Παιδί και άγχος αποχωρισμού

Γενικά
Ο ακρογωνιαίος λίθος της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η δημιουργία στενών συναισθηματικών σχέσεων με άλλα άτομα που να εμπνέουν εμπιστοσύνη και ασφάλεια. Δεν είναι τόσο η αγάπη που παίζει τον καθοριστικότερο ρόλο στη σχέση του μικρού παιδιού με τον φροντιστή του όσο η σταθερότητα και ηπροβλεψιμότητα που χαρακτηρίζει τη σχέση αυτή. Είναι, δηλαδή, προτιμότερο -από εξελικτική σκοπιά- να υπάρχει μια σχέση αλληλοσυμπάθειας, που να τη διακρίνει η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα, παρά μια σχέση μεγάλης αγάπης αλλά με έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις, απουσία προβλεψιμότητας και ελλιπή φροντίδα.

Η σημασία της σχέσης δεσμού
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ένα μικρό παιδί, που έχει βιώσει μια στο σύνολό της σταθερή και προβλέψιμη σχέση με τον κύριο φροντιστή του(συνήθως τη μητέρα) τους πρώτους 6 μήνες της ζωής, θα μπορέσει πολύ ευκολότερα να τον αποχωρισθεί όταν έρθει η στιγμή για κάτι τέτοιο.
Ό,τι και να κάνουμε ως γονείς, το παιδί θα συνεχίσει να αναζητά την εγγύτητα με άλλους από τη στιγμή που οι σχέσεις αποτελούν το οξυγόνο της ψυχής. Έτσι, όταν το παιδί αποχωρισθεί τον φροντιστή του, θα νιώσει άγχος το μέγεθος του οποίου θα είναι ανάλογο της συναισθηματικής κυρίως αστάθειας που χαρακτηρίζει τη σχέση του με αυτόν καθώς και της διάρκειας του αποχωρισμού.
Έχει αποδειχθεί πως η ανασφάλεια, ο φόβος και το άγχος του μικρού παιδιού είναι πολύ μεγαλύτερα όταν εκτίθεται σε επαναλαμβανόμενους και απρόβλεπτους αποχωρισμούς -ή σε απειλή τέτοιων- παρά όταν συμβεί να βιώσει έναν οριστικό αποχωρισμό, όπως στην περίπτωση θανάτου ενός γονέα ή μιας υιοθεσίας.
Ένας από τους βασικότερους πυλώνες της φιλοσοφίας της διαπαιδαγώγησης στο δυτικό κόσμο είναι η ενθάρρυνση μιας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης και γρηγορότερης «αυτονόμησης» του παιδιού. Το να μάθει άμεσα να κοιμάται στο κρεβάτι και στο δωμάτιό του, να ξεκινήσει γρήγορα παιδικό σταθμό, να αποκτήσει κοινωνική επάρκεια και αυτονομία στην ομάδα παιδιών του παιδικού σταθμού κ.ά. αποτελούν παραδείγματα ενός «σωστού» και «σύγχρονου» τρόπου διαπαιδαγώγησης.
Σύμφωνα, όμως, με τη θεωρία του δεσμού και τα αποτελέσματα πάρα πολλών ερευνών, η απόκτηση αυτονομίας προϋποθέτει και στηρίζεται στην ύπαρξη ενός ασφαλούς στενού δεσμού παιδιού-φροντιστή που δημιουργεί ένα αίσθημα βασικής εμπιστοσύνης και ασφάλειας απέναντι σε άλλα άτομα και στην προοπτική δημιουργίας σχέσης μαζί τους, χωρίς τη φυσική παρουσία του γονιού.
Αυτό, λοιπόν, που βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα είναι να είμαστε ως γονείς πολύ ευαίσθητοι απέναντι στα μηνύματα και στις συναισθηματικές ανάγκες του κάθε ξεχωριστού παιδιού και να μην το ωθούμε προς την αυτονομία γρηγορότερα απ΄όσο αντέχει, εν ονόματι ενός «σύγχρονου τρόπου διαπαιδαγώγησης».
Η τόσο ευρέως διαδεδομένη άποψη πως δεν πρέπει να παίρνουμε αγκαλιά ένα βρέφος που κλαίει γιατί το «κακομαθαίνουμε» και θα αποζητά στη συνέχεια την αγκαλιά είναι εν μέρει αλήθεια. Όχι, όμως, επειδή το βρέφος «κακομαθαίνει» αλλά επειδή με τον τρόπο αυτό αποκτά συντομότερα σχέση δεσμού με τη μητέρα εξαιτίας της συχνής και άμεσης επαφής μαζί της, κάτι που είναι ζητούμενο. Όταν το αφήσουμε να κλαίει, σίγουρα θα πάψει κάποια στιγμή, όχι όμως επειδή «διαπαιδαγωγήθηκε» αλλά γιατί ΠΑΡΑΙΤΗΘΗΚΕ της προσπάθειάς του να εισακουσθεί.
Τα μικρά παιδιά σε πολλές χώρες της Αφρικής δημιουργούν νωρίτερα σχέση δεσμού με τη μητέρα τους (στον 6ο περίπου μήνα) απ΄ό,τι τα παιδιά στη Δυτική Ευρώπη (στον 8ο περίπου μήνα) ακριβώς γιατί οι μητέρες τους τα κουβαλούν πολλές ώρες της ημέρας στην αγκαλιά ή στην πλάτη τους.

