιολογικό και τι μη φυσιολογικό;
Κάθε κοινωνία διαμορφώνει το δικό της περιεχόμενο για το τι θεωρεί ως «φυσιολογική», δηλαδή αποδεκτή, σεξουαλικότητα. Ως εκ τούτου, η φυσιολογικότητα δεν είναι κάτι το απόλυτο ή πραγματικό αλλά κάτι που αφορά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους. Κάτι που θεωρείται ως «φυσιολογικό» σε μία γενιά μπορεί να θεωρηθεί ως προβληματικό στην επόμενη.
Αυτό, λοιπόν, που θεωρούμε ως φυσιολογική σεξουαλικότητα εξαρτάται από τις προσδοκίες και τις παραστάσεις της κοινωνίας στην οποία ζούμε γύρω από το θέμα αυτό καθώς και από το φύλο στο οποίο ανήκουμε. Πολύ απλά, μπορούμε να πούμε πως τα παιδιά μαθαίνουν τους κανόνες που διέπουν τη σεξουαλικότητα, ακολουθώντας τις υποδείξεις του περίγυρού τους για το τι είναι επιτρεπτό ή όχι.
Άρα, λοιπόν, η σεξουαλικότητα μπορεί μεν να πηγάζει από διάφορες λειτουργίες και ερεθίσματα του σώματος, αποκτά, όμως, το περιεχόμενό της μέσα από την αλληλοεπίδραση του παιδιού με τον άμεσο και ευρύτερο περίγυρό του.
Συστηματοποιημένες έρευνες δείχνουν, πάντως, πολλά συγκλίνοντα έως ταυτόσημα αποτελέσματα που αφορούν στη σεξουαλική συμπεριφορά των παιδιών, όπως:
Όλα τα παιδιά δείχνουν μια φυσική περιέργεια τόσο για το δικό τους όσο και για το σώμα των άλλων και μπορεί να συμμετέχουν τόσο σε μια σεξουαλικού τύπου διερεύνηση του σώματός τους όσο και σε ανάλογης μορφής παιχνίδια με άλλα παιδιά.
Συμπεριφορές που παραπέμπουν στην ενήλικη σεξουαλικότητα, όπως π.χ. μίμηση ή προσπάθεια ερωτικής πράξης, προσπάθεια εισχώρησης αντικειμένων στα γεννητικά όργανα κ.ά., είναι εξαιρετικά σπάνιες στην ομάδα των φυσιολογικών παιδιών και, όταν υπάρχουν, αποτελούν συνήθως ενδείξεις πιθανής σεξουαλικής κακοποίησης.
Ως προβληματική σεξουαλική συμπεριφορά σε παιδιά θεωρείται αυτή που χαρακτηρίζεται από εξαναγκασμό, απειλή, κυριαρχία, βία, επιθετικότητα και καταναγκασμό (που, επίσης, αποτελούν πιθανότατες ενδείξεις σεξουαλικής κακοποίησης), σε αντίθεση με το φυσιολογικό σεξουαλικό παιχνίδι που χαρακτηρίζεται από αυθορμητισμό, χαλαρότητα και αμοιβαιότητα.
Εναλλακτικές αιτίες μιας σεξουαλικοποιημένης συμπεριφοράς
Όταν ένα παιδί επιδεικνύει μια σεξουαλική συμπεριφορά που ανησυχεί έντονα τους ενήλικες του άμεσου περίγυρού του, η αιτία δεν είναι απαραίτητα το ενδεχόμενο μιας πιθανής σεξουαλικής κακοποίησης. Ορισμένες φορές, οι αιτίες είναι πιο ασαφείς και δυσδιάκριτες ακόμα και για έναν ειδικό. Για το λόγο αυτό, είναι πολύ σημαντικό να συλλέγουμε όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για τη συνολική συμπεριφορά του παιδιού και την κατάσταση της ζωής του.
Μια σεξουαλικοποιημένη συμπεριφορά, δηλαδή μια εξεζητημένη για την ηλικία του παιδιού σεξουαλική συμπεριφορά, μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας λανθασμένης πληροφόρησής του, που δημιούργησε αισθήματα απειλής και σύγχυση, ή η έκφραση συναισθημάτων από κάποιου είδους σοβαρή/τραυματική προσωπική προσβολή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτά που βίωσε το παιδί μπορεί να εκφράζονται μέσα από διάφορες σεξουαλικού τύπου εμμονές με το ίδιο του το σώμα ή μέσα από παιχνίδια με άλλα παιδιά. Το παιδί μπορεί, επίσης, να πλησιάζει τους ενήλικες με έναν ασύμβατο για την ηλικία του σεξουαλικής χροιάς τρόπο.
Τα παιδιά στις μέρες μας εκτίθενται ασύστολα σε ερεθίσματα και σκηνές ερωτικού περιεχομένου ή χροιάς (ακόμα και πορνογραφικό υλικό) από τα Μ.Μ.Ε και το διαδίκτυο που, μη μπορώντας να τα κατανοήσουν, και κατ΄επέκταση να τα επεξεργασθούν, τα αναπαράγουν επίμονα και έμμονα. Ίσως, ακόμα το παιδί να χρησιμοποιήθηκε, συνειδητά ή ασυνείδητα, από έναν γονιό του (κυρίως τη μητέρα) για κάλυψη προσωπικών συναισθηματικών και σεξουαλικών αναγκών του τελευταίου. Για παράδειγμα, μία μητέρα, που έχει κακή σχέση με το σύζυγό της, μπορεί να κοιμάται με το 5χρονο ή 6χρονο γιο της, να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται, και με τον τρόπο αυτό να καλύπτει έμμεσα προσωπικές της ανάγκες διαμέσου του παιδιού της. Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι άκρως αποπλανητικό για ένα αγόρι της ηλικίας αυτής και να προκαλεί σύγχυση και αντιφατικά συναισθήματα.
Επίλογος
Η παιδικη σεξουαλικοτητα περνά εύκολα απαρατήρητη στην κοινωνία μας. Αυτό μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στο παιδί και να το στρέψει προς διάφορες αμφιλεγόμενες και επικίνδυνες πηγές πληροφόρησης, στην προσπάθειά του να κατανοήσει τη σεξουαλικότητά του και να συμφιλιωθεί με αυτήν.
Η απόκτηση γνώσεων γύρω από την παιδικη σεξουαλικοτητα είναι άκρως απαραίτητη ώστε να γίνουν οι ενήλικες που ασχολούνται με το παιδί πηγή γνώσης, κατανόησης, ανακούφισης και ασφάλειας. Η έγκαιρη πληροφόρηση του παιδιού, όταν δείξει με διάφορους τρόπους πως το θέμα το απασχολεί, για συναισθήματα και ερωτήματα που αφορούν στη σεξουαλικότητά του αποτελεί την καλύτερη πρόληψη ανεπιθύμητων ενδεχόμενων αλλά και προάσπισης της ψυχικής ζωής και ισορροπίας του, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.

(Posted December 22, 2013 by Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D. in Ψυχολογία παιδιού / Γονεϊκότητα)

πηγή: http://www.i-psyxologos.gr/pediki-s…

Advertisements