Τύποι ∆εσµού και Προβληµατικές Συµπεριφορές:
Κωνσταντίνος Καφέτσιος,
Τµήµα Ψυχολογίας, Πανεπιστήµιο Κρήτης, k.kafetsios@psy.soc.uoc.gr
Ανάλυση της Θεωρίας του Δεσμού, διαφορές με την ψυχαναλυτική θεώρηση και σύνδεση της με την νευροψυχολογία.
Περίληψη
Η θεωρία δεσµού ή προσκόλλησης (attachment theory)1 ακολουθεί ένα αναπτυξιακό µοντέλο που θέλει την ποιότητα της σχέσης µε τους γονείς/ τροφούς στα πρώτα χρόνια της ζωής να επηρεάζει την ψυχο-συναισθηµατική ανάπτυξη του ατόµου σε όλα τα στάδια της ζωής. Στην βρεφική και πρώιµη παιδική ηλικία η διαπροσωπική αλληλεπίδραση µε τους γονείς στα πλαίσια ασφαλών και ανασφαλών σχέσεων και ειδικότερα, το πώς ο γονέας/τροφός ανταποκρίνεται στις συµπεριφορές δεσµού ή προσκόλλησης (attachment behaviours) του νηπίου, διαµορφώνουν προσδοκίες για τον εαυτό και τους άλλους και τις
διαπροσωπικές σχέσεις εν γένει (Ενεργά Μοντέλα ∆εσµού-ΕΜ∆). Ατοµικές διαφορές ως προς τα ΕΜ∆ (ασφαλή ή ανασφαλή) σχετίζονται µε τις γενικότερες προσδοκίες του ατόµου από τον εαυτό και τους άλλους, και συναισθήµατα και συµπεριφορές στις διαπροσωπικές
σχέσεις. Στο κεφάλαιο αυτό αναπτύσσεται η θεωρία στο πλαίσιο της συστηµικής προσέγγισης για τις προβληµατικές συµπεριφορές στο σχολείο και το σπίτι. Το κεφάλαιο εστιάζει ειδικότερα στην προσέγγιση από την σκοπιά της θεωρίας πληροφοριών, δηλαδή, πώς γνωστικές και συγκινησιακές διαδικασίες συνδυάζονται στα ασφαλή και ανασφαλή ενεργά μοντέλα δεσμού (ΕΜ∆). Με βάση αυτή την προσέγγιση συζητούνται κλινικές και εκπαιδευτικές εφαρµογές στην αντιµετώπιση παιδιών µε ανασφαλείς τύπους δεσµού.
Ο θεωρία δεσµού ακολουθεί µια συστηµική προσέγγιση για το πώς οι σχέσεις στα
πρώτα στάδια της ζωής επηρεάζουν τόσο ενδο-ατοµικές (αυτοεκτίµηση, ρύθµιση
συναισθήµατος, κα) όσο και διαπροσωπικές διαδικασίες (σχέσεις µε τους άλλους και τις
κοινωνικές οµάδες εν γένει).
Η θεωρία του Bowlby εντάσσεται κατά ένα µεγάλο µέρος στις
συστηµικές θεωρίες καθώς εξηγεί την επίδραση των σχέσεων πάνω σε άλλες σχέσεις αλλά
και συνακόλουθα επίπεδα ανάλυσης (π.χ. οµαδικό, πολιτισµικό Hinde, 1997). Στο
ενδοατοµικό επίπεδο ανάλυσης, προχωρά όµως πέρα από την απλή σύνδεση επιπέδων που
έχουν για να εµβαθύνει στις γνωστικές και συγκινησιακές δοµές που καθορίζουν την
συµπεριφορά και την ποιότητα της σχέσης.

