Οι «ταμπέλες» ως επιβολή του συστήματος πάνω στον ερωτισμό

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί στο μεγαλύτερο μέρος του εισήγηση στην εκδήλωση για το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό με τίτλο «οι «ταμπέλες» ως επιβολή του συστήματος πάνω στον ερωτισμό», που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013 στη Λέσχη Σπάρτακος με εισήγηση από την Ο.Κ.Δ.Ε.-Σπάρτακος και συνομιλήτριες από τις ομάδες του “L.G.B.T./ Κόκκινο” και την αυτόνομη συλλογικότητα “Queertrans”.

Το θέμα της συγκεκριμένης εκδήλωσης το είχα στο μυαλό μου, σε συνδυασμό και με προβολή ταινίας που θα περιέγραφε την “θεωρία του Kinsey[1]”, αλλά θα ήταν υπερβολή τελικά να προβληθεί ύστερα από την πλούσια συζήτηση που ακολούθησε, μετά τις εισηγήσεις της Λίνας Φιλοπούλου (“L.G.B.T./Κόκκινο”), της Χριστίνας-Αντουανέτας Νεοφώτιστου (“Queertrans”) και του υποφαινόμενου (Ο.Κ.Δ.Ε.-Σπάρτακος).

Σε αυτή την θεωρία του Kinsey – ανάμεσα στα άλλα – καταδεικνύεται ίσως με τον πιο απλό τρόπο ότι δεν υπάρχει μόνο ο αποκλειστικά ετεροφυλόφιλος, ή αποκλειστικά ομοφυλόφιλος, αλλά και τα ενδιάμεσα στάδια (6 στον αριθμό για την θεωρία αυτή), κατά τα οποία άλλο άτομο λιγότερο, άλλο περισσότερο προσιδιάζει προς μία σεξουαλική ταυτότητα. Αυτή η θεωρία μπορεί σήμερα να έχει ξεπεραστεί σε πολλά επίπεδα από τις μεταγενέστερες αντίστοιχες της Judith Butler και άλλων συγγραφέων, αλλά δεν παύει να είναι μία επαναστατική αντίληψη στις θεωρίες της σεξουαλικής ταυτότητας και του σεξουαλικού προσανατολισμού, δεδομένου ότι πρωτοδιατυπώθηκε αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αλλά ας δούμε για αρχή λίγο τα πράγματα πιο απομακρυσμένα. Η αντίληψη τους τελευταίους 2 αιώνες στο μυαλό της μετέπειτα δυτικής κοινωνίας, ότι στον ευρωπαικό νότο και στις εξωτικές χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής οι άνθρωποι δρουν απενοχοποιημένα στο σεξ, μην βάζοντας “ταμπέλες” κατά την διάρκεια της σεξουαλικής πράξης, κυριαρχούσε. Όμως αυτό που συνέβαινε ήταν ότι επειδή η ομοφυλοφιλία θεωρούνταν ως ψυχική διαταραχή στις δυτικές χώρες – ακόμα και αποδομένη στην σεξουαλική καταπίεση (κατά τον Φρόυντ) – οι άνθρωποι έψαχναν τον ελευθεριακό απενοχοποιημένο και αποποινικοποιημένο έρωτα. Χαρακτηριστική η περίπτωση της ανθρωπολόγου Margaret Mead, η οποία πίστευε πως η ομοφυλοφιλία (όπως την γνωρίζουμε σήμερα), προέκυπτε από τον πουριτανισμό της δύσης καταπιέζοντας τις σεξουαλικότητες.[2] Ενώ ο D. J. West στο βιβλίο του “Ομοφυλοφιλία”[3], πίστευε ότι οι σύγχρονες κοινωνίες θα έπρεπε να υιοθετήσουν αυτή την πιο χαλαρή σχέση που είχαν οι “πρωτόγονες” κοινωνίες με το σεξ, έτσι ώστε να “εξαλειφθεί” η ομοφυλοφιλία (ως έννοια), μεταφέροντάς την από την “μόνιμη κατάσταση στην περιστασιακή”. Σε συνέχεια των παραπάνω, διανοητές όπως ο Michel Foucault και Kenneth Dover, ισχυρίστηκαν ότι η ομοφυλοφιλία, ως ταμπέλα, δεν θα είχε αποδοθεί στη κοινωνία με την σύγχρονη μορφή της πριν από το βιβλίο του Richard Kraft-Ebbing: “Psychopathia Sexualis” (1886), αλλά ότι θα υπήρχε απλώς ως μία από τις πολλές σεξουαλικές πράξεις. Η νέα σεξουαλική και κοινωνική πραγματικότητα-ταυτότητα είχε όμως κάνει ήδη την εμφάνισή της από το 1870.

