Κουρκούτας, Η. ( ) Πολυσυστηµική προσέγγιση του παιδιού
Τύποι ∆εσµού και Προβληµατικές Συµπεριφορές:
Μία προσέγγιση από την θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών
Κωνσταντίνος Καφέτσιος,
Τµήµα Ψυχολογίας, Πανεπιστήµιο Κρήτης, k.kafetsios@psy.soc.uoc.gr
Περίληψη
Η θεωρία δεσµού ή προσκόλλησης (attachment theory)1 ακολουθεί ένα αναπτυξιακό
µοντέλο που θέλει την ποιότητα της σχέσης µε τους γονείς/ τροφούς στα πρώτα χρόνια της
ζωής να επηρεάζει την ψυχο-συναισθηµατική ανάπτυξη του ατόµου σε όλα τα στάδια της
ζωής. Στην βρεφική και πρώιµη παιδική ηλικία η διαπροσωπική αλληλεπίδραση µε τους
γονείς στα πλαίσια ασφαλών και ανασφαλών σχέσεων και ειδικότερα, το πώς ο
γονέας/τροφός ανταποκρίνεται στις συµπεριφορές δεσµού ή προσκόλλησης (attachment
behaviours) του νηπίου, διαµορφώνουν προσδοκίες για τον εαυτό και τους άλλους και τις
διαπροσωπικές σχέσεις εν γένει (Ενεργά Μοντέλα ∆εσµού-ΕΜ∆). Ατοµικές διαφορές ως
προς τα ΕΜ∆ (ασφαλή ή ανασφαλή) σχετίζονται µε τις γενικότερες προσδοκίες του ατόµου
από τον εαυτό και τους άλλους, και συναισθήµατα και συµπεριφορές στις διαπροσωπικές
σχέσεις. Στο κεφάλαιο αυτό αναπτύσσεται η θεωρία στο πλαίσιο της συστηµικής
προσέγγισης για τις προβληµατικές συµπεριφορές στο σχολείο και το σπίτι. Το κεφάλαιο
εστιάζει ειδικότερα Η προσέγγιση είναι από την σκοπιά της θεωρίας πληροφοριών, δηλαδή,
πώς γνωστικές και συγκινησιακές διαδικασίες συνδυάζονται στα ασφαλή και ανασφαλή
ΕΜ∆. Με βάση αυτή την προσέγγιση συζητούνται κλινικές και εκπαιδευτικές εφαρµογές
στην αντιµετώπιση παιδιών µε ανασφαλείς τύπους δεσµού.
Εισαγωγή και βασικές αρχές της θεωρίας

1
O όρος ‘δεσµός’ προτιµάται από τον όρο ‘προσκόλληση’ για τους εξής λόγους: α) ο όρος ‘προσκόλληση’ υποδηλώνει
χωρική εγγύτητα και ως εκ τούτου αφορά περισσότερο την έρευνα και θεωρία των αρχικών σταδίων ανάπτυξης όπου
η επικοινωνία είναι περισσότερο µη-λεκτική. Σε µετέπειτα στάδια εξέλιξης που θα αναφερθεί αυτό το κεφάλαιο οι
συγγενείς γνωστικές και συναισθηµατικές διαδικασίες επιτρέπουν την ‘σύνδεση µε κάποιο άτοµο που θεωρείται πιο
δυνατό και που παρέχει ασφάλεια’ (Βowlby, 1969) ακόµη και αν το άτοµο δεν είναι παρόν, β) η λέξη ‘προσκόλληση’
έχει αρνητική υποδήλωση και υπονοεί εξάρτηση (dependency). Πάντως, ο όρος ‘δεσµός’ θα πρέπει να διακριθεί από
το δέσιµο (bonding).
Το ότι οι σχέσεις που έχει το παιδί στην παιδική ηλικία επηρεάζουν σηµαντικά την
εξέλιξη της προσωπικότητας στην ζωή του ως ενήλικα είναι γνωστό σε ψυχολόγους και
ειδικούς της ψυχικής υγείας εδώ και πολύ καιρό. Η θεωρία δεσµού (Bowlby, 1969. 1988)
αποτελεί ένα από τους πιο σηµαντικούς εκφραστές αυτής της οπτικής καθώς ακολουθεί µια
συστηµική-αναπτυξιακή προσέγγιση για τη σηµασία των σχέσεων στα αρχικά στάδια της
ζωής και της επίδρασής τους στην µετέπειτα ανάπτυξη του ατόµου. Είναι πλέον ευρέως
αποδεκτό ότι ατοµικές διαφορές στον δεσµό εξηγούν πολλές πλευρές της προβληµατικής
συµπεριφοράς του παιδιού τόσο στο σχολείο όσο και στο σπίτι. Σκοπός λοιπόν αυτού του
κεφαλαίου είναι να εισαγάγει στην θεωρία και του πώς εξηγεί προβλήµατα συµπεριφοράς.
Αφού αναφερθώ στις βασικές αρχές της θεωρίας θα εξηγήσω πώς η ανάλυση του γνωστικού
και συναισθηµατικού υπόβαθρου των ατοµικών διαφορών στον δεσµό µπορούν να
βοηθήσουν στην εξήγηση κάποιων µορφών προβληµατικής συµπεριφοράς και να
ενηµερώσουν µοντέλα παρέµβασης και αλλαγής της συµπεριφοράς.
Ο θεωρία δεσµού ακολουθεί µια συστηµική προσέγγιση για το πώς οι σχέσεις στα
πρώτα στάδια της ζωής επηρεάζουν τόσο ενδο-ατοµικές (αυτοεκτίµηση, ρύθµιση
συναισθήµατος, κα) όσο και διαπροσωπικές διαδικασίες (σχέσεις µε τους άλλους και τις
κοινωνικές οµάδες εν γένει). Η θεωρία του Bowlby εντάσσεται κατά ένα µεγάλο µέρος στις
συστηµικές θεωρίες καθώς εξηγεί την επίδραση των σχέσεων πάνω σε άλλες σχέσεις αλλά
και συνακόλουθα επίπεδα ανάλυσης (π.χ. οµαδικό, πολιτισµικό Hinde, 1997). Στο
ενδοατοµικό επίπεδο ανάλυσης, προχωρά όµως πέρα από την απλή σύνδεση επιπέδων που
έχουν για να εµβαθύνει στις γνωστικές και συγκινησιακές δοµές που καθορίζουν την
συµπεριφορά και την ποιότητα της σχέσης.
Ο Bowlby ξεκίνησε από την θεµελιώδη παρατήρηση ότι ο άνθρωπος, όπως και όλα
τα θηλαστικά, διακρίνεται από το σύστηµα δεσµού (attachment system), που είναι ένα
συµπεριφορικό, επανατροφοδοτούµενο σύστηµα για την διασφάλιση της επιβίωσης του
νεογέννητου. Το σύστηµα αυτό λειτουργεί ως γενετικά καθορισµένη προδιάθεση που οδηγεί
τις συµπεριφορές του νηπίου, την τάση να ‘προσδεθούν’ σε άτοµα που έχουν την
δυνατότητα να του παρέχουν φροντίδα. Παράδειγµα τέτοιων συµπεριφορών είναι το κλάµα,
που ελέγχει επανατροφοδοτικά την απόσταση µε τον γονέα όταν αυτή αυξάνεται απειλητικά
για το σύστηµα δεσµού του βρέφους. Με την ωρίµανση των γνωστικών διεργασιών στην
παιδική ηλικία, το σύστηµα δεσµού ενσωµατώνει γνωστικές (π.χ. αναγνώριση και έλεγχος
του γονέα) και συναισθηµατικές (π.χ. φόβος για την εγκατάλειψη) λειτουργίες στο υπάρχον
συµπεριφορικό υπόβαθρο.