Αποσπάσματα από Τύποι ∆εσµού και Προβληµατικές Συµπεριφορές:
Μία προσέγγιση από την θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών
Κωνσταντίνος Καφέτσιος,
Τµήµα Ψυχολογίας, Πανεπιστήµιο Κρήτης, k.kafetsios@psy.soc.uoc.gr

Ο Bowlby ξεκίνησε από την θεµελιώδη παρατήρηση ότι ο άνθρωπος, όπως και όλα τα θηλαστικά, διακρίνεται από το σύστηµα δεσµού (attachment system), που είναι ένα συµπεριφορικό, επανατροφοδοτούµενο σύστηµα για την διασφάλιση της επιβίωσης του νεογέννητου. Το σύστηµα αυτό λειτουργεί ως γενετικά καθορισµένη προδιάθεση που οδηγεί τις συµπεριφορές του νηπίου, την τάση να ‘προσδεθούν’ σε άτοµα που έχουν την δυνατότητα να του παρέχουν φροντίδα. Παράδειγµα τέτοιων συµπεριφορών είναι το κλάµα, που ελέγχει επανατροφοδοτικά την απόσταση µε τον γονέα όταν αυτή αυξάνεται απειλητικά για το σύστηµα δεσµού του βρέφους. Με την ωρίµανση των γνωστικών διεργασιών στην παιδική ηλικία, το σύστηµα δεσµού ενσωµατώνει γνωστικές (π.χ. αναγνώριση και έλεγχος του γονέα) και συναισθηµατικές (π.χ. φόβος για την εγκατάλειψη) λειτουργίες στο υπάρχον συµπεριφορικό υπόβαθρο.
Η θεωρία δεσµού συγκεράζει δηµιουργικά βιολογικές, αναπτυξιακές και γνωστικές θεωρίες και ευρήµατα. Από τις βιολογικές επιστήµες ο Bowlby δανείστηκε την κεντρική έννοια του δεσµού ή της προσκόλλησης (attachment) και από τις γνωστικές επιστήµες (Craik,
1943) την έννοια των Ενεργών Μοντέλων ∆εσµού (Attachment Working Models). Τα ενεργά µοντέλα δεσµού (ΕΜ∆) αναφέρονται σε γενικευµένες αναπαραστάσεις και συναισθήµατα που προσδιορίζουν πόσο προσιτός είναι ο γονέας και αν το σύστηµα βρίσκεται σε κατάσταση ‘αίσθησης ασφάλειας’ (felt security). Οι αναπαραστάσεις αυτές βασίζονται στην ιστορία αλληλεπίδρασης του συστήµατος δεσµού του βρέφους µε συµπεριφορές του γονέα που πηγάζουν από τις προσωπικές του αναπαραστάσεις δεσµού. Για παράδειγµα, αν ο
γονέας/τροφός είναι ο ίδιος ασφαλής και έχει καλή πρόσβαση σε µνήµες και συναισθήµατα δεσµού, αντιλαµβάνεται σωστά τις συµπεριφορές που εκπορεύονται από το σύστηµα δεσµού του βρέφους και απαντά σε αυτές µε ανάλογη φροντίδα. Τότε και το παιδί αναπτύσσει αντίστοιχα ένα ασφαλές ΕΜ∆ για τον εαυτό και τους άλλους (παρακάτω θα αναπτυχθεί η θεωρία και για τα ανασφαλή ΕΜ∆). Τα ΕΜ∆ λοιπόν, στηρίζονται σε επαναλαµβανόµενα σχήµατα διαπροσωπικών αλληλεπιδράσεων στα πλαίσια των οποίων το παιδί µαθαίνει να αντιλαµβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους και να ελέγχει ανάλογα τα συναισθήµατά του.
Η διαφορά της θεωρίας δεσµού του Freud και του Bowlby

Ένα µεγάλο µέρος της θεωρίας δεσµού αντανακλάει ψυχαναλυτικές ιδέες (και την εκπαίδευση του ιδρυτή) για την σηµασία των αρχικών εµπειριών του βρέφους/ παιδιού στην κοινωνική και συναισθηµατική εξέλιξη. Για παράδειγµα, ο Freud συνδέει συγκεκριµένα στάδια της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης του παιδιού µε διαταραχές της προσωπικότητας ως ενήλικα. Η διαφορά της θεωρίας δεσµού από την ψυχανάλυση αφορά στην σηµαντική θέση που κατέχει η εµπειρία στον νου του Bowlby. Αυτός άλλωστε ήταν και ένας από τους λόγους
της απόστασης που κράτησαν από τον Bowlby κεντρικές φιγούρες του κινήµατος, όπως η Melanie Klein και η Anna Freud (παρόλο που ήταν συνάδελφοί του στην κλινική Tavistock).