Αλλά για να επιστρέψουμε στις διαφορετικές αντιλήψεις μεταξύ βορρά και νότου (πολύ χοντρικά), όπως περιγράφει ο James Davidson, οι βορειο-ευρωπαίοι με τις μετακινήσεις τους στην μεσόγειο μπορούσαν να απολαμβάνουν ελεύθερα τον έρωτα τους με άτομα του ιδίου φύλου, γιατί υπήρχε αυτή η χαλαρότητα και η μη ταυτοποίηση της ομοφυλοφιλικής πράξης. Μετά όμως από το άκουσμα αυτής της πανίσχυρης λέξης όλα χάλασαν. Γράφει χαρακτηριστικά: “Η ιδέα ότι οι άντρες της Μεσογείου είναι εξαιρετικά ευεπίφοροι στις ομοφυλοφιλικές γενετήσιες πράξεις έχει μακρά ιστορία. Εντοπίζεται στις καταγγελίες των βόρειων προτεσταντών εναντίον της αναγεννησιακής Ιταλίας και Ισπανίας για τις σοδομιτικές τάσεις τους. Έπειτα αποδόθηκε στους μουσουλμάνους, ύστερα στην επιρροή του κλίματος. Κάποιοι βόρειοι θεωρούσαν αυτή την ευεπίφορη στάση λίγο πολύ σαν χαλαρή, ανεπίσημη στάση απέναντι στο σεξ, η οποία πήγαζε από την απλότητα, την «αθωότητα» ή την εγγενή αισθησιακότητα του Νότου”.[4] Ακόμα και σήμερα πολλοί θεωρούμε τις σημερινές σεξουαλικές (μας) ταυτότητες ως ένα επίκτητο, ξενόφερτο πράγμα.

Βέβαια στην ελληνική νοοτροπία (χωρίς να γνωρίζω τις αντίστοιχες του υπολοίπου “νότου”), κυριαρχεί η υποκρισία, όπως ανάμεσα σε πολλά άλλα θέματα έτσι και σε αυτό. Τα προσχήματα είναι πιο δυνατή δικαιολογία προς τον εαυτό μας και τους άλλους, από την διαχείριση της ηθικής διάστασης. Έτσι όπως αναφέρει και ο Λύο Καλοβυρνάς: “Οι Βόρειοι μπορεί να θεωρούσαν τη Μεσόγειο σεξουαλική παιδική χαρά αλλά περισσότερο ήταν μια πολύ αυστηρά δομημένη θεατρική παράσταση. Η σοδομία ήταν τόσο κοινωνικά τερατώδης και καταδικαστέα που όποτε συνέβαινε ήταν σαν να μην είχε συμβεί. Είναι η κλασική ελληνική νοοτροπία: τον παίρνω αλλά δεν είμαι γκέι.”[5] Σχετικά με το παραπάνω αναφέρει ο Κώστας Γιαννακόπουλος[6], πως στις μεσογειακές κοινωνίες η σεξουαλική σχέση είτε είναι ετερόφυλη, είτε ομόφυλη, γίνεται αντιληπτή ιεραρχικά μεταξύ 2 ατόμων με βάση τους ρόλους που έχουν σε αυτή: “αντρικός ή ενεργητικός” και “θυληκός ή παθητικός”. Η σεξουαλικότητα κάποιου, με αυτό τον τρόπο, δεν δομείται με βάση το βιολογικό φύλο του συντρόφου, αλλά με βάση την πράξη. Έτσι μπορεί να έχουμε τους “κωλομπαράδες” που είναι ενεργητικοί και τους “πούστηδες” που είναι οι παθητικοί σε μία ομόφυλη σχέση μεταξύ αντρών και αντιστοίχως τις “butch” και “femme” σε μία ομόφυλη γυναικεία σχέση, ή ανάποδα σε μία ετερόφυλη σχέση τη γυναίκα σε ρόλο “άντρα” και τον άντρα παθητικό. Έτσι η σεξουαλική ταυτότητα μετασχηματίζεται στην έμφυλη.

Για να καταλάβουμε όμως το θέμα συζήτησης (περί αποδόμησης ή όχι των σεξουαλικών ταυτοτήτων), θα πρέπει να γνωρίσουμε λίγο καλύτερα τις ίδιες τις “ταυτότητες”. Θα επιχειρήσουμε μια ξεχωριστή ανάγνωση τους για λόγους ευκολίας, παρά την αυθαιρετότητα της συγκεκριμένης επιλογής καθότι θεωρώ πως δεν μπορούν να απομονωθούν με σαφή όρια η κάθε μια ταυτότητα από την άλλη.