Η θεωρία δεσµού συγκεράζει δηµιουργικά βιολογικές, αναπτυξιακές και γνωστικές
θεωρίες και ευρήµατα. Από τις βιολογικές επιστήµες ο Bowlby δανείστηκε την κεντρική
έννοια του δεσµού ή της προσκόλλησης (attachment) και από τις γνωστικές επιστήµες (Craik,
1943) την έννοια των Ενεργών Μοντέλων ∆εσµού (Attachment Working Models). Τα ενεργά
µοντέλα δεσµού (ΕΜ∆) αναφέρονται σε γενικευµένες αναπαραστάσεις και συναισθήµατα
που προσδιορίζουν πόσο προσιτός είναι ο γονέας και αν το σύστηµα βρίσκεται σε κατάσταση
‘αίσθησης ασφάλειας’ (felt security). Οι αναπαραστάσεις αυτές βασίζονται στην ιστορία
αλληλεπίδρασης του συστήµατος δεσµού του βρέφους µε συµπεριφορές του γονέα που
πηγάζουν από τις προσωπικές του αναπαραστάσεις δεσµού. Για παράδειγµα, αν ο
γονέας/τροφός είναι ο ίδιος ασφαλής και έχει καλή πρόσβαση σε µνήµες και συναισθήµατα
δεσµού, αντιλαµβάνεται σωστά τις συµπεριφορές που εκπορεύονται από το σύστηµα δεσµού
του βρέφους και απαντά σε αυτές µε ανάλογη φροντίδα. Τότε και το παιδί αναπτύσσει
αντίστοιχα ένα ασφαλές ΕΜ∆ για τον εαυτό και τους άλλους (παρακάτω θα αναπτυχθεί η
θεωρία και για τα ανασφαλή ΕΜ∆). Τα ΕΜ∆ λοιπόν, στηρίζονται σε επαναλαµβανόµενα
σχήµατα διαπροσωπικών αλληλεπιδράσεων στα πλαίσια των οποίων το παιδί µαθαίνει να
αντιλαµβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους και να ελέγχει ανάλογα τα συναισθήµατά του.
Ένα µεγάλο µέρος της θεωρίας δεσµού αντανακλάει ψυχαναλυτικές ιδέες (και την
εκπαίδευση του ιδρυτή) για την σηµασία των αρχικών εµπειριών του βρέφους/ παιδιού στην
κοινωνική και συναισθηµατική εξέλιξη. Για παράδειγµα, ο Freud συνδέει συγκεκριµένα
στάδια της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης του παιδιού µε διαταραχές της προσωπικότητας ως
ενήλικα. Η διαφορά της θεωρίας δεσµού από την ψυχανάλυση αφορά στην σηµαντική θέση
που κατέχει η εµπειρία στον νου του Bowlby. Αυτός άλλωστε ήταν και ένας από τους λόγους
της απόστασης που κράτησαν από τον Bowlby κεντρικές φιγούρες του κινήµατος, όπως η
Melanie Klein και η Anna Freud (παρόλο που ήταν συνάδελφοί του στην κλινική Tavistock).
Η ψυχανάλυση αναφέρεται σε προβλήµατα στην ζωή του ενήλικα µε όρους της παιδικής
ηλικίας όµως αυτή η αναφορά σταµατάει στο επίπεδο των συµβόλων και δεν προχωράει να
εξηγήσει την εµπειρική βάση αυτών των συµβόλων. Ψυχοπαθολογικές συµπεριφορές προς το
άλλο φύλο εξηγούνται µε αναφορά σε γενικεύσεις για την σχέση µε τον γονέα του ενός ή του
άλλου φύλου (π.χ. οιδιπόδειο σύνδροµο ή σύνδροµο της Ηλέκτρας). Η θεωρία του δεσµού
δίνει σε αυτές τις γενικεύσεις µία εµπειρική οντότητα.
Η θεωρία λοιπόν διαφοροποιείται από τις ψυχαναλυτικές της ρίζες στο ότι θεωρεί τις
πράξεις, εκτός από συµβολικές οντότητες, ως κάτι το πραγµατικό: οι πράξεις ‘είναι’ και έχουν
συγκεκριµένα αποτελέσµατα. Οι ψυχαναλυτές χρησιµοποίησαν πολλές και διαφορετικές
µεταξύ τους µεθόδους (ανάλυση ονείρων, ελεύθερο συνειρµό κλπ.) για να προσεγγίσουν τις
ίδιες ψυχικές λειτουργίες: την αγάπη και το µίσος, το άγχος και τις άµυνες, τις κεντρικές
διαπροσωπικές σχέσεις. Η θεωρία του δεσµού όµως δίνει έµφαση στο πραγµατικό και ως εκ
τούτου ήταν αναγκαία η εξερεύνηση νέων µεθόδων. Οι µέθοδοι που χρησιµοποίησαν ο
Βowlby και οι συνεργάτες του βασίζονται κυρίως στην παρατήρηση αυτού του πραγµατικού
στην διαπροσωπική αλληλεπίδραση. Έτσι, σύµφωνα και µε τον Stern (1985.1995) η
διαπροσωπική αλληλεπίδραση αποτελεί το σηµείο όπου το φαντασιακό συναντά το
πραγµατικό, η ψυχανάλυση συναντά την επιστηµονική ψυχολογία. Οι µετέπειτα µαθητές
προχώρησαν στην σύνδεση της συµπεριφοράς µε τις αναπαραστατικές (Main et al. 1985) και
συναισθηµατικές (Sroufe & Waters, 1977. Motti, Cicchetti, & Sroufe, 1983) δοµές που
οδηγούν σε αυτές τις συµπεριφορές στο σύστηµα δεσµού.
Ατοµικές διαφορές στον δεσµό
Αρχικά, η θεωρία του Bowlby δίνει την εντύπωση µιας κανονιστικής θεωρίας πως το
σύστηµα δεσµού λειτουργεί σε σχέση µε τις συµπεριφορές του γονέα. Ακολουθώντας πολύ
κοντά την σκέψη του Bowlby η µαθήτριά του Mary Salter Ainsworth µελέτησε συστηµατικές
ατοµικές διαφορές στον τρόπο µε τον οποίο το βασικό σύστηµα δεσµού παίρνει µορφή από
την ποιότητα της διαπροσωπικής αλληλεπίδρασης µε τον γονέα. Η έρευνα της εστίασε στις
συµπεριφορές της µητέρας και βρέφους. Στην βάση επαναλαµβανόµενων αλληλεπιδράσεων
µε τον γονέα, οι κανονιστικές διαδικασίες που περιγράψαµε παραπάνω διαµορφώνουν
ατοµικές διαφορές στο σύστηµα δεσµού του βρέφους. Η συχνότητα, αλλά κυρίως η ποιότητα
της αντίδρασης απέναντι στις συµπεριφορές δεσµού του µικρού παιδιού (π.χ. κλάµα,
προσκόλληση) είναι αυτές που καθορίζουν την ποιότητα δεσµού (Biringen, 1990. Biringen
& Robinson, 1991) µε κάποιο βαθµό προβλεψιµότητας.