Η ψυχανάλυση αναφέρεται σε προβλήµατα στην ζωή του ενήλικα µε όρους της παιδικής ηλικίας όµως αυτή η αναφορά σταµατάει στο επίπεδο των συµβόλων και δεν προχωράει να εξηγήσει την εµπειρική βάση αυτών των συµβόλων. Ψυχοπαθολογικές συµπεριφορές προς το άλλο φύλο εξηγούνται µε αναφορά σε γενικεύσεις για την σχέση µε τον γονέα του ενός ή του
άλλου φύλου (π.χ. οιδιπόδειο σύνδροµο ή σύνδροµο της Ηλέκτρας). Η θεωρία του δεσµού δίνει σε αυτές τις γενικεύσεις µία εµπειρική οντότητα.
Η θεωρία λοιπόν διαφοροποιείται από τις ψυχαναλυτικές της ρίζες στο ότι θεωρεί τις πράξεις, εκτός από συµβολικές οντότητες, ως κάτι το πραγµατικό: οι πράξεις ‘είναι’ και έχουν συγκεκριµένα αποτελέσµατα. Οι ψυχαναλυτές χρησιµοποίησαν πολλές και διαφορετικές µεταξύ τους µεθόδους (ανάλυση ονείρων, ελεύθερο συνειρµό κλπ.) για να προσεγγίσουν τις ίδιες ψυχικές λειτουργίες: την αγάπη και το µίσος, το άγχος και τις άµυνες, τις κεντρικές
διαπροσωπικές σχέσεις. Η θεωρία του δεσµού όµως δίνει έµφαση στο πραγµατικό και ως εκ τούτου ήταν αναγκαία η εξερεύνηση νέων µεθόδων. Οι µέθοδοι που χρησιµοποίησαν ο Βowlby και οι συνεργάτες του βασίζονται κυρίως στην παρατήρηση αυτού του πραγµατικού στην διαπροσωπική αλληλεπίδραση. Έτσι, σύµφωνα και µε τον Stern (1985.1995) η διαπροσωπική αλληλεπίδραση αποτελεί το σηµείο όπου το φαντασιακό συναντά το πραγµατικό, η ψυχανάλυση συναντά την επιστηµονική ψυχολογία. Οι µετέπειτα µαθητές προχώρησαν στην σύνδεση της συµπεριφοράς µε τις αναπαραστατικές (Main et al. 1985) και συναισθηµατικές (Sroufe & Waters, 1977. Motti, Cicchetti, & Sroufe, 1983) δοµές που οδηγούν σε αυτές τις συµπεριφορές στο σύστηµα δεσµού.
Η έρευνα Ainsworth

Η µέθοδος του ξένου (Strange situation) που κατασκεύασε η Ainsworth εισήγαγε την έρευνα για τον δεσµό σε µια νέα εποχή καθώς επέτρεψε την µέτρηση τέτοιων ατοµικών διαφορών. Με βάση την παρατήρηση της συµπεριφορών δεσµού του νηπίου, η Ainsworth και οι συνεργάτες της (Ainsworth, Blehar, Waters, & Wall, 1978) κατάφεραν να ποσοτικοποιήσουν τους διάφορους τύπους οργάνωσης δεσµού που απορρέουν από διαφορές στην ποιότητα της σχέσης του γονέα και του µικρού παιδιού. Η µέθοδος του ξένου είναι µια
ηµι-πειραµατική µέθοδος που στηρίζεται στην παρατήρηση των συµπεριφορών του παιδιού (γύρω στους 18 µήνες) απέναντι στην µητέρα όταν διεγείρεται το σύστηµα δεσµού (φεύγει η µητέρα από το οπτικό πεδίο του παιδιού). Η δοκιµασία του ξένου αποτελείται από επτά επεισόδια κατά τα οποία η µητέρα εγκαταλείπει επανειληµµένα το παιδί σε ένα δωµάτιο µε παιχνίδια. Στο έκτο επεισόδιο, ένα άγνωστο άτοµο εισέρχεται στο δωµάτιο ενώ ο γονέας εγκαταλείπει το παιδί για ακόµη µια φορά µόνο του.