Άγχος αποχωρισμού
Η μεγάλη πλειοψηφία των παιδιών δεν βιώνει γενικά κάποιο άγχος αποχωρισμού στη διάρκεια των 6 πρώτων μηνών της ζωής. Εάν, δηλαδή, ο γονιός τύχει να φύγει από το χώρο που βρίσκεται το παιδί, αυτό δεν θα αρχίσει αμέσως να κλαίει και να τον αναζητά.
Λίγο αργότερα, όμως, και συγκεκριμένα στην ηλικία των 7 μηνών περίπου, παρατηρούμε στις περισσότερες περιπτώσεις μια απότομη αλλαγή. Το παιδί διαμαρτύρεται έντονα εάν αποχωρισθεί τους γονείς του και δεν αποδέχεται τη φροντίδα ατόμων που δεν γνωρίζει καλά. Αλλά ακόμα και πρόσωπα που το παιδί γνωρίζει καλά (π.χ. γιαγιά, παππούς) μπορεί να δυσκολευτούν να το παρηγορήσουν σε μια τέτοια περίπτωση.
Αυτού του είδους οι αντιδράσεις θεωρούνται ως απόλυτα φυσιολογικές, κυρίως στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στον 7ο και 24ο μήνα περίπου, -με πιο ευαίσθητη περίοδο αυτήν ανάμεσα στον 18ο και 24ομήνα- και σημαίνουν πως το παιδί έχει αποκτήσει συνείδηση του εξωτερικού του κόσμου, αναγνωρίζοντας τι είναι οικείο και τι ξένο, πως έχει δημιουργήσει έναν στενό συναισθηματικό δεσμό με το γονιό του και πως προτιμά τη δική του συντροφιά έναντι αυτής άλλων. Στην ηλικία των 2 περίπου ετών, το παιδί αποκτά μια εσωτερική και σχετικά σταθερή εσωτερική εικόνα του γονιού που, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση πως ο γονιός επιστρέφει πάντα όταν φεύγει, το βοηθά να αντέχει τη φυσική του απουσία.
Για τους ίδιους λόγους, στο διάστημα ανάμεσα στον 8ο και 14ο περίπου μήνα το παιδί αντιδρά συνήθως αποφευκτικά, με φόβο και κλάμα απέναντι σε πρόσωπα που δεν γνωρίζει. Αυτός ο τρόπος αντίδρασης του παιδιού δεν αφορά στο συγκεκριμένο πρόσωπο αυτό καθαυτό αλλά στον τρόπο και τη συμπεριφορά που ενδεχομένως επιδεικνύει. Ίσως το ξένο άτομο πλησιάζει πολύ το παιδί, μιλά δυνατά, θέλει να το πάρει αγκαλιά δίχως να λάβει υπόψη το φόβο, το δισταγμό του κ.τ.λ. Στις περιπτώσεις αυτές, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αφήσουμε στο παιδί την πρωτοβουλία προσέγγισης και να περιμένουμε να εξοικειωθεί σταδιακά με την παρουσία μας στο χώρο του.