Η µέθοδος του ξένου (Strange situation) που κατασκεύασε η Ainsworth εισήγαγε την
έρευνα για τον δεσµό σε µια νέα εποχή καθώς επέτρεψε την µέτρηση τέτοιων ατοµικών
διαφορών. Με βάση την παρατήρηση της συµπεριφορών δεσµού του νηπίου, η Ainsworth και
οι συνεργάτες της (Ainsworth, Blehar, Waters, & Wall, 1978) κατάφεραν να
ποσοτικοποιήσουν τους διάφορους τύπους οργάνωσης δεσµού που απορρέουν από διαφορές
στην ποιότητα της σχέσης του γονέα και του µικρού παιδιού. Η µέθοδος του ξένου είναι µια
ηµι-πειραµατική µέθοδος που στηρίζεται στην παρατήρηση των συµπεριφορών του παιδιού
(γύρω στους 18 µήνες) απέναντι στην µητέρα όταν διεγείρεται το σύστηµα δεσµού (φεύγει η
µητέρα από το οπτικό πεδίο του παιδιού). Η δοκιµασία του ξένου αποτελείται από επτά
επεισόδια κατά τα οποία η µητέρα εγκαταλείπει επανειληµµένα το παιδί σε ένα δωµάτιο µε
παιχνίδια. Στο έκτο επεισόδιο, ένα άγνωστο άτοµο εισέρχεται στο δωµάτιο ενώ ο γονέας
εγκαταλείπει το παιδί για ακόµη µια φορά µόνο του.
Τόσο οι επαναλαµβανόµενοι αποχωρισµοί από την µητέρα όσο και η παρουσία του
ξένου διεγείρουν το σύστηµα δεσµού και προκαλούν συναισθήµατα άγχους. Το πιο
σηµαντικό επεισόδιο της όλης δοκιµασίας είναι το έβδοµο, όταν ο γονέας µπαίνει ξανά στο
δωµάτιο. Εκεί παρατηρούνται τρεις ευδιάκριτοι τύποι συµπεριφοράς του νηπίου απέναντι
στον γονέα που αντιστοιχούν στις τρεις µορφές δεσµού (attachment patterns): Α/ Άγχους-
αποφυγής, Β/ Ασφαλής, και Γ/ Άγχους-εµµονής. Σε περίληψη, το λεπτοµερές σύστηµα
παρατήρησης των συµπεριφορών του µικρού παιδιού που ανάπτυξε η Ainsworth έχει ως
εξής: Παιδιά που κατηγοριοποιούνται ως Β/ ασφαλή, παρουσιάζουν το άγχος τους
κλαίγοντας και όταν επιστρέφει ο γονέας την χρησιµοποιούν ως ασφαλή βάση (secure base)
για να ανακουφιστούν. Αυτός ο τύπος δεσµού χαρακτηρίζεται από καλή επικοινωνία µεταξύ
του παιδιού και του γονέα όπου το παιδί εκφράζει τα αρνητικά συναισθήµατα. Παιδιά που
κατηγοριοποιούνται ως Α/ άγχους-αποφυγής, παρουσιάζουν συµπεριφορές συναισθηµατικής
αλλά και φυσικής αποµάκρυνσης από τους γονείς. Στην µέθοδο του ξένου παρατηρείται
αδιαφορία κατά την επιστροφή του γονέα στο δωµάτιο και αποκλειστική εστίαση στο
παιχνίδι. Συναισθηµατικά δείχνουν να µην συναισθάνονται άγχος που ερµηνεύεται ως
αποκοπή των συναισθηµατικών πλευρών του δεσµού. Τέλος, ο τύπος Γ/ άγχους-εµµονής
συσχετίζεται µε αµφιθυµικές συµπεριφορές που συνοδεύονται µε παρατεταµένη διαµαρτυρία
και έκφραση θυµού. Στην µέθοδο του ξένου το νήπιο δείχνει να θέλει να προσεγγίσει τον
γονέα αλλά την ίδια στιγµή τον αποφεύγει.
Αυτό που είναι ενδιαφέρον στην µέθοδο του ξένου είναι ότι η επακριβής
παρατήρηση της συµπεριφοράς του νηπίου σε κατάσταση άγχους οδηγεί σε συµπεράσµατα
σχετικά µε τις γνωστικές και συναισθηµατικές αναπαραστάσεις του νηπίου ως απόρροια του
ιστορικού αλληλεπίδρασης (και ποιότητας δεσµού) µε τους γονείς/τροφούς. Πιο πρόσφατα,
περαιτέρω αναλύσεις των αρχικών µαγνητοταινιών από την δοκιµασία του ξένου έχουν δείξει
και ένα τέταρτος τύπος (Main, & Hesse, 1990. Main & Solomon, 1990. Crittenden, 1988).
Αυτός ο τέταρτος τύπος που ονοµάστηκε ∆/ αποδιοργάνωσης, παρουσιάζεται σε παιδιά µε
γονείς που είναι µπερδεµένοι συναισθηµατικά και συνήθως έχουν προσωπική ιστορία
τραύµατος, εγκατάλειψης ή θάνατο του γονέα σε µικρή ηλικία. Η Crittenden (1988)
υποστηρίζει ότι ο τέταρτος αυτός τύπος δεσµού (που ονοµάζεται Α/Γ στην τυπολογία της)
συσχετίζεται µε προσωπικό ιστορικό κακοποίησης, απόρριψης και έλλειψης φροντίδας από
τον γονέα.
Η εγκυρότητα της δοκιµασίας του ξένου ως σταθµισµένης µεθόδου προέρχεται
κυρίως από την σύγκριση της µε συµπεριφορές στο σπίτι και αλλού σε µια µακροχρόνια
έρευνα (14-16 παρατηρήσεις στο φυσικό περιβάλλον µε τους γονείς Ainsworth et al. 1978).
Τα στοιχεία από άλλες έρευνες υποδεικνύουν ότι οι τύποι δεσµού σχετίζονται µε την
συναισθηµατική ευαισθησία του γονέα, την φροντίδα και την κατάλληλη ανταπόκριση όταν
το παιδί χρειάζεται φροντίδα (Belsky & Pensky, 1988; Grossman & Grossman, 1991).
Πρόσφατες εξελικτικές έρευνες υποδεικνύουν πιο λεπτοµερείς συµπεριφορές που σχετίζονται
µε του τύπους δεσµού (Crowell & Feldman, 1988; Isabella & Belsky, 1991). Μια επισκόπηση
όλων τον ερευνών στην Βόρεια Αµερική σε µη κλινικά δείγµατα παιδιών (21 µελέτες, µε
σύνολο 1584 βρέφη, ανάµεσα στο 1977 και 1990) δείχνουν ότι το 67% περίπου των βρεφών
κρίνονται ασφαλή, το 21% κρίνονται ως ανασφαλή-αποφυγής και το 12% κρίνονται ως
ανασφαλή-εµµονής (van Ijzendoorn, Goldberg, Kroonenberg, & Frenkel, 1992). Σε µη
κλινικά δείγµατα το 15 % κατηγοριοποιείται ως τύπου αποδιοργάνωσης (∆).
