Σύνδεση

“Young children need attunement with caregivers to feel safe and seen in the world”
«Τα μικρά παιδιά χρειάζονται τον συντονισμό με τους φροντιστές τους για να αισθάνονται ορατά κ ασφαλή στον κόσμο». D. Siegel
Πάνω σε αυτή την γραφή του καθηγητή ψυχιατρικής για την σχέση παιδιού- σημαντικού ενήλικα θα σταθούμε, για να δούμε τι σηματοδοτεί, τι αλλάζει, τι φέρει…
Η Ελένη είχε μόλις γεννηθεί κ ζούσαμε μέσα σε κείνες τις πρώτες κρίσιμες 40 μέρες όπου η σχέση μας εδραιωνόταν. Την κρατούσα στα χέρια μου έτσι ώστε να με κοιτά κ να την κοιτώ. Παρατήρησα κάτι συγκλονιστικό που ακόμα κ σήμερα, σαν εικόνα, υπάρχει φυλαγμένη καθαρά μέσα μου. Όποτε η Ελένη συναντούσε το βλέμμα μου σαν να έπαιρνε ζωή, κουνούσε χέρια κ πόδια, έκανε γκριμάτσες, όποτε το κεφαλάκι της γύριζε στο πλάι κ δεν με κοιτούσε όλα εκείνα τα σημάδια ζωής εξαφανίζονταν, σαν να βυθιζόταν στην ανυπαρξία. Σκεφτόμουν, είναι δυνατόν να έχω τέτοια δύναμη; Μήπως έχω κάτι μοναδικά μαγικό; Ναι είχα κ έχω, αυτό που έχει κάθε άνθρωπος σε αυτόν τον πλανήτη, την δύναμη της ΣΧΕΣΗΣ με τους άλλους ανθρώπους. Αυτό που οδηγούσε την Ελένη στην ύπαρξη κ οδηγεί χιλιάδες παιδιά του κόσμου είναι η δύναμη της σχέσης τους με τους φροντιστές τους. Κάθε φορά που ένας ενήλικας με συνεχή σταθερά επαφή με ένα παιδί συντονίζεται μαζί του, ένα λιθαράκι ασφάλειας κ σταθερής πορείας με αυτοεκτίμηση μπαίνει στον εαυτό του παιδιού.
Τι ακριβώς όμως είναι ο συντονισμός; Δεν θα περιγράψω, για το τι οι επιστήμονες υποθέτουν ότι είναι, νευροεγκεφαλικά, αλλά θα περιγράψω αυτό που βιώνω με την βοήθεια του καθηγητή D.Siegel κ πάλι. Κάθε φορά που ο φροντιστής έχει βλεματική επαφή με το παιδί, το παιδί «διαβάζει» τον εαυτό του σε αυτό το βλέμμα, καθρεφτίζεται. Αν το βλέμμα του φροντιστή δείχνει ότι ο φροντιστής είναι «εκεί» παρόν, δεν είναι αφηρημένος ή η σκέψη του απασχολημένη με άλλα θέματα, το παιδί βλέπει τον εαυτό του καθαρά κ λαμπερά. Αν αντίθετα το βλέμμα δεν είναι διαυγές το παιδί μπερδεύεται κ η ανασφάλεια γεννιέται. Το παιδί βέβαια χτίζει τον εαυτό του έτσι ή αλλιώς χρησιμοποιώντας ως βάση την όποια αντανακλούμενη στο βλέμμα, εικόνα. Το ερώτημα είναι πάνω σε ποια βάση χτίζει…
Ο συναισθηματικός συντονισμός παίρνει την μορφή της συναισθηματικής εναρμόνισης φροντιστή –παιδιού. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα θυμωμένο παιδί χρειάζεται να έχει έναν θυμωμένο γονέα για να υπάρχει συναισθηματικός συντονισμός αλλά σημαίνει ότι ο γονέας κατανοεί απόλυτα το συναίσθημα του παιδιού δεν του χρεώνει πρόθεση, δεν το αξιολογεί (δικαιολογημένο, αδικαιολόγητο). Το κοιτάζει ζεστά στα μάτια κ του λέει «καταλαβαίνω τον θυμό σου, αγαπώ κ τον θυμωμένο εαυτό σου!» διατηρώντας την δική του ψυχραιμία οδηγεί το παιδί –αφού εκφραστεί- να συντονιστεί με το δικό του συναίσθημα κ να παρατηρήσει τον θυμωμένο εαυτό του. Έτσι το παιδί οδηγείται στην αυτορρύθμιση.