Συμπτώματα άγχους αποχωρισμού
Τα συμπτώματα που συνήθως υποδηλούν ύπαρξη άγχους αποχωρισμού είναι τα εξής:
– Έντονη ανησυχία του παιδιού όταν αποχωρίζεται το γονιό
– Εφιάλτες
– Άρνηση για τον παιδικό σταθμό, το σχολείο ή για άλλους χώρους χωρίς το γονιό του
– Άρνηση να κοιμηθεί χωρίς την παρουσία του γονιού δίπλα του
– Φόβος απώλειας του γονιού ή μήπως του συμβεί κάτι κακό
Παρόλο που το παιδί μπορεί να έχει εξελιχθεί φυσιολογικά και να διαχειρίζεται ικανοποιητικά τις περισσότερες περιπτώσεις αποχωρισμού, το άγχος αποχωρισμού μπορεί να επανεμφανισθεί σε καταστάσεις έντονου στρες, όπως η νοσηλεία σε νοσοκομείο, όταν το παιδί είναι άρρωστο ή για κάποιο λόγο δεν νιώθει καλά, όταν εκτεθεί σε πρωτόγνωρες και αγχογόνες καταστάσεις κ.ά.

Αντιμετώπιση του άγχους αποχωρισμού
Ο φόβος του παιδιού να αποχωρισθεί είναι αυθεντικός και θα εξαφανισθεί γρηγορότερα, εάν πάρουμε στα σοβαρά τα συναισθήματά του και το βοηθήσουμε να αισθανθεί και να πεισθεί πως το αγαπάμε και πως πάντα θα το προστατεύουμε ό,τι και αν συμβεί. Αν το παιδί νιώσει εμπιστοσύνη για τη δική μας προβλεψιμότητα, προσβασιμότητα και αγάπη τότε θα μπορεί να δημιουργεί ανάλογες σχέσεις εμπιστοσύνης και αργότερα στη ζωή.
Εάν το παιδί αρκουδίζει και μπορεί να μετακινείται στο χώρο, τα πράγματα είναι ευκολότερα. Μπορεί πλέον από μόνο του να ρυθμίζει την αναγκαία για το ίδιο απόσταση από τη μητέρα του. Εάν, όμως, το παιδί δείχνει στοιχεία άγχους αποχωρισμού πριν αποκτήσει την ικανότητα να μπορεί να μετακινείται από μόνο του στο χώρο, τότε η μητέρα θα πρέπει να φροντίζει να βρίσκεται εντός του οπτικού πεδίου του παιδιού ή να του μιλά από εκεί που βρίσκεται ή, αν χρειασθεί, να το πάρει κοντά της, γιατί το παιδί δεν έχει ακόμα τη δυνατότητα να γνωρίζει που πηγαίνει η μητέρα του αλλά ούτε και αν θα επιστρέψει.
Σταδιακά, το παιδί αποκτά την ικανότητα να κατανοεί πως κάτι που εξαφανίζεται από το οπτικό του πεδίο δεν εξαφανίζεται για πάντα αλλά συνεχίζει να υπάρχει παρόλο που δεν το βλέπει. Μπορούμε να διαπιστώσουμε αν το παιδί έχει αποκτήσει αυτήν την ικανότητα, κρύβοντας, για παράδειγμα, ένα αντικείμενο κάτω από ένα μαξιλάρι ή χαλί. Εάν το παιδί αρχίσει να ψάχνει το κρυμμένο αντικείμενο, αυτό σημαίνει πως έχει αποκτήσει την ικανότητα αυτή και, κατά συνέπεια, μπορεί πλέον να διαχειρίζεται καλύτερα το άγχος αποχωρισμού του στη συνέχεια.
Στη διάρκεια της περιόδου αυτής, το λεγόμενο «κρυφτούλι» είναι ένας πολύ καλός τρόπος να εξασκήσουμε το παιδί ώστε να αποκτήσει γρηγορότερα την παραπάνω ικανότητα. Για παράδειγμα, κρύβουμε αρχικά το πρόσωπό μας πίσω από μια κουβερτούλα, λέγοντας στο παιδί «που είναι η μαμά;» και αμέσως μετά να επανεμφανίζουμε το πρόσωπό μας. Το επόμενο βήμα μπορεί να είναι το να βγούμε από το δωμάτιο, ρωτώντας το ίδιο πράγμα, και κατόπιν να επανεμφανιστούμε γελώντας ή αγκαλιάζοντας το παιδί. Ένα τρίτο βήμα είναι να βγούμε από το δωμάτιο και να μιλάμε στο παιδί μέχρι σημείου που αντέχει κ.τ.λ.
Στις ηλικίες αυτές, θα πρέπει οπωσδήποτε να παίρνουμε υπόψη το άγχος του παιδιού ώστε να αποτραπεί τυχόν επιδείνωσή του. Ποτέ δεν θα πρέπει να φεύγουμε κρυφά από το παιδί ξεγελώντας το ή αποσπώντας την προσοχή του με κάποιον τρόπο. Κάτι τέτοιο διευκολύνει μόνο εμάς τους ίδιους και αυτό πρόσκαιρα, γιατί στη συνέχεια θα εισπράξουμε τις ακόμα εντονότερες αντιδράσεις του παιδιού που δεν θα μας εμπιστεύεται πλέον εύκολα.
Όταν θα πρέπει να φύγουμε, είναι πολύ σημαντικό να αποχαιρετούμε πάντα το παιδί και, αν είναι δυνατόν, με τον ίδιο τρόπο ώστε να καταλάβει περί τίνος πρόκειται και διαβεβαιώνοντάς το πως θα επιστρέψουμε. Καλό είναι, επίσης, να υπάρχει πάντα και μια ανάλογη τελετουργία επανένωσης και τη στιγμή της επιστροφής. Όταν το παιδί βιώνει επανειλημμένα αυτές τις τελετουργίες, το αγχος αποχωρισμου του σταδιακά μειώνεται στις περισσότερες περιπτώσεις.
Ακόμα και σύντομοι αποχωρισμοί που προκαλούν άγχος μπορεί να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του παιδιού. Για παράδειγμα, το παιδί μπορεί να θέλει οπωσδήποτε να ακολουθεί τη μητέρα σε όποιο χώρο και αν αυτή πηγαίνει, ακόμα και στο μπάνιο. Αυτό σημαίνει πως έχει ανάγκη διαβεβαίωσης πως η μητέρα του δεν φεύγει που, όταν το διαπιστώνει, ησυχάζει και μπορεί να ασχοληθεί με κάτι μόνο του. Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι κουραστικό για τη μητέρα αλλά, εάν το αντέξει και ανταποκριθεί με ευαισθησία στις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού, στη συνέχεια θα εισπράξει τους καρπούς αυτών των προσπαθειών της πολλαπλά.
Στη διάρκεια της περιόδου αυτής, αποφεύγετε όσο είναι δυνατόν τους παρατεταμένους αποχωρισμούς. Εάν κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο, τότε είναι σημαντικό να βρίσκεται το παιδί σε οικείο και ασφαλές συναισθηματικά περιβάλλον και με άτομα που γνωρίζει καλά.

