Όρια και (αυτο-)οριοθέτηση

Η φιλοσοφία της ομάδας αυτής έρχεται σε σύγκρουση με την έννοια των ορίων υπό την κλασική τους έννοια. Την ίδια στιγμή όμως, δεν πρεσβεύει και τον παιδοκεντρισμό, ως εξίσου επικίνδυνη προσέγγιση και πρακτική.

1. Η κλασικη χρηση των ‘ορίων’.

Τα ‘όρια’, έτσι όπως προτείνονται, αναλύονται και εννοούνται από τις περισσότερες σχολές, προϋποθέτουν δύο τινά, και τα δύο αντίθετα με τη φιλοσοφία της ομάδας: α) μονιμότητα, τουτέστιν έναν απαράβατο κανόνα, και β) έναν γονιό οριοθέτη-εξουσιαστή.

Ας τα πάρουμε από την αρχή:

Η έννοια του μόνιμου, απαράβατου κανόνα δημιουργεί ένα αυστηρά περιοριστικό πλαίσιο γύρω από τους αναπτυξιακούς μηχανισμούς και εξ’αυτού ανάγκες ενός εξελισσόμενου εγκέφαλου. Για να παραπέμψω στη Liedloff, η τεχνητά επιβεβλημένη ετικέτα συμπεριφοράς του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού έρχεται πολλάκις σε πλήρη αντίθεση με τις επιταγές της ανθρώπινης φύσης βάσει εξελικτικής βιολογίας- με άλλα λόγια του τρόπου που ο άνθρωπος κατάφερε να επιβιώσει και να εξελιχθεί στη φύση. Μερικά παραδείγματα τέτοιων περιορισμών αφορούν κινητικότητα και πειραματισμό των νηπίων: ‘δεν χοροπηδάμε στον καναπέ μας’, ‘δεν τρώμε στο πάτωμα’, ‘δεν σκαρφαλώνουμε στις καρέκλες’, ‘δεν αγγίζουμε τα ντουλάπια’ κοκ. Συχνά, η ‘παραβίαση’ των κανόνων αυτών καταλήγει σε τιμωρία, επιπλήξεις, ταμπελοποίηση (‘ατακτος’, ‘ζωηρος’, ‘κακος’), ενοχοποιώντας ουσιαστικά το παιδί να κάνει ό,τι του καταδεικνύει ο εξελισσόμενος ακόμα εγκέφαλός του.

Να το πούμε αλλιώς. Είναι απόλυτα κατανοητό ότι οι γονείς κουράζονται, εξοντώνονται κατά περιπτώσεις. Ότι δε γίνεται επί μονίμου βάσεως να τρέχουν με μια σκούπα στο χέρι για να καθαρίσουν τις λάσπες που έφερε το νηπιάκι από τον κήπο, να προσέξουν τον μικρό εξερευνητή όταν σκαρφαλώνει στην πιο ψηλή καρέκλα, να πάθουν πολλαπλά καρδιακά επειδή αποφάσισε να εξερευνήσει το ντουλάπι με τα εργαλεία του μπαμπά, είναι αυτονόητο. Κατά κύριο λόγο όμως, ο ρόλος μας ως γονείς είναι ακριβώς αυτός. Η διά ροπάλου απαγορεύση με τη μορφή του μόνιμου κανόνα αλλάζει τον ρόλο αυτόν, ή μάλλον μας απαλλάσσει από τις ευθύνες του. ‘Αν δεν ανεβεί στον καναπέ επειδή φοβάται πως θα μπει τιμωρία ή θα του ρίξω μια στον κώλο, δε θα χρειαστεί να τρέχω’. Όμως αν περιμένουμε πως δε θα κουραστούμε, δε θα εξουθενωθούμε ανά περιπτώσεις, γιατί γινόμαστε γονείς;