Οι επαναλαμβανόμενοι συντονισμοί οδηγούν στη σύνδεση κ η σύνδεση-προσκόλληση οδηγεί στην μορφοποίηση από το παιδί του κόσμου που το περιβάλλει, οδηγεί στο είδος των σχέσεων που χτίζει. Μέσω επίσης αυτών των συντονισμών κ της σύνδεσης χτίζεται κ ο βαθμός της συνειδητής επικοινωνίας. Το παιδί μπορεί να έχει μια επιφανειακή –θα λέγαμε- επικοινωνία με τους γύρω του, αν αυτό το είδος επικοινωνίας βιώνει ή μια συνειδητή όπου όλα τα σημάδια της επικοινωνίας είναι ορατά κ αξιολογήσιμα.
Πάρα πολλές έρευνες πια έχουν αποδείξει ότι ο ασφαλής δεσμός προσκόλλησης που εδραιώνεται μέσω των πολλών στιγμών συντονισμού με τον κύριο φροντιστή οδηγούν στην διαμόρφωση ενός πλήρως λειτουργικού ενήλικα που λαμβάνει ευχαρίστηση από την συναναστροφή με τους άλλους ανθρώπους. Έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του για αυτό κ μεγάλο βαθμό αυτονομίας κ μεγάλη συναισθηματική αντοχή για τις δυσκολίες της ζωής. Αγωνίζεται με χαρά, υπομονή κ επιμονή για τους στόχους του έχοντας εμπιστοσύνη κ στους άλλους.
Όμως τα παιδιά λόγω αυτής τους της ανάγκης για συνειδητή βαθιά ουσιαστική επικοινωνία δημιουργούν ένα φορτίο στον φροντιστή. Ως ο ενήλικας της σχέσης, φέρει κ την ευθύνη της κ πολλές φορές αυτό που θα ταν μαγικό να φέρεται με χαρά φέρεται ως … ευθύνη κ βάρος κ φορτίο. Στοιχεία του παρελθόντος του γονέα όταν εκείνος ήταν παιδί έρχονται στην επιφάνεια με συγκαλυμμένο τρόπο, αδύνατο πολλές φορές να αναγνωριστεί. Μια άρνηση του παιδιού για συμμόρφωση σε κάτι που του ζητείται μπορεί να πυροδοτήσει αισθήσεις, συναισθήματα από το παρελθόν κ μέσα από αυτά τα γυαλιά ο γονέας να ερμηνεύσει την συμπεριφορά του παιδιού (να αξιολογήσει, να χρεώσει πρόθεση κλπ) κ τελικά να προκληθεί έκρηξη. Αυτή η διαδικασία όταν επαναλαμβάνεται κ δεν λύεται με την επανασύνδεση δημιουργεί μια απόσταση στη σχέση γονέα- παιδιού που ολοένα μπορεί να μεγαλώνει. Για το παιδί όλο αυτό είναι εντελώς ακατανόητο κ παραμένει έτσι όσο δεν επιλύεται. Σταδιακά κλείνει την συνειδητή επικοινωνία αφού αυτή του προκαλεί ακατανόητο πόνο κ φόβο. Ο γονέας γίνεται πιθανή απειλή, τότε το στρες κατακλύζει το παιδί κ οδηγεί σε καθαρά ενστικτώδεις αντιδράσεις όπως η πρόκληση.
Η συνειδητή επικοινωνία απαιτεί συνεχή δουλειά με τον εαυτό μας. Κ έρχεται το ερώτημα «Είμαι καλός ή κακός γονέας;». Αυτό όμως το ερώτημα είναι άκρως παραπλανητικό κ μας απομακρύνει από την ουσία της γονεϊκότητας. Μια σχέση μπορεί να έχει ποσοστό συνειδητής ή ασυνείδητης επικοινωνίας, τα υπόλοιπα είναι χαρακτηρισμοί για να αποφεύγουμε καταστάσεις ή θέματα που μας αφορούν. Η συνειδητή επικοινωνία δεν μαντεύει προθέσεις (για υποθετικούς χειρισμούς, κακία κλπ), δεν αξιολογεί τα λόγια. Ανοίγει το κανάλι επικοινωνίας κ φροντίζει να το κρατά καθαρό από τις παρεμβολές του παρελθόντος.

https://www.facebook.com/notes/%CE%BC%CE%B1%CE%B6%CE%AF-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%AF-%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%AF-%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1-%CE%BC%CE%BF%CF%85/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%B7/538979446249243

Advertisements