Τόσο οι επαναλαµβανόµενοι αποχωρισµοί από την µητέρα όσο και η παρουσία του ξένου διεγείρουν το σύστηµα δεσµού και προκαλούν συναισθήµατα άγχους. Το πιο σηµαντικό επεισόδιο της όλης δοκιµασίας είναι το έβδοµο, όταν ο γονέας µπαίνει ξανά στο
δωµάτιο. Εκεί παρατηρούνται τρεις ευδιάκριτοι τύποι συµπεριφοράς του νηπίου απέναντι στον γονέα που αντιστοιχούν στις τρεις µορφές δεσµού (attachment patterns): Α/ Άγχους- αποφυγής, Β/ Ασφαλής, και Γ/ Άγχους-εµµονής. Σε περίληψη, το λεπτοµερές σύστηµα
παρατήρησης των συµπεριφορών του µικρού παιδιού που ανάπτυξε η Ainsworth έχει ως εξής: Παιδιά που κατηγοριοποιούνται ως Β/ ασφαλή, παρουσιάζουν το άγχος τους κλαίγοντας και όταν επιστρέφει ο γονέας την χρησιµοποιούν ως ασφαλή βάση (secure base) για να ανακουφιστούν. Αυτός ο τύπος δεσµού χαρακτηρίζεται από καλή επικοινωνία µεταξύ του παιδιού και του γονέα όπου το παιδί εκφράζει τα αρνητικά συναισθήµατα. Παιδιά που κατηγοριοποιούνται ως Α/ άγχους-αποφυγής, παρουσιάζουν συµπεριφορές συναισθηµατικής αλλά και φυσικής αποµάκρυνσης από τους γονείς. Στην µέθοδο του ξένου παρατηρείται αδιαφορία κατά την επιστροφή του γονέα στο δωµάτιο και αποκλειστική εστίαση στο παιχνίδι. Συναισθηµατικά δείχνουν να µην συναισθάνονται άγχος που ερµηνεύεται ως αποκοπή των συναισθηµατικών πλευρών του δεσµού. Τέλος, ο τύπος Γ/ άγχους-εµµονής συσχετίζεται µε αµφιθυµικές συµπεριφορές που συνοδεύονται µε παρατεταµένη διαµαρτυρία και έκφραση θυµού. Στην µέθοδο του ξένου το νήπιο δείχνει να θέλει να προσεγγίσει τον γονέα αλλά την ίδια στιγµή τον αποφεύγει.

Έρευνα στο σχολείο, και στο παιχνίδι
Η αναπτυξιακή έρευνα έχει αποκαλύψει την στενή σύνδεση ανάµεσα στην οργάνωση δεσµού και το θετικό και το αρνητικό συναίσθηµα. Τα ασφαλή παιδιά εκδηλώνουν µεγαλύτερο ενθουσιασµό, θετικό συναίσθηµα και επιµονή σε προβληµατικές καταστάσεις
(Matas et al. 1978). Σε µια εκτεταµένη έρευνα πεδίου οι ερευνητές παρατήρησαν την αλληλεπίδραση µε συνοµήλικους στο σχολείο και στο παιχνίδι και επέκτειναν έτσι τα αποτελέσµατα για συναισθηµατικού τύπου µεταβλητές (Sroufe, Schork, Motti, Lawroski, & LaFreniere, 1984). Στην µελέτη αυτή, το συναίσθηµα µετρήθηκε µε την χρήση δεικτών όπως η έναρξη διαπροσωπικής επαφής µε συνοµήλικους, εκφράσεις προσώπου, και τόνος της φωνής. Σε συµµετοχικές παρατηρήσεις περίπου 4000 διαφορετικών κοινωνικών
αλληλεπιδράσεων που ενείχαν συνεργασία, επιθετικότητα, συµπεριφορές που δείχνουν σθένος κλπ. παιδιά που είχαν κριθεί ασφαλή µε την µέθοδο του ξένου στην ηλικία των 12 και 18 µηνών είχαν στατιστικά υψηλότερη βαθµολογία στις παραπάνω µεταβλητές σύνθετου συναισθήµατος από ότι παιδιά τύπου αποφυγής ή εµµονής.
