Θάνατος. Πώς να μιλήσω στο παιδί μου για το θάνατο;
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο θάνατος είναι ένα αναπόφευκτο κομμάτι της ζωής και παρ΄όλα αυτά όλοι ευχόμαστε να μη μας συμβεί ποτέ! Το άγχος θανάτου και απώλειας των αγαπημένων μας προσώπων είναι από τις πρώτες αγωνίες που κυριαρχούν μέσα μας. Ως παιδιά, αλλά και ως ενήλικες οχυρωνόμαστε με την παντοδυναμία και τη ψευδαίσθηση παράλληλα ότι δε μας αφορά. Ένας κοντινός στο περιβάλλον θάνατος, μας θυμίζει οδυνηρά το πόσο ευάλωτοι μπορούμε να είμαστε και αναδεικνύει εκ νέου τους φόβους μας.
Τα παιδιά έρχονται σε επαφή με το θάνατο από πολύ νωρίς κι ας μην το συνειδητοποιούμε. Βλέπουν νεκρά έντομα, πουλιά, ακόμα και ζώα σκοτωμένα στο δρόμο. Ακούν για το θάνατο από τις ειδήσεις στην τηλεόραση, στα κινούμενα σχέδια, στα παραμύθια κ.λ.π. Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής και σε κάποιο βαθμό τα παιδιά τον γνωρίζουν.
Παράλληλα, κάποτε υποτιμούμε την παρατηρητικότητα των παιδιών. Όμως, το τι είναι ο θάνατος αρχικά το εισπράττουν από τα δικά μας συναισθήματα: την αναστάτωση ή την ηρεμία μας, τον τρόπο που τα κρατάμε, τον τόνο της φωνής μας. Εκφραζόμαστε με αυτά που λέμε και κάνουμε αλλά και από αυτά που δεν λέμε. Αν αποφεύγουμε να μιλήσουμε για κάτι δυσάρεστο, τα παιδιά το νιώθουν και αισθάνονται ότι δεν μπορούν να μας ρωτήσουν αυτά που σκέφτονται. Από την άλλη δεν είναι σοφό να κατακλύσουμε τα παιδιά με πολλές πληροφορίες που δε είναι σε θέση να καταλάβουν ή δεν είναι έτοιμα να ακούσουν.
Μιλώντας τους για το θάνατο δε λύνονται όλα τα προβλήματα, όμως η απουσία οποιασδήποτε κουβέντας περιορίζει την ικανότητά μας να τα βοηθήσουμε.
Το πώς και το πότε θα μιλήσουμε στα παιδιά για το θάνατο εξαρτάται από την ηλικία τους και τις υπάρχουσες εμπειρίες τους. Εξαρτάται επίσης και από τις δικές μας εμπειρίες, πεποιθήσεις και συναισθήματα, αλλά και από την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Πιο εύκολα θα μιλήσουμε για ένα ουδέτερο θάνατο με αφορμή μια είδηση στην τηλεόραση παρά από μια συναισθηματικά φορτισμένη απώλεια ενός αγαπημένου μας προσώπου.
Είναι σημαντικό να αρχίσουμε να συζητούμε με τα παιδιά μας για το θάνατο από πολύ νωρίς, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με περιστατικά θανάτου στην καθημερινότητα, προτού συμβεί ένας κοντινός για το παιδί θάνατος.

Β. ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Πριν το δημοτικό, τα παιδιά συνήθως θεωρούν το θάνατο ως μη προσωπικό θέμα, προσωρινό, αλλά και αναστρέψιμο γεγονός, λόγω της γενικότερης μη μονιμότητας του αντικειμένου στη γνωστική τους ανάπτυξη. Η αντίληψη αυτή ενισχύεται περισσότερο, όταν οι αγαπημένοι τους ήρωες στα κινούμενα σχέδια διαλύονται, πεθαίνουν, αλλά συνεχίζουν να ζουν! Δοκιμάζουν κάποτε να τους μιμηθούν, χωρίς να σκέφτονται ότι θα κτυπήσουν, θα πονέσουν ή θα πεθάνουν.