Ενεργά Μοντέλα ∆εσµού
Τα ενεργά µοντέλα δεσµού είναι µια υποθετική έννοια που αναφέρεται σε µνήµες,
προσδοκίες, και συναισθήµατα άµεσα συνδεδεµένα µε σηµαντικές διαπροσωπικές σχέσεις
που είναι συνήθως σχέσεις δεσµού (Main, 1991). Οι ψυχοδυναµικές θεωρίες χρησιµοποιούν
παρόµοιες έννοιες και θεωρητικές κατασκευές αλλά δεν αναφέρονται σε αυτές ξεκάθαρα,
όπως: ‘αυτοπαρουσίαση’ (self-presentation), ‘αναπαραστάσεις αντικειµένου’ (object
representations), ‘εσωτερικευµένο αντικείµενο’ (internal object), ‘σχήµα’ (schema),
‘αναπαραστατικός κόσµος’ (representational world). Αυτό που συνδέει όλες αυτές τις έννοιες
είναι ότι εισαγάγουν το στοιχείο της αναπαράστασης ή του σχήµατος ως σηµαντικού µέρους
της ψυχικής απόκλισης.
Ο Bowlby όµως πρότεινε µια πιο πολύπλοκη αναπαραστατική δοµή που εµπλέκει άµεσα
τον εαυτό και τον άλλο. Με βάση τον αρχικό ορισµό (Bowlby, 1973):
«Τα ΕΜ∆ βασίζονται σε δύο µεταβλητές: α) αν, και κατά πόσο, το άτοµο πιστεύει ότι η µορφή
δεσµού/αντικείµενο δεσµού/ το σηµαίνον πρόσωπο είναι ο τύπος του ατόµου που γενικά ανταποκρίνεται σε
εκκλήσεις για υποστήριξη και βοήθεια και β) αν, και κατά πόσο, πιστεύει ότι ο ίδιος είναι σε θέση να
ανταποκριθεί σε εκκλήσεις για υποστήριξη και βοήθεια» (:204 ελεύθερη µετάφραση του συγγραφέα)»
Τα ΕΜ∆ δύσκολα µεταβάλλονται, γενικεύονται στις σχέσεις πέρα από την παιδική ηλικία
(Main et al. 1985) και σε διαφορετικούς τύπους σχέσεων στην εφηβεία και ενηλικίωση
(Bretherton, 1991). Η δυνατότητα µετάλλαξης των ενεργών µοντέλων από ασφαλή σε
ανασφαλή ή το αντίστροφο στην εφηβεία ή την ενηλικίωση είναι σχετικά περιορισµένη
(West & Sheldon-Keller, 1994).
Η έννοια των ενεργών µοντέλων αν και σχετική µε τις υπάρχουσες θεωρητικές
κατασκευές, εισάγει µια δυναµική θεώρηση της αναπαράστασης που την συνδέει µε
συµπεριφορικά συστήµατα µέσα από κεντρικές συναισθηµατικές δοµές όπως αυτής της
ρύθµισης του συναισθήµατος (emotion regulation). Τα ΕΜ∆ προϋποθέτουν δυναµικές
διεργασίες όπου πληροφορίες από το περιβάλλον και τον οργανισµό, σχετικές µε τις
εµπειρίες δεσµού, επιλέγονται, επεξεργάζονται, και αναπαριστούνται στην µνήµη. Επιπλέον,
τα ΕΜ∆ είναι ‘δυναµικά’ γιατί συµπεριλαµβάνουν σύνθετες, ενιαίες αναπαραστάσεις για τον
εαυτό, τους άλλους και τις σχέσεις, που συνδέονται µε κεντρικές συναισθηµατικές διεργασίες
όπως αυτής της ρύθµισης των συναισθηµάτων (emotion regulation).
Σε µια κλασσική πλέον εργασία τους οι Main, Kaplan & Cassidy (1985)
παρουσίασαν στοιχεία που αναδεικνύουν την σηµασία των ενεργών σχηµάτων δεσµού. Η
εργασία αυτή σηµατοδότησε µια αλλαγή από την εξέταση της συµπεριφοράς προς το
‘αναπαραστατικό επίπεδο εξήγησης’ την γνωστική κατεύθυνση. Οι ερευνητές εξέτασαν τον
αναπαραστατικό κόσµο παιδιών ηλικίας έξι ετών ενώ είχαν επίσης πληροφορίες για τον τύπο
δεσµού των παιδιών αυτών όταν ήταν µικρότερα των δύο ετών (συµµετείχαν σε άλλη έρευνα
µε την δοκιµασία του ξένου). Το δείγµα τους αποτελούσαν 40 γονείς, και το παιδί τους
ηλικίας έξι ετών. Κατά την άφιξη στο εργαστήριο όλη η οικογένεια φωτογραφήθηκε µε
κάµερα Polaroid, και παρακολούθησαν µια ταινία µικρού µήκους για ένα παιδί δύο ετών που
αποχωρίζεται τους γονείς του. Στην συνέχεια του πειράµατος οι γονείς αποχώρησαν από το
δωµάτιο για να πάρουν µέρος στην Συνέντευξη ∆εσµού Ενηλίκων (Σ∆Μ- Adult Attachment
Interview). Κατά την διάρκεια της συνέντευξης η φωτογραφία της οικογένειας δόθηκε στο
παιδί και του ζητήθηκε να εκφράσει τα συναισθήµατά του για αυτή. Επίσης ρωτήθηκε πώς
νοιώθει όταν αποχωρίζεται τους γονείς τους και µελετήθηκαν οι αντιδράσεις του σε ένα τεστ
άγχους αποχωρισµού (φωτογραφίες παιδιών που αποχωρίζονται τους γονείς).
Τα αποτελέσµατα της έρευνας έδειξαν ότι τα ενεργά µοντέλα δεσµού στην ηλικία
των έξι ετών σχετίζονται µε την ποιότητα δεσµού στην βρεφική ηλικία. Επίσης, ότι τα
µοντέλα δεσµού οργανώνουν συνειδητά ή ασυνείδητα γνωστικά και συναισθήµατα σχήµατα
σχετικά µε τις σχέσεις δεσµού. Για παράδειγµα, κατά την επάνοδο των γονιών στο
εργαστήριο όπου το παιδί είχε µείνει µόνο, παιδιά µε τύπο δεσµού αποφυγής (όπως είχαν
κατηγοριοποιηθεί περίπου τέσσερα χρόνια πριν) εµφάνισαν την τάση να µην δείχνουν ότι
προσέχουν τους γονείς. Παιδιά µε τύπο δεσµού εµµονής είχαν την τάση να ελέγχουν την
συµπεριφορά του ενός ή του άλλου γονέα µε την δηµιουργία ενοχών στους γονείς ή µε
αγχώδη, συµπεριφορά υπερβολικής προσκόλλησης.