Με αφετηρία αυτά τα αποτελέσµατα, οι θεωρητικοί του δεσµού προτείνουν ότι συναισθηµατικού τύπου στρατηγικές που ‘µαθαίνονται’ στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης µε τους γονείς µεταφέρονται αργότερα και στις σχέσεις µε τους συνοµήλικους, φίλους κλπ.

Έρευνα στα εφηβικά χρόνια
Πιο πρόσφατες έρευνες καταδεικνύουν την επίδραση του δεσµού στις σχέσεις στην εφηβεία. ∆έκα χρόνια µετά την παρατήρηση των νηπίων µε την µέθοδο του ξένου (στους 12 και 18 µήνες) οι Elicker και συνεργάτες ζήτησαν 47 από αυτά τα παιδιά να συµµετάσχουν σε
µία κατασκήνωση. Με αυτό τον τρόπο έγινε δυνατή η εκτενής παρατήρηση της συµπεριφοράς των παιδιών και η µέτρηση διαφορετικών συµπεριφορών. Τα αποτελέσµατα της έρευνας υποστήριξαν τις υποθέσεις για το γεγονός ότι ο δεσµός στην βρεφική ηλικία µπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις του νέου ατόµου δέκα χρόνια µετά. Νέοι έφηβοι που ως βρέφη είχαν κριθεί ασφαλή, επέδειξαν πιο συναισθηµατική υγιές συµπεριφορές, µεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ικανότητες στις διαπροσωπικές σχέσεις από ότι παιδιά µε ανασφαλή τύπο δεσµού. Έρευνα των Grossman και Grossman (1991) παρακολούθησε οµάδα παιδιών από την ηλικία του ενός έτους έως ότου έγιναν 10 ετών. Στο τέλος της έρευνας συµµετείχαν σε µια
συνέντευξη για συναισθήµατα που σχετίζονται µε εµπειρίες δεσµού. Βρήκαν ότι σε σχέση µε τα ανασφαλή παιδιά, τα ασφαλή είχαν περισσότερες πιθανότητες να στραφούν προς τους άλλους όταν αισθάνονταν άσχηµα (συναισθήµατα φόβου, θλίψης ή θυµού). Τα παιδιά τύπου δεσµού εµµονής δεν έδειξαν τέτοια συµπεριφορά. Οι λειτουργίες συνέπειας ανάµεσα στους τύπους δεσµού του αρχικού σταδίου και σε µετέπειτα φάσεις της εξέλιξης εξηγήθηκαν µε
αναφορά στα ενεργά µοντέλα δεσµού ως γνωστικές και συναισθηµατικές δοµές που αλλάζουν δύσκολα.
Παιδιά που κατηγοριοποιήθηκαν ως τύπου δεσµού αποφυγής ή αποδιοργάνωσης εκδηλώνουν τα περισσότερα προβλήµατα στην προσχολική ηλικία. Για παράδειγµα, επιδεικνύουν επιθετική συµπεριφορά και άλλα συµπεριφορικά προβλήµατα (Fagot &
Kavanagh, 1990. Lyons-Ruth, Alpern & Repacholi, 1993).

Έρευνα σε παιδιά που µεγάλωσαν µε απώλεια προσώπων δεσµού (σε ορφανοτροφείο)

Εφαρµογές σε εκπαιδευτικά πλαίσια Η δασκάλα/δάσκαλος µπορεί να λειτουργήσει και ως υποκατάστατο µιας σχέσης δεσµού. Μακροχρόνια έρευνα των Rutter και Quinton (1984) έχει δείξει ότι σε κοπέλες που µεγάλωσαν µε απώλεια προσώπων δεσµού (σε ορφανοτροφείο) µια καλή σχέση µε τον δάσκαλο µπορεί να αλλάξει τον τύπο δεσµού από ανασφαλή σε ασφαλή. Εποµένως, οι δάσκαλοι µπορούν να λειτουργήσουν ως ασφαλής βάση για τα παιδιά και να συνεισφέρουν στην ψυχοσυναισθηµατική τους εξέλιξη.
Η κατανόηση των προβληµατικών τύπων συµπεριφοράς που σχετίζονται µε τον δεσµό και της γνωστικής και συναισθηµατικής/ συγκινησιακής βάσης των τύπων δεσµού µπορεί να βοηθήσει µια πρώτη αντιµετώπιση των παιδιών αυτών από τον δάσκαλο στο σχολείο και την παραποµπή του σε ειδικούς. Μπορεί επίσης να βοηθήσει και την κατάλληλη αντιµετώπιση διαπροσωπικού τύπου προβληµάτων στο σχολείο.