Μεταξύ 5-9 χρονών, τα πλείστα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τη μονιμότητα και το αναπόφευκτο του θανάτου, αλλά θεωρούν ότι με την προσπάθεια και την εξυπνάδα τους μπορούν να νικήσουν το θάνατο. Σε αυτές τις ηλικίες τείνουν επίσης να προσωποποιούν το θάνατο και να τον ταυτίζουν με ένα σκελετό ή μια σκοτεινή και άσχημη φιγούρα. Κάποια παιδιά έχουν και ανάλογους εφιάλτες.
Από 9-10 ετών και μετά, αρχίζουν να καταλαμβαίνουν επιπρόσθετα ότι και αυτοί θα πεθάνουν μια μέρα, ότι ο θάνατος είναι μη αναστρέψιμο γεγονός και η απουσία του ατόμου είναι τελεσίδικη.
Νωρίς στην εφηβεία αρχίζουν να αναπτύσσουν φιλοσοφικές απόψεις για τη ζωή και το θάνατο, ψάχνουν το νόημα της ζωής και της ύπαρξης του ανθρώπου π.χ. γιατί η ζωή ή ο θεός είναι άδικοι με τους καλούς ανθρώπους, αν υπάρχει μεταθανάτια ζωή κ.λπ. Κάποιοι έφηβοι, θέλοντας να νικήσουν το φόβο τους για το θάνατο μπορεί να ρισκάρουν αχρείαστα τη ζωή τους.
Ατομικές διαφορές
Παρ΄όλα τα προαναφερόμενα στάδια αντίληψης του θανάτου, πρέπει να θυμόμαστε ότι το κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό ανάπτυξης και διαφορετικό τρόπο να εκφράζει και να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του. Κάποια παιδιά ρωτούν για το θάνατο από τα τρία τους, άλλα παιδιά στα δέκα τους, ενώ δείχνουν να μην επηρεάστηκαν από το θάνατο της γιαγιάς, αντιδρούν όμως έντονα αρνητικά με το θάνατο του σκύλου τους. Κάποια παιδιά δεν αναφέρονται ποτέ στο θάνατο, αλλά τον δραματοποιούν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού τους, π.χ. παίζουν πόλεμο και υποδύονται τους σκοτωμένους ή κάνουν τελετουργίες ταφής στο παιχνίδι.
Παρά τους διαφορετικούς τρόπους έκφρασης και κατανόησής τους, όλα τα παιδιά χρειάζονται δίπλα τους ευαίσθητους ενήλικες στις ανάγκες και αγωνίες τους, που θα τους βοηθήσουν παρατηρώντας και ακούγοντας τα προσεκτικά.

Γ. ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΩΣ ΓΟΝΕΙΣ:
1. Ρωτήστε τα παιδιά τι ξέρουν ήδη.
Συζητώντας με τα παιδιά για το θάνατο, θα καταλάβουμε τι ήδη ξέρουν και τι δεν ξέρουν, τις ανησυχίες, τους φόβους τους και πιθανόν τις λανθασμένες αντιλήψεις τους. Εξηγώντας τους, μπορούμε να τα βοηθήσουμε να κατανοήσουν και να ανακουφιστούν.
2. Χρησιμοποιήστε βοηθήματα, για να μιλήσετε.
Τα μικρά παιδιά (νηπιαγωγείου και δημοτικού) συνήθως εκφράζουν το πώς νιώθουν/σκέφτονται με ζωγραφιές. Μπορείτε να συζητήσετε το θέμα, τα άτομα και τα συναισθήματά τους ακόμα και τα χρώματα της ζωγραφιάς, ώστε να διευκολύνετε το παιδί να εκφράσει τις σκέψεις και απορίες του για το θάνατο.
Το παιχνίδι με κούκλες είναι ένας πολύ χρήσιμος τρόπος, για να καταλάβετε τι νιώθουν, αλλά και, για να αναπαραστήσετε τη διαδικασία/φροντίδα στο άτομο που ασθενεί/πεθαίνει, τις πιθανές αλλαγές στην εμφάνισή του, την ιατρική κατάσταση και φροντίδα του (εισαγάγετε παιδικά ιατρικά εργαλεία), ακόμα και τη διαδικασία ταφής και αποχαιρετισμού. Κάποια παιδιά μπορεί να φροντίσουν την άρρωστη κούκλα, ενώ άλλα να θυμώσουν και να την πετάξουν.