Επιπρόσθετα, όπως αναφέρθηκε, η επιβολή τέτοιων κανόνων μας καθιστά ηγεμόνες, όχι πρόσωπα αναφοράς. Η έννοια του προσώπου αναφοράς εμπεριέχει εννοιολογικά τον τίτλο της: παραδειγματίζουμε, εμπνέουμε, δίνουμε τροφή για σκέψη. Όπως είπε και η Margeret Mead, στα παιδιά οφείλουμε να δείχνουμε πώς να σκέφτονται, όχι τι να σκέφτονται.
2. Αυτο-οριοθέτηση από μίμηση

Το παιδί μας λοιπόν δε νιώθει ‘μεγαλύτερη ασφάλεια’ με την επιβολή μόνιμων ορίων επειδή θα ένιωθε (πράγματι) ανασφάλεια με τον παιδοκεντρισμό (μετάθεση γονεϊκής ευθύνης στο παιδί-δείτε σχετικό έγγραφο). Η ασφάλεια και εμπιστοσύνη που θα χτιστεί έναντι του παιδοκεντρισμού είναι μέσως της εμπειρικής παρατήρησης: το παιδί θα μάθει να αυτο-οριοθετείται παρατηρώντας τον
γονιό να θέτει τα δικά του όρια. Τα όρια αυτά, προσδιορισμένα συνειδητά και ασυνείδητα σε ατομικό επίπεδο και για τον εαυτό μας, δημιουργούν τις δυναμικές στην οικογένεια. Τα όρια αυτά αφορούν και σηματοδοτούν τις αντοχές, τις επιθυμίες μας και το ιδιοσυγκρασιακό μας ‘στρετσάρισμα’- σημεία αντοχής, ανοχής και αυτοπροσδιορισμού. Η δυνατότητα λοιπόν αυτο-οριοθέτησης που καλλιεργείται στο παιδί, καθιστά και τον αυτοπροσδιορισμό (δείτε σχετικό έγγραφο από Κατερίνα Τατσοπούλου) εφικτό.

Πιο συγκεκριμένα: το παιδί θέλει να ανεβεί στον πάγκο της κουζίνας για να εξερευνήσει τα ντουλάπια. Το μόνιμο όριο ‘δεν ανεβαινουμε στον πάγκο’ του στερεί τη δυνατότητα της εξερεύνησης αυτής, την ικανοποίηση της περιέργειάς του, για τον ίδιο του τον ζωτικό χώρο. Ωςκανόνας απλά βολεύει τη μητέρα, αλλά ουσιαστικά όχι απλά δεν προσθέτει στη διαπαιδάγωγηση, αλλά λειτουργεί ενάντιά της.

Αν λοιπόν η μητέρα έχει τον χρόνο, ανεβάζει το παιδί στον πάγκο και το επιβλέπει, ωσότου μείνει ευχαριστημένο, και η προσοχή του στραφεί σε κάτι άλλο. Εάν η μητέρα είναι κρεβατωμένη, έχει σακατεμένη μέση, πρέπει πάση θυσία να πάει προς νερού της, καίγεται το φαγητό ή τη χρειάζεται ένα μικρότερο παιδί, εξηγεί πως τη συγκεκριμένη στιγμή δεν είναι εφικτή η ανάβαση, και αντιπροτείνει κάτι άλλο. Αυτό είναι το δικό της όριο, όχι ένα όριο που επιβάλλεται στο παιδί. Δεν έχει να κάνει με βαρεμάρα, προσωπική προτίμηση, προσωπικά συναισθήματα, αλλά με πρακτικούς λόγους που δεν έχουν σχέση με το παιδί το ίδιο. Σε ένα σπίτι ξένο, η επιθυμία του ιδιοκτήτη να μην ανεβαίνουν παιδιά στον πάγκο της κουζίνας του ειναι επίσης δικό του όριο και οφείλει να το επικοινωνήσει. Έτσι λοιπόν ο επιβεβλημένος κανόνας ‘δεν ανεβαίνω στους παγκους’ μετατρέπεται σε δραστηριότητα που ανάλογα τη στιγμή και τα όρια των άλλων κάποιες φορές ειναι εφικτή, και κάποιες όχι.