Στο τεστ άγχους αποχωρισµού τα ασφαλή παιδιά αναγνώριζαν συναισθήµατα
µοναξιάς, θλίψης και φόβου λεκτικά, όταν ο πειραµατιστής τους περιέγραφε εικόνες
αποχωρισµού. Αντίθετα, παιδιά που είχαν κατηγοριοποιηθεί µε ανασφαλή τύπο δεσµού όταν
ήταν 18 µηνών απέφευγαν να συζητήσουν τα συναισθήµατά τους για τις εικόνες
αποχωρισµού και γενικά δεν έδειχναν άνεση στην έκφραση των συναισθηµάτων τους. Ένα
από τα αναπάντεχα ευρήµατα της έρευνας ήταν ότι ο τύπος δεσµού µε την µητέρα όταν τα
παιδιά στην ηλικία των 18 µηνών συσχετίζονταν σε στατιστικά σηµαντικό επίπεδο µε την
ανοιχτή έκφραση των συναισθηµάτων στην ηλικία των έξι ετών.
Με βάση αυτά τα ευρήµατα, η Main et al. (1985, :67) όρισαν την οργάνωση δεσµού
(attachment organisation) ως: «ένα σύνολο συνειδητών ή ασυνείδητων κανόνων για την
οργάνωση πληροφοριών σχετικών µε εµπειρίες δεσµού, συναισθήµατα και νοερές εικόνες».
Αυτή η µετάθεση του επίπεδου εξήγησης στις γνωστικές συνιστώσες του δεσµού έδωσε
έναυσµα στον έλεγχο µιας σειράς υποθέσεων2
. Πιο πρόσφατες έρευνες έστρεψαν το
ενδιαφέρον τους στην πιθανότητα της µεταβίβασης του τύπου δεσµού από την µία γενιά στην
άλλη (π.χ. Steele & Steele, 1994. Fonagy, Steele, & Steele, 1991). Σε µελέτη τους στις αρχές
της δεκαετίας του 90, ο τύπος δεσµού 100 εγκύων γυναικών, µεσοαστικής τάξης στο Λονδίνο

2 Είναι πέρα από τον σκοπό αυτού του βιβλίου η συζήτηση της εξελικτικών ερευνών για τις γνωστικές διαδικασίες
δεσµού. Ο αναγνώστης µπορεί να συµβουλευτεί ένα καίριο άρθρο-ανασκόπηση του χώρου (Waters 1995 SRCD
monograph)
µετρήθηκε µε την µέθοδο της Σ∆Ε (ΑΑΙ). Μετά από δύο χρόνια περίπου, ο τύπος δεσµού
των παιδιών (γύρω στους 18 µήνες) µετρήθηκε µε την µέθοδο του ξένου. Η αντιστοιχία των
τύπων δεσµού της µητέρας κατά την εγκυµοσύνη µε τον τύπο δεσµού του παιδιού στην
δοκιµασία του ξένου ήταν της τάξεως του 85%. Με βάση αυτά τα αποτελέσµατα οι
συγγραφείς συζήτησαν την επίπτωση που έχουν οι αναπαραστάσεις των γονέων στην
συµπεριφορά τους προς τα βρέφη και την πιθανότητα ανασφαλή σχήµατα δεσµού να περνούν
από την µία γενιά στην άλλη αν δεν µεσολαβούν εµπειρίες που µπορούν να οδηγήσουν στην
αλλαγή.
Τύποι δεσµού και προβληµατικές συµπεριφορές
Παιδιά που κατηγοριοποιήθηκαν ως ασφαλή νήπια (µε βάση την µέθοδο του ξένου)
βρέθηκαν να διαφέρουν σηµαντικά από αντίστοιχα ανασφαλή παιδιά (τύπου αποφυγής, και
τύπου εµµονής) ως προς διαπροσωπικές και ενδοπροσωπικές ψυχολογικές λειτουργίες. Σε
µελέτες παρατήρησης στο εργαστήρίο έχουν δείξει περισσότερη αυτοπεποίθηση κατά την
επίλυση προβληµάτων και πιο αποτελεσµατική συµµετοχική συµπεριφορά µε τις µητέρες
τους στην ηλικία των δύο χρόνων (Matas, Arend, & Sroufe, 1978). Σε µελέτες πεδίου
παιδιών ηλικίας δυόµισι ετών διαπιστώθηκε ότι παίζουν το ρόλο του αρχηγού της οµάδας
συνοµήλικων περισσότερο από ότι ανασφαλή παιδιά (Waters, Wippman, & Sroufe, 1979).
Στην ηλικία των τριών χρόνων οι συνοµήλικοι είναι πιο θετικοί στην έκφραση των
συναισθηµάτων τους απέναντι σε ασφαλή παιδιά. Οι ίδιοι συνοµήλικοι τείνουν να είναι πιο
επιθετικοί σε παιδιά µε τύπο δεσµού εµµονής και αρνητικοί απέναντι σε παιδιά µε τύπο
αποφυγής (Jacobson & Wille, 1986). Στην ηλικία των τεσσάρων ή πέντε ετών, ανασφαλή
παιδιά εµφανίζουν συµπεριφορικά προβλήµατα όπως υπερδιέγερση, κοινωνική αποµόνωση
και διαταραχές της προσοχής (Erickson, Sroufe, & Egeland, 1985).
Η αναπτυξιακή έρευνα έχει αποκαλύψει την στενή σύνδεση ανάµεσα στην οργάνωση
δεσµού και το θετικό και το αρνητικό συναίσθηµα. Τα ασφαλή παιδιά εκδηλώνουν
µεγαλύτερο ενθουσιασµό, θετικό συναίσθηµα και επιµονή σε προβληµατικές καταστάσεις
(Matas et al. 1978). Σε µια εκτεταµένη έρευνα πεδίου οι ερευνητές παρατήρησαν την
αλληλεπίδραση µε συνοµήλικους στο σχολείο και στο παιχνίδι και επέκτειναν έτσι τα
αποτελέσµατα για συναισθηµατικού τύπου µεταβλητές (Sroufe, Schork, Motti, Lawroski, &
LaFreniere, 1984). Στην µελέτη αυτή, το συναίσθηµα µετρήθηκε µε την χρήση δεικτών όπως
η έναρξη διαπροσωπικής επαφής µε συνοµήλικους, εκφράσεις προσώπου, και τόνος της
φωνής. Σε συµµετοχικές παρατηρήσεις περίπου 4000 διαφορετικών κοινωνικών
αλληλεπιδράσεων που ενείχαν συνεργασία, επιθετικότητα, συµπεριφορές που δείχνουν
σθένος κλπ. παιδιά που είχαν κριθεί ασφαλή µε την µέθοδο του ξένου στην ηλικία των 12 και
18 µηνών είχαν στατιστικά υψηλότερη βαθµολογία στις παραπάνω µεταβλητές σύνθετου
συναισθήµατος από ότι παιδιά τύπου αποφυγής ή εµµονής.