Μια οικογένεια ζώων μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί με τον ίδιο τρόπο, ονοματίζοντας τον ρόλο της κάθε φιγούρας (μαμά, μπαμπάς, παιδιά, γιαγιά, παππούς, θείους). Φτιάξετε μαζί με το παιδί μια ιστορία που να περιέχει την απώλεια/θάνατο για ένα από τα ζώα και ρωτήστε το παιδί πώς πιστεύει ότι νιώθουν τα υπόλοιπα ζώα. Ταυτιζόμενο θα πει και πώς νιώθει το ίδιο, δηλαδή ότι δικαιούνται να είναι λυπημένα, αλλά και το λόγο που δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει το ζώο που πέθανε.
Παιδικά βιβλία και ιστοριούλες που αφορούν ασθένεια ή απώλεια αγαπημένων προσώπων είναι επίσης χρήσιμα, για να βοηθήσετε τα μικρά παιδιά να αναγνωρίσουν τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών και παράλληλα τα δικά τους.
3. Τι να πείτε και τι να μην πείτε στα παιδιά:
– Απλές και σύντομες εξηγήσεις, για να μη συγχυστούν. Χρησιμοποιήστε με τα μικρά παιδιά απλά και χειροπιαστά παραδείγματα, όπως π.χ., όταν πεθάνει ο σκύλος δε γαβγίζει, δεν τρώει, δεν πονά και δεν αναπνέει.
– Επαναλήψεις και γενίκευση: Τα παιδιά χρειάζονται χρόνο, για να καταλάβουν και να γενικεύσουν την αντίληψή τους και πιθανόν να μας ρωτήσουν πολλές φορές το ίδιο. Επίσης, ενώ μπορεί να γνωρίζουν ότι πέθανε ο θείος, να ρωτούν, γιατί η θεία κλαίει. Μπορούμε να πούμε «κλαίει, επειδή λυπάται που δε θα είναι μαζί της πλέον», «της λείπει» και «όλοι λυπόμαστε, όταν πεθαίνει κάποιος που αγαπάμε».
– Ερωτήσεις σοκ: «Εσύ πότε θα πεθάνεις μαμά;» Το παιδί μπορεί να μην κατανοεί τη μονιμότητα του θανάτου, αλλά να φοβάται ότι οι γονείς θα τον εγκαταλείψουν, ότι κανείς δε θα το φροντίζει και δε θα το αγαπά. Χρειάζεται την επιβεβαίωσή μας ότι δε θα πεθάνουμε σύντομα, ότι θα το φροντίζουμε όσα χρόνια θα μας χρειάζεται, ότι έχει επίσης πολλούς άλλους που τον αγαπούν και θα τον φροντίζουν, αν μας συμβεί κάτι.
– Όταν πεθαίνει κάποιος δεν κοιμάται: Τα παιδιά συγχύζονται, όταν χρησιμοποιούμε τις λέξεις «κοιμήθηκε», «ξεκουράζεται», «έφυγε», αφού το γεγονός ότι η γιαγιά δεν ξυπνά πλέον ή δεν έρχεται σπίτι θα τον κάνει να φοβάται να πάει να κοιμηθεί, μήπως και πεθάνει ο ίδιος ή δε θα αφήνει ενδεχομένως κανένα να φύγει από το σπίτι.
– Πέθανε, επειδή αρρώστησε: Χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τη βαριά και θανατηφόρα ασθένεια από τις καθημερινές αρρώστιες, αλλιώς κάθε φορά που κάποιος κρυολογεί το παιδί μπορεί να ανησυχεί ότι θα πεθάνει.
– Πέθανε, επειδή γέρασε: Μια τέτοια γενίκευση θα αγχώσει το παιδί, όταν ανακαλύψει ότι πεθαίνουν και μικρά παιδιά. Είναι καλύτερα να πούμε «κάποτε οι ανθρώποι ζουν πολλά χρόνια, πριν πεθάνουν, ενώ άλλοι λιγότερα. Πιστεύω ότι εμείς θα ζήσουμε πολλά».