Οι γκέι και οι λεσβίες ως τα “δύο άκρα” του πολύχρωμου φάσματος (για να έλθουμε και στην συγκυρία της συγκεκριμένης ορολογίας), είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους μας. Στα ανθρώπινα δικαιώματα θα ταυτίζαμε τις προαναφερθείσες κοινωνικές ομάδες με τα αντίστοιχα των γυναικών στις αρχές του 20ου αιώνα. Σήμερα τα άτομα αυτά πασχίζουν να αποδείξουν ότι δεν είναι λιγότερο άνθρωποι, από όλους τους υπολοίπους. Ακόμα και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται είναι του ίδιου στυλ, όπως: “είναι ενάντια στην φύση τους (…)”, ”η κοινωνία θα καταστραφεί (…)” κλπ. Αυτό που επιχειρούν τα συγκεκριμένα άτομα είναι να εντάξουν στην καθημερινότητά τους τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, πέρα από το “τι κάνουν στο κρεβάτι” (όπου κανείς δεν ενδιαφέρεται, αλλά όλοι σκανδαλίζονται), διεκδικώντας τον χώρο τους στην καθημερινή ετεροκανονικότητα που μας περιβάλλει. Αναφέρει ο πρασφάτως αποθανών διδάσκοντας του Ε.Μ.Π. πάνω στα ζητήματα φύλου και πολιτισμικής γεωγραφίας Γιώργος Μαρνελάκης: “η ταυτότητά μας συνδέεται αναπόσπαστα με τον χώρο. (…) Όταν βγαίνω στον δρόμο και διεκδικώ να είμαι ορατός, στην πραγματικότητα διεκδικώ τη δυνατότητα να υπάρχω σ’ ένα χώρο με τους δικούς μου όρους, να τον οικειοποιούμαι έστω και προσωρινά”[7]. Να προσθέσω εδώ τους κοινότυπους, αλλά αναγκαίους όρους όπως “ίση μεταχείριση”, “κατάργηση των διακρίσεων” που παρόλο που ο 3304/2005 έχει από καιρό θεσπιστεί, στην καθημερινή πραγματικότητα δεν εφαρμόζεται, με το σύμφωνο συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια ακόμη να εκκρεμεί. Με αυτό το σύμφωνο δεν αναγνωρίζεται μόνο η σχέση, αλλά και κατοχυρώνεται. Αναφέρει η Ειρήνη Πετροπούλου από την Ο.Λ.Κ.Ε. χαρακτηριστικά: “Η φορολογία, η κοινωνική ασφάλιση, η δυνατότητα κληρονομιάς και η διεκδίκηση των περιουσιακών στοιχείων σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, αποτελούν για άλλα ζευγάρια κάτι το δεδομένο”. Εδώ να συμπληρώσω ότι και το δικαίωμα τεκνοθεσίας-παιδοθεσίας στα ομόφυλα ζευγάρια παραμένει άλυτο, ενώ η κ. Πετροπούλου συνεχίζει εστιαζόμενη στα λεσβιακά ζευγάρια: “ακόμα και μια απλή επίσκεψη ρουτίνας σε γυναικολόγο είναι τραγικό να μας προβληματίζει αν θα πούμε ή αν δεν θα πούμε ανοικτά τον σεξουαλικό μας προσανατολισμό. Αποστωμοτική ήταν η απάντηση ενός γυναικολόγου που απλή ανωμαλία στον κύκλο περιόδου αντιμετωπίστηκε ως «Κάνε ένα παιδί να βρεις την υγεία σου!»”[8].

Η κοινωνία που ζούμε είναι ετεροπροσδιορισμένη και μεγαλώνουμε με την αντίληψη ότι η ετεροφυλοφιλία είναι αποδεκτή από το κοινωνικό σύνολο, τοποθετώντας με αυτό τον τρόπο στο περιθώριο την ομοφυλοφιλία και τα ομοερωτικά άτομα σε κατάσταση απομόνωσης που επιφορτίζεται αρνητικά (στις περισσότερες περιπτώσεις) και με την στάση από την οικογένεια και την πατριαρχία της κοινωνίας μας.

Άποψή μου όμως είναι ότι ο μεγαλύτερος ρατσισμός δεν είναι για τις παραπάνω 2 σεξουαλικές ταυτότητες (L., G.), αλλά για τα υπόλοιπα 2 γράμματα του αρκτικόλεξου (Β., T.), τα αμφιφυλόφιλα και τα τρανς άτομα δηλαδή. Ας δούμε καταρχήν την