Με αφετηρία αυτά τα αποτελέσµατα, οι θεωρητικοί του δεσµού προτείνουν ότι
συναισθηµατικού τύπου στρατηγικές που ‘µαθαίνονται’ στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης µε
τους γονείς µεταφέρονται αργότερα και στις σχέσεις µε τους συνοµήλικους, φίλους κλπ. Σε
µια επισκόπηση της περιοχής ο Jacobson και συνεργάτες (1986, :76) προτείνουν ότι «στην
αντιµετώπιση σχέσεων µε νέους συνοµήλικους, κατάσταση που µπορεί να δηµιουργήσει
άγχος και επιφυλακτικότητα στο παιδί,…. ο τύπος δεσµού συσχετίζεται περισσότερο µε τον
τόνο του συναισθήµατος (δηλ. αρνητικό ή θετικό) παρά η γενική κοινωνική επάρκεια στην
διαπροσωπική επαφή». Η συζήτηση σε αυτό το µέρος του κεφαλαίου επικεντρώθηκε γύρω
από έρευνες για την αλληλουχία/ σύνδεση µεταξύ τον τύπο δεσµού στην νηπιακή ηλικία και
διαστάσεις της αλληλεπίδρασης στην παιδική ηλικία. Οι έρευνες που έλεγξαν τις προβλέψεις
του Bowlby για την εξέλιξη της προσωπικότητας και τις σχέσεις διαχρονικά ήταν σπάνιες
λόγω του βαθµού δυσκολίας του έργου. Παρόλα αυτά, διαχρονικές µελέτες των Elicker,
Englund, & Sroufe (1992) και των Grossman & Grossman (1991) αποτελούν φωτεινές
εξαιρέσεις σε αυτό τον κανόνα. Τα αποτελέσµατα αυτών των ερευνών παρέχουν σηµαντικά
στοιχεία για την σηµασία της ποιότητα του δεσµού γονέα και βρέφους στην αλληλεπίδραση
και τις σχέσεις σε µετέπειτα ηλικίες.
Πιο πρόσφατες έρευνες καταδεικνύουν την επίδραση του δεσµού στις σχέσεις στην
εφηβεία. ∆έκα χρόνια µετά την παρατήρηση των νηπίων µε την µέθοδο του ξένου (στους 12
και 18 µήνες) οι Elicker και συνεργάτες ζήτησαν 47 από αυτά τα παιδιά να συµµετάσχουν σε
µία κατασκήνωση. Με αυτό τον τρόπο έγινε δυνατή η εκτενής παρατήρηση της
συµπεριφοράς των παιδιών και η µέτρηση διαφορετικών συµπεριφορών. Τα αποτελέσµατα
της έρευνας υποστήριξαν τις υποθέσεις για το γεγονός ότι ο δεσµός στην βρεφική ηλικία
µπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις του νέου ατόµου δέκα χρόνια µετά. Νέοι έφηβοι που ως
βρέφη είχαν κριθεί ασφαλή, επέδειξαν πιο συναισθηµατική υγιές συµπεριφορές, µεγαλύτερη
αυτοπεποίθηση και ικανότητες στις διαπροσωπικές σχέσεις από ότι παιδιά µε ανασφαλή τύπο
δεσµού. Έρευνα των Grossman και Grossman (1991) παρακολούθησε οµάδα παιδιών από την
ηλικία του ενός έτους έως ότου έγιναν 10 ετών. Στο τέλος της έρευνας συµµετείχαν σε µια
συνέντευξη για συναισθήµατα που σχετίζονται µε εµπειρίες δεσµού. Βρήκαν ότι σε σχέση µε
τα ανασφαλή παιδιά, τα ασφαλή είχαν περισσότερες πιθανότητες να στραφούν προς τους
άλλους όταν αισθάνονταν άσχηµα (συναισθήµατα φόβου, θλίψης ή θυµού). Τα παιδιά τύπου
δεσµού εµµονής δεν έδειξαν τέτοια συµπεριφορά. Οι λειτουργίες συνέπειας ανάµεσα στους
τύπους δεσµού του αρχικού σταδίου και σε µετέπειτα φάσεις της εξέλιξης εξηγήθηκαν µε
αναφορά στα ενεργά µοντέλα δεσµού ως γνωστικές και συναισθηµατικές δοµές που
αλλάζουν δύσκολα.
Παιδιά που κατηγοριοποιήθηκαν ως τύπου δεσµού αποφυγής ή αποδιοργάνωσης
εκδηλώνουν τα περισσότερα προβλήµατα στην προσχολική ηλικία. Για παράδειγµα,
επιδεικνύουν επιθετική συµπεριφορά και άλλα συµπεριφορικά προβλήµατα (Fagot &
Kavanagh, 1990. Lyons-Ruth, Alpern & Repacholi, 1993).
Προσέγγιση από την θεωρία των πληροφοριών: Γνωστικές και συναισθηµατικές
διαδικασίες
Η προσέγγιση της Crittenden ενσωµατώνει γνωστικές και νευροφυσιολογικές δοµές
του συναισθήµατος σε ένα αναπτυξιακό µοντέλο. Η θεωρία δεσµού ενέχει την διαχείριση του
αρνητικού συναισθήµατος και του άγχους ειδικότερα. Η Crittenden (1995) προσεγγίζει τον
δεσµό ως µέρος ενός γενικότερου συµπεριφορικού συστήµατος που έχει αναπτυχθεί στα
ανώτερα θηλαστικά για να προωθήσουν την επιβίωση και την διαιώνιση του είδους. Συνάµα,
έχουν αναπτύξει και ένα σύστηµα για να αντιλαµβάνονται και να επεξεργάζονται
πληροφορίες από το περιβάλλον. Η Crittenden αναγνωρίζει ότι το σύστηµα δεσµού
διαπερνάει όλα τα επίπεδα του εγκεφάλου και συνδέεται µε αυτά: Το φλοιακό σύστηµα που
ενέχει περισσότερο γνωστικές διαδικασίες, ο µέσο εγκέφαλος που συνδέεται µε την
συνειρµική µάθηση και τέλος το µεταιχµιακό σύστηµα (Lymbic System) που εµπεριέχει
κεντρικές φυσιολογικές δοµές όπως η αµυγδαλή όπου εδράζει το σύστηµα φόβου και
αντιδράσεων στρες σε νέες καταστάσεις. Για παράδειγµα, πρόσφατες µελέτες στην
νευροψυχολογία έχουν δείξει ότι η αµυγδαλή συνδέεται τόσο άµεσα όσο και έµµεσα µε τον
εµπρόσθιο λοβό και άλλες φλοιακές περιοχές (Le Doux, 1997). Αυτό είναι ενδιαφέρον γιατί,
όπως έδειξε ο Le Doux, η αµυγδαλή µπορεί να δώσει την ευκαιρία για άµεση αντίδραση σε
ερεθίσµατα που προκαλούν φόβο χωρίς να µεσολαβήσουν φλοιακές-γνωστικές διαδικασίες.
Η ανάπτυξη των εγκεφαλικών αυτών δοµών και η νοητική ανάπτυξη οργανώνεται
γύρω από την ακριβή πρόβλεψη καταστάσεων που είναι ασφαλείς για το βρέφος και που
προωθούν την αναπαραγωγή. Γνωστικά συστήµατα αφορούν την προβλεψιµότητα µε την
οποία συµβαίνουν ορισµένα γεγονότα. Όταν µια συµπεριφορά αποδίδει επιθυµητά
αποτελέσµατα συντηρείται και επαναλαµβάνεται. Όταν δεν αποδίδει επιθυµητά
αποτελέσµατα, αλλάζει ή εµποδίζεται. Αυτή είναι άλλωστε και η βάση της θεωρίας µάθησης.