– Τον πήρε ο Θεός: Η θρησκεία μπορεί να είναι κύριο μέτρο ανακούφισης στο θέμα του θανάτου για τους ενήλικες αλλά όχι απαραίτητα για τα μικρά παιδιά. Εάν δε γνωρίζουν πολλά για τη θρησκεία, οι δηλώσεις του τύπου «ήταν θέλημα Θεού», «ο αδελφός σου είναι με τους αγγέλους», και σε άλλη περίπτωση «τον τιμώρησε ο Θεός» μπορεί να του προκαλέσουν μεγάλο φόβο ότι μπορεί ο Θεός να πάρει και αυτόν. Επίσης, συγχύζονται, όταν τους λέμε ότι το παιδάκι πέθανε, αλλά χαίρεται δίπλα στο Θεό, ενώ όλοι γύρω κλαίνε απαρηγόρητα. Όποιες και να είναι οι πεποιθήσεις μας χρειάζεται να ξέρει το παιδί ότι στο θάνατο εξυπακούεται απώλεια και ότι η στεναχώρια και το πένθος που νιώθουμε είναι φυσιολογικά.
– Τον σκότωσαν οι κακοί: Όταν τα παιδιά ακούνε για ένα βίαιο θάνατο ή μια δολοφονία, είναι σημαντικό να τα επιβεβαιώσουμε για την ασφάλειά τους. Μπορεί να νιώσουν ότι υπάρχουν γύρω τους κακοί ανθρώποι που δεν ελέγχουν τον εαυτό τους και σκοτώνουν ανεξέλεγκτα. Χρειάζεται να τους εξηγήσουμε ότι οι περισσότεροι ανθρώποι συμπεριφέρονται υπεύθυνα και ότι εμείς οι μεγάλοι θα είμαστε εκεί, για να τους προσέχουμε.
4. Θάνατος στην οικογένεια
Οι έρευνες δείχνουν ότι, όταν ένα πρόσωπο στην οικογένεια πεθαίνει, τα παιδιά νιώθουν ένοχα. Πιστεύουν ότι με κάποιο τρόπο προκάλεσαν το θάνατό του είτε, επειδή είχαν θυμώσει κάποια στιγμή μαζί του είτε, γιατί ευχήθηκαν να μην υπήρχε ο αδελφός τους είτε, επειδή έκαναν αταξίες. Χρειάζονται επιβεβαίωση και διευκρίνιση ότι ο θάνατος δεν είναι τιμωρία.
Πολλές φορές τόσο οι ενήλικες όσο και τα παιδιά θυμώνουν με το άτομο που πέθανε ή με τους γιατρούς που δεν τον έσωσαν ή με το Θεό που δε βοήθησε, αλλά ακόμα και με τον εαυτό τους που δεν απέτρεψαν το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου. Ο θυμός είναι ένα φυσιολογικό στάδιο του πένθους και πρέπει να το εξηγήσουμε στα παιδιά. Εάν κάποια παιδιά ή ενήλικες στρέφουν το θυμό στον εαυτό τους, χρειάζονται βοήθεια από επαγγελματία ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή.
Θάνατος παιδιού στην οικογένεια
Όταν οι γονείς χάνουν ένα παιδί τους, μπορεί να γίνουν υπερπροστατευτικοί με τα υπόλοιπα ή να τα επιβαρύνουν με υπερβολικές προσδοκίες, όπως, για παράδειγμα, να πετύχουν αυτό που δεν μπόρεσε να κάνει το παιδί που πέθανε. Μπορεί ακόμα να συγκρίνουν και να εξιδανικεύουν το παιδί που πέθανε, κάνοντας τα άλλα παιδιά να αισθάνονται μειονεκτικά και ένοχα που αυτά ζουν. Κάποια παιδιά αποκαλύπτουν σε κοντινά πρόσωπα ότι θέλουν και αυτά να πεθάνουν, για να τους αγαπούν το ίδιο ή για να αποκτήσουν την ίδια προσοχή. Είναι σημαντικό οι γονείς που πενθούν να επιτρέψουν στα άλλα τους παιδιά να αναπτύξουν την αυτονομία τους και να συνεχίσουν να τους συμπαραστέκονται το ίδιο. Δηλώσεις του τύπου «ζήστε τη ζωή σας εσείς, εγώ τέλειωσα» απλά διατηρούν την αγωνία στο ψυχισμό του έφηβου κυρίως. Η ζωή επιβάλλεται να συνεχιστεί για όλους. Είναι σφάλμα επίσης, προτού ολοκληρώσουν το πένθος τους, να επιδιώκουν μια νέα εγκυμοσύνη, για να αναπληρώσουν το κενό τους ή να ονοματίζουν ένα βρέφος με το όνομα του παιδιού που πέθανε.