3. Αν δεν επιβάλλω όρια στο παιδί, πώς θα μάθει να ακολουθεί κανόνες στη ζωή του;

Συχνή ανησυχία γονιών, αλλά παράλληλα τελείως αβάσιμη. Τι φοβάστε, ότι το παιδί θα γίνει 40 χρονών και θα θέλει να ανεβαίνει στους πάγκους;

Ο βρεφικός, νηπιακός, παιδικος εγκέφαλος εξελίσσεται. Πριν την ηλικία των τεσσάρων, και την ολοκλήρωση του προμετωπιαίου λοβού, η έννοια του κανονα ειναι αναπτυξιακά ασύμβατη με το τι μπορεί να συλλάβει το νηπιάκι. Μεγαλώνοντας, αντιλαμβάνεται πώς λειτουργούν τα πράγματα, και κυρίως, το γιατί. Το ‘γιατί’ είναι θεμελιώδες. Μόνο αν το παιδί (μέσω αυτοπροσδιορισμού—βλέπετε πάλι κείμενο Κατερίνας Τατσοπούλου) κατανοησει εμπειρικά και ολοκληρωμένα αίτια-αιτιατά και τους κώδικες της φύσης (όσο κι αν έχουν αναπλαστεί από την κοινωνία), θα μπορέσει να ανταποκριθεί σε αυτά. Αν μη τι άλλο, η επιβολή μόνιμων ορίων αναστέλλει τη φυσική αυτή εξέλιξη.

Θα παραφράσω επίσης τον αγαπητό παιδίατρο Κάρλος Γκονζάλες που προειδοποιεί τους γονείς να μην βιάζονται να επιβάλλουν όρια στα νήπιά τους, γιατί έτσι κι αλλιώς το παιδι, και ως αυριανός ενήλικας, θα είναι από τα πράγματα αναγκασμένος να ακολουθεί ‘κανόνες’. Η πρόωρη έκθεση σε αυτούς δεν εξασφαλίζει μακροπρόθεσμη συμμόρφωση, αλλά αναίτια καταπίεση σε μια ηλικία που απαιτεί όσο περισσότερη ελευθερία γίνεται. Και θα χρησιμοποιήσω και το ακόλουθο επιχείρημα του γιατρού, που είναι πραγματικά απόλυτα επιτυχές: Αν το παιδί σας ζητάει κάτι επίμονα στο σούπερ μάρκετ και δεν μπορείτε να το αντέξετε οικονομικά, μην το πάρετε. Αν ζητάει κάτι βλαβερό

για την υγεία του, εντάξει, μην το πάρετε. Αλλά μην του στερήσετε κάτι ‘για να μη γίνει κακομαθημένο’, γιατί είναι κακεντρέχεια.

5. Και με τα θέματα ασφαλείας τι γίνεται;

Η ασφάλεια και υγεία του παιδιού είναι απόλυτη ευθύνη του γονιού. Ζητήματα όπως το καρεκλάκι του αυτοκινήτου, η ζώνη, το να τρώει τρία κομμάτια τούρτα σε καθημερινή βάση ή να βλέπει πέντε ώρες τηλεόραση δεν αφορούν το όριο ως κοινωνική σύμβαση, αλλά την απόλυτη γονεϊκή ευθύνη. Κάποια πράγματα απλά δεν είναι διαπραγματεύσιμα. Αυτό όμως δε σημαίνει πως ανακοινώνουμε αυθαίρετα αποφάσεις υπό το πρίσμα του ‘γιατί το λέω εγώ’. Εξηγούμε, αναλύουμε, μαλλιάζει η γλώσσα μας, αλλά εμμένουμε.

https://word.office.live.com/wv/WordView.aspx?

https://rotasapantaw.wordpress.com/wp-admin/post.php?post=7245&action=edit

Advertisements