Το συγκινησιακό και µεταιχµιακό σύστηµα συνδέεται περισσότερο µε ταχύτατες
αντιδράσεις ‘Επίθεσης ή αποφυγής’. Το φλοιακό σύστηµα συνδυάζει πληροφορίες από το
γνωστικό µέρος (µνήµη, αντίληψη κλπ) και το συγκινησιακό µέρος πληροφορίες που έχουν
να κάνουν µε συναισθήµατα όπως ο φόβος και το άγχος.
Πολύ σηµαντική για την ανάπτυξη όλου του συστήµατος είναι η προ-λεκτική
περίοδος όπου το βρέφος-αναπτυσσόµενος οργανισµός µαθαίνει να νοηµατοδοτεί µη-
λεκτικά, συγκινησιακού τύπου µηνύµατα στην αλληλεπίδραση µε τον γονέα/τροφό. Η
σηµασία της αλληλεπίδρασης έγκειται στο ότι µέσα από την αλληλεπίδραση µε τους
γονείς/τροφούς ο αναπτυσσόµενος οργανισµός µαθαίνει να πλαισιώνει νοηµατικά τις
πληροφορίες που έρχονται τόσο από το εξωτερικό περιβάλλον όσο και από το εσωτερικό
περιβάλλον. Έτσι οι γονείς/τροφοί παιδιών µε ασφαλή τύπο δεσµού αντιδρούν µε ένα
σταθερό και αναµενόµενο τρόπο στις επικλήσεις του παιδιού για τροφή και προσοχή. Οι
γονείς/τροφοί παιδιών µε τύπο δεσµού αποφυγής αντιδρούν σταθερά αρνητικά στο κλάµα του
µωρού (µε φωνές ή µε αδιαφορία). Έτσι το παιδί γνωστικά έχει µια ακριβή εικόνα/προσδοκία
από το περιβάλλον του, αλλά λόγω ότι ο γονέας δεν δίνει προσοχή, δεν εκπαιδεύει τα
συναισθήµατα του παιδιού δεν αναπτύσσουν το συγκινησιακό µέρος του συστήµατος.
Πρόσφατες µελέτες σε ενήλικες δείχνουν ότι, όντως, άτοµα µε τύπο δεσµού αποφυγής-
απορριπτικό έχουν χαµηλή βαθµολογία στο συγκινησιακό κοµµάτι στο Τεστ
Συναισθηµατικής Νοηµοσύνης (Kafetsios, 2004). Τα παιδιά αυτά καταπιέζουν το
συναίσθηµα γενικότερα και δεν µαθαίνουν να χρησιµοποιούν συναισθηµατικές οδούς
επικοινωνίας µε τους άλλους.
Αντίθετα οι γονείς/τροφοί παιδιών µε τύπο δεσµού άγχους-εµµονής επιδεικνύουν ένα
άστατο τρόπο συµπεριφοράς και γενικά αντιδρούν υπερβολικά στις εκκλήσεις του παιδιού για
προσοχή και στο κλάµα του. Έτσι στο γνωστικό επίπεδο το παιδί µαθαίνει να µην περιµένει
σταθερές αντιδράσεις από τους άλλους και το περιβάλλον του. Η γνωστική κατανόηση και η
ενσωµάτωση των προσδοκιών από τους άλλους όσο και συναισθηµατικών πληροφοριών
είναι προβληµατική. Παρόλα αυτά τα άτοµα αυτά αναπτύσσουν καλύτερα το συναισθηµατικό
σύστηµα καθώς ο γονέας/τροφός έχει µάθει να δίνει έµφαση στα συναισθήµατα, αν και
αρνητικά στην πλειοψηφία τους. Στην ενηλικίωση άτοµα τύπου εµµονής έχουν δείξει µια
τάση για αλλαγή από ανασφαλή σε ασφαλή δεσµό µέσα από την ωρίµανση συναισθηµατικών
δοµών όπως η ρύθµιση του συναισθήµατος (Mickelson, Shaver & Kessler, 1997. Καφέτσιος,
2003).
Το µοντέλο της Crittenden για τον συνδυασµό γνωστικών και συγκινησιακών δοµών
παρουσιάζεται στο Σχήµα 1. Όπως φαίνεται, παιδιά µε ασφαλή τύπο δεσµού συνδυάζουν
εξισορροπηµένα γνωστικές και συναισθηµατικές δοµές στην κορυφή του ‘ρολογιού’. Παιδιά
µε τύπο αποφυγής έχουν ακριβείς γνωστικές προσδοκίες για τον εαυτό και τους άλλους αλλά
Λανθασµένο συναίσθηµα (ειδικά η περιοχή Α4 που συγγενεύει µε την αποδιοργάνωση).
Παιδιά µε έµµονο-αµφιθυµικό τύπο έχουν ακριβές συναίσθηµα αλλά λανθασµένες γνωστικές
λειτουργίες (ειδικά η περιοχή C5-6).
— Εισάγετε Σχήµα 1 εδώ —-
Εφαρµογές της θεωρίας στην κλινική και εκπαιδευτική πράξη
Με βάση αυτό το µοντέλο που συνδυάζει γνωστικές και συναισθηµατικές
πληροφορίες από το περιβάλλον και τον ίδιο τον οργανισµό µπορούµε να διακρίνουµε
κάποιες εφαρµογές στην αντιµετώπιση προβληµατικών συµπεριφορών των παιδιών ανάλογα
µε τον τύπο δεσµού τόσο στο κλινικό όσο και στο εκπαιδευτικό πλαίσιο.
Κλινικές εφαρµογές
Η Slade (1999) υποστηρίζει ότι αυτό που έχει να προσφέρει στον θεραπευτή η
θεωρία δεσµού είναι γενικές κατευθύνσεις και µια ενορατική θεώρηση για το πώς
λειτουργικοί και µη-λειτουργικοί τρόποι σκέψης και συναισθήµατος µπορούν να
αναγνωριστούν και να αλλάξουν σύµφωνα µε τεχνικές που υπάρχουν ανεξάρτητα από την
θεωρία.
Για παράδειγµα, µόνο συµπεριφορικά µοντέλα θεραπείας ίσως δεν είναι κατάλληλα
για την αλλαγή συµπεριφοράς σχετικής µε τον τύπο δεσµού. Θα πρέπει να στρατευθούν
γνωστικές αλλά και συναισθηµατικές προσεγγίσεις για να επιτευχθεί η αλλαγή. Σε παιδιά
τύπου δεσµού άγχους-εµµονής θα πρέπει να προσεχθούν περισσότερο τα γνωστικά σχήµατα
ώστε να αλλάξουν λανθασµένες και ασταθείς πεποιθήσεις για τον εαυτό και τους άλλους.
Συνάµα θα πρέπει να µειωθεί το άγχος και το αρνητικό συναίσθηµα ώστε να έχουν µια πιο
ακριβή κατανόηση της κατάστασης στις αλληλεπιδράσεις τους µε τους άλλους τόσο στο
γνωστικό όσο και στο συναισθηµατικό µέρος. Από την άλλη, παιδιά µε τύπο δεσµού
αποφυγής θα πρέπει να αξιοποιήσουν γνωστικές οδούς και συνάµα να εµβαθύνουν
περισσότερο στα συναισθήµατα αλλά από την συγκινησιακή-συµπεριφορική πλευρά τους.
Έτσι ίσως να υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες αλλαγής των δυσλειτουργικών ΕΜ∆.