Η διάρκεια της περιόδου άγχους αποχωρισμού
Η περίοδος της ζωής που χαρακτηρίζεται από έντονο αγχος αποχωρισμου και φόβο για ξένα άτομα οριοθετείται συνήθως ανάμεσα στον 7ο και 24ο μήνα περίπου. Μετά από τον 2ο χρόνο της ζωής και μέχρι τον 3ο, τα περισσότερα παιδιά νιώθουν αρκετά ασφαλή ώστε να είναι σε θέση να αποχωρισθούν τους γονείς τους για κάποιες ώρες ή και μέρες, όταν αυτό γίνει με τον σωστό τρόπο και την κατάλληλη προεργασία.
Μπορεί, όμως, να εξαφανισθεί και νωρίτερα. Οι ατομικές διαφορές είναι μεγάλες και για το λόγο αυτό δεν πρέπει να είμαστε με το ημερολόγιο στα χέρια, περιμένοντας τη λήξη της «εμπόλεμης» περιόδου. Το σημείο στο οποίο θα πρέπει να εστιαζόμαστε είναι στο τι εμείς οι ίδιοι μπορούμε να κάνουμε ώστε να βοηθήσουμε το παιδί μας και, ταυτόχρονα, να μειωθούν οι συνέπειες των δυσκολιών του στην καθημερινότητά μας.
Ας δώσουμε, λοιπόν, στα παιδιά μας την ασφάλεια που χρειάζονται και ας απολαύσουμε τις κοινές στιγμές μαζί τους. Ίσως αργότερα στη ζωή νοσταλγήσουμε τις στιγμές αυτές και, αν δεν τις έχουμε ζήσει, ίσως νιώσουμε πολύ άσχημα που δεν τις αξιολογήσαμε αρκετά ή δεν προσπαθήσαμε περισσότερο ώστε να τις χαρούμε πέρα ως πέρα.

πηγή: http://www.i-psyxologos.gr/agxos-apoxorismou/
by Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D. in Ψυχολογία παιδιού / Γονεϊκότητα

Advertisements