Πρέπει τα παιδιά να επισκέπτονται το άτομο που πεθαίνει;
Ένα παιδί δημοτικού μπορεί να επισκεφθεί ένα σοβαρά άρρωστο άτομο στο νοσοκομείο, εάν υπάρχει ισχυρός δεσμός μεταξύ τους, εάν το επιθυμούν και οι δύο και αν οι συνθήκες το επιτρέπουν. Χρειάζεται να αξιολογηθεί η ωφελιμότητα της επίσκεψης, αν, για παράδειγμα, θα δώσει την ευκαιρία του αποχαιρετισμού και στους δύο. Το παιδί επιβάλλεται να προετοιμαστεί για το τι θα δει και θα ακούσει τόσο από το χώρο όσο και από το άτομο. Σε κάθε περίπτωση η επίσκεψη πρέπει να είναι πολύ σύντομη και το παιδί να συνοδεύεται από ένα αγαπημένο του, αλλά και υποστηρικτικό άτομο. Ένα τηλεφώνημα μπορεί επίσης να είναι χρήσιμο αν είναι εφικτό.

Τα παιδιά πρέπει να πηγαίνουν στις κηδείες;
Η κηδεία είναι μια τελετή αποχαιρετισμού που μπορεί να βοηθήσει ένα παιδί να αποδεκτεί το γεγονός του θανάτου. Η απόφασή μας θα βασιστεί στην ηλικία και ωριμότητα του παιδιού, την προσωπική επιθυμία του και την ωφελιμότητα που θα έχει τελικά στο ίδιο. Θα πρέπει να ερωτηθεί πρώτα, αν θέλει να πάει και σε καμιά περίπτωση να μην ενοχοποιηθεί, αν δε θέλει. Στη συνέχεια χρειάζεται να προετοιμαστεί για το τι θα δει και θα ακούσει και βέβαια να συνοδεύεται από ένα υποστηρικτικό ήρεμο και αγαπημένο του πρόσωπο.

Δε συστήνεται να στέλνεται το παιδί για πολλές μέρες σε άλλο σπίτι από το δικό του, επειδή ο γονιός δεν είναι σε θέση να το φροντίσει. Είναι σημαντικό να υποστηριχθεί ο γονιός από φίλους και συγγενείς που μπορούν να αναλάβουν τη γενικότερη φροντίδα για το σπίτι ή και για τις εξόδους του παιδιού, ώστε να διευκολύνουν, αλλά όχι να αποσύρουν το παιδί από τις συνήθειές του και τα πρόσωπα που είναι σημαντικά γι΄ αυτό.

Πότε χρειάζεται το παιδί βοήθεια από επαγγελματία ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή;
• Σοβαρή αλλαγή στη σχολική επίδοση
• Επίμονη άρνηση να πάει σχολείο ή να κοιμηθεί ή να συνεχίσει τις δραστηριότητές του
• Επίμονη αποφυγής οποιασδήποτε αναφοράς στο άτομο που πέθανε
• Συχνές εκρήξεις θυμού ή καταστροφικότητας
• Παρατεταμένο άγχος ή φοβίες ή εφιάλτες ή διαταραχές ύπνου
• Κλοπές, βανδαλισμοί, παραβατικότητα, υποτίμηση της εξουσίας
• Χρήση ή κατάχρηση αλκοόλ ή ναρκωτικών
• Συχνές σωματικές ενοχλήσεις
• Σημαντική κοινωνική απομόνωση
• Παρατεταμένη θλίψη, ανορεξία και ευχές θανάτου
• Έντονη ταύτιση με το άτομο που πέθανε ( με τις συνήθειές του ή και την ασθένειά του).

Σεμέλη Βύζακου, Κλινική Ψυχολόγος

http://www.paidiatros.com

Advertisements