Η κλασική συστηµική θεραπευτική προσέγγιση από µόνη της ίσως δεν επαρκεί στην
αντιµετώπιση του ανασφαλούς δεσµού αλλά είναι σηµαντικό να εξετάσουµε την αλληλουχία
των σχέσεων στην οικογένεια έτσι όπως εκφράζεται στα ακριβή ή λανθασµένα συναισθήµατα
των γονιών µεταξύ τους και σε σχέση µε το παιδί. Μια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση που
έχει σχέση µε τον δεσµό είναι η Θεραπεία µε έµφαση στα συναισθήµατα (Emotion Focused
Therapy). Η θεραπεία αφορά βέβαια την αλλαγή στην συναισθηµατική σχέση στο ζεύγος
αλλά αξίζει να προσεχθούν στοιχεία από αυτή (ειδικά πώς προξενεί το αρνητικό συναίσθηµα
και πώς το χειρίζεται για να επιτύχει την αλλαγή ανάµεσα στο ζεύγος)
Εφαρµογές σε εκπαιδευτικά πλαίσια
Η δασκάλα/δάσκαλος µπορεί να λειτουργήσει και ως υποκατάστατο µιας σχέσης
δεσµού. Μακροχρόνια έρευνα των Rutter και Quinton (1984) έχει δείξει ότι σε κοπέλες που
µεγάλωσαν µε απώλεια προσώπων δεσµού (σε ορφανοτροφείο) µια καλή σχέση µε τον
δάσκαλο µπορεί να αλλάξει τον τύπο δεσµού από ανασφαλή σε ασφαλή. Εποµένως, οι
δάσκαλοι µπορούν να λειτουργήσουν ως ασφαλής βάση για τα παιδιά και να συνεισφέρουν
στην ψυχοσυναισθηµατική τους εξέλιξη.
Η κατανόηση των προβληµατικών τύπων συµπεριφοράς που σχετίζονται µε τον
δεσµό και της γνωστικής και συναισθηµατικής/ συγκινησιακής βάσης των τύπων δεσµού
µπορεί να βοηθήσει µια πρώτη αντιµετώπιση των παιδιών αυτών από τον δάσκαλο στο
σχολείο και την παραποµπή του σε ειδικούς. Μπορεί επίσης να βοηθήσει και την κατάλληλη
αντιµετώπιση διαπροσωπικού τύπου προβληµάτων στο σχολείο.
Η κατάλληλη εκπαίδευση των δασκάλων να αναγνωρίζουν τα δυσλειτουργικά
προφίλ συµπεριφοράς των παιδιών µπορεί να βοηθήσει πολλαπλά και σε συνδυασµό µε τον
σχολικό ψυχολόγο. Για παράδειγµα, µπορεί να συνεισφέρει στην επικοινωνία του δάσκαλου
µε το παιδί και στην κατάλληλη ένταξή του στην σχολική οµάδα. Αν ένα παιδί
χαρακτηρίζεται από σύστηµα δεσµού αποφυγής, αυτό συνεπάγεται και συµπεριφορές
αποµάκρυνσης από την οµάδα και τις κοινωνικές σχέσεις. Αυτό για το ίδιο το παιδί ίσως να
είναι φυσιολογικό. Θα µπορούσε ο σχολικός ψυχολόγος παίρνοντας υπ’όψην αυτές τις
στρατηγικές συµπεριφοράς να φέρει το µοναχικό παιδί σε επαφή µε άλλα παιδιά που έχουν
πιο ασφαλή συστήµατα δεσµού και δεν ‘ακυρώνουν’ τέτοιου είδους συµπεριφορές (η έρευνα
έχει δείξει ότι ζεύγη µε τύπο εµµονής και αποφυγής είναι τα λιγότερο συµβατά).
Επίσης, η γνώση των συγκινησιακών, γνωστικών και συµπεριφορικών συνισταµένων
της προβληµατικής συµπεριφοράς σε σχέση µε τον δεσµό µπορεί να αυξήσει την
αυτοπεποίθηση του δασκάλου γιατί θα είναι σε θέση να κατανοήσει καλύτερα τα παιδιά από
την οπτική γωνία του ίδιου του παιδιού (ενσυναίσθηση). Έτσι, θα είναι σε θέση, και να
ελέγξει καλύτερα τέτοιου είδους συµπεριφορές όταν γίνονται ιδιαίτερα προβληµατικές, και
να λειτουργήσει ως ‘ασφαλής βάση’ για το ίδιο το παιδί. Εδώ άλλωστε έγκειται και η
συστηµική βάση της θεωρίας δεσµού: ότι η αλλαγή έρχεται µέσα από ένα σύστηµα σχέσεων
που αλληλεπιδρούν µεταξύ τους (οικογένεια-παιδί-σχολείο).
Τέλος, κάτι που µελλοντικές έρευνες και εφαρµογές στον ελληνικό πληθυσµό θα
πρέπει να πάρουν ιδιαίτερα υπ’όψην τους είναι η γενικότερη µείωση στις ευκαιρίες για
διαπροσωπικές επαφές που έχουν τα παιδιά σε µια αυξανόµενα ατοµικιστική κοινωνία
(Γεώργας, 1989). Χρησιµοποιώ εδώ τον όρο ‘ατοµικισµό’ όχι αξιολογικά αλλά από την
οπτική της διαπολιτισµικής ψυχολογίας. Πρόσφατες κοινωνιολογικές και κοινωνιο-
ψυχολογικές έρευνες. δείχνουν ότι η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από χαµηλή
συχνότητα κοινωνικής δικτύωσης και διαπροσωπικής επαφής (ΕΚΚΕ, 2003) αλλά και το ότι,
τουλάχιστον στους νέους οι καθηµερινές, διαπροσωπικές σχέσεις µε φίλους τους
χαρακτηρίζονται από την έλλειψη θετικών συναισθηµατικών ανταλλαγών (Kafetsios, 2004),.
Με βάση αυτά τα δεδοµένα υπάρχει η πιθανότητα να µειώνονται οι δυνατότητες
συναισθηµατικής εµπλοκής σε ευρύτερα κοινωνικά δίκτυα (µε συγγενείς και φίλους) µε
αποτέλεσµα την συντήρηση δυσλειτουργικών µορφών συµπεριφοράς.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Ελληνόγλωσσες
ΕΚΚΕ (2003). Ελλάδα-Ευρώπη: Κοινωνία-Πολιτική-Αξίες, αποτελέσµατα της µεγάλης
Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας.
Καφέτσιος, Κ. (υπό δηµοσίευση). ∆εσµός, συναίσθηµα και διαπροσωπικές σχέσεις. Αθήνα:
Τυπωθήτω.
Καφέτσιος, Κ. (2003). Ενεργά µοντέλα δεσµού και ψυχική Υγεία: Επισκόπηση της περιοχής
και προτάσεις για κλινική εφαρµογή και έρευνα. Εγκέφαλος, 40, 30-45.
Ξενόγλωσσες
Ainsworth, M. D. S., Blehar, M., Waters, E. and Wall, S. (1978). Patterns of Attachment.
Hillsdale, NJ: Erlbaum.
Belsky, J. and Pensky, E. (1988). Developmental history, personality and family relationships:

Πηγή https://attachment.fbsbx.com