Η κατάλληλη εκπαίδευση των δασκάλων να αναγνωρίζουν τα δυσλειτουργικά προφίλ συµπεριφοράς των παιδιών µπορεί να βοηθήσει πολλαπλά και σε συνδυασµό µε τον σχολικό ψυχολόγο. Για παράδειγµα, µπορεί να συνεισφέρει στην επικοινωνία του δάσκαλου
µε το παιδί και στην κατάλληλη ένταξή του στην σχολική οµάδα. Αν ένα παιδί χαρακτηρίζεται από σύστηµα δεσµού αποφυγής, αυτό συνεπάγεται και συµπεριφορές αποµάκρυνσης από την οµάδα και τις κοινωνικές σχέσεις. Αυτό για το ίδιο το παιδί ίσως να είναι φυσιολογικό. Θα µπορούσε ο σχολικός ψυχολόγος παίρνοντας υπ’όψην αυτές τις στρατηγικές συµπεριφοράς να φέρει το µοναχικό παιδί σε επαφή µε άλλα παιδιά που έχουν πιο ασφαλή συστήµατα δεσµού και δεν ‘ακυρώνουν’ τέτοιου είδους συµπεριφορές (η έρευνα
έχει δείξει ότι ζεύγη µε τύπο εµµονής και αποφυγής είναι τα λιγότερο συµβατά).
Επίσης, η γνώση των συγκινησιακών, γνωστικών και συµπεριφορικών συνισταµένων της προβληµατικής συµπεριφοράς σε σχέση µε τον δεσµό µπορεί να αυξήσει την αυτοπεποίθηση του δασκάλου γιατί θα είναι σε θέση να κατανοήσει καλύτερα τα παιδιά από την οπτική γωνία του ίδιου του παιδιού (ενσυναίσθηση). Έτσι, θα είναι σε θέση, και να ελέγξει καλύτερα τέτοιου είδους συµπεριφορές όταν γίνονται ιδιαίτερα προβληµατικές, και να λειτουργήσει ως ‘ασφαλής βάση’ για το ίδιο το παιδί. Εδώ άλλωστε έγκειται και η
συστηµική βάση της θεωρίας δεσµού: ότι η αλλαγή έρχεται µέσα από ένα σύστηµα σχέσεων που αλληλεπιδρούν µεταξύ τους (οικογένεια-παιδί-σχολείο).
Έρευνα στον Ελληνικό πληθυσμό
Τέλος, κάτι που µελλοντικές έρευνες και εφαρµογές στον ελληνικό πληθυσµό θα πρέπει να πάρουν ιδιαίτερα υπ’όψην τους είναι η γενικότερη µείωση στις ευκαιρίες για διαπροσωπικές επαφές που έχουν τα παιδιά σε µια αυξανόµενα ατοµικιστική κοινωνία
(Γεώργας, 1989). Χρησιµοποιώ εδώ τον όρο ‘ατοµικισµό’ όχι αξιολογικά αλλά από την οπτική της διαπολιτισµικής ψυχολογίας. Πρόσφατες κοινωνιολογικές και κοινωνιο-ψυχολογικές έρευνες. δείχνουν ότι η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από χαµηλή
συχνότητα κοινωνικής δικτύωσης και διαπροσωπικής επαφής (ΕΚΚΕ, 2003) αλλά και το ότι, τουλάχιστον στους νέους οι καθηµερινές, διαπροσωπικές σχέσεις µε φίλους τους χαρακτηρίζονται από την έλλειψη θετικών συναισθηµατικών ανταλλαγών (Kafetsios, 2004),.
Με βάση αυτά τα δεδοµένα υπάρχει η πιθανότητα να µειώνονται οι δυνατότητες συναισθηµατικής εµπλοκής σε ευρύτερα κοινωνικά δίκτυα (µε συγγενείς και φίλους) µε αποτέλεσµα την συντήρηση δυσλειτουργικών µορφών συµπεριφοράς.

https://attachment.fbsbx.com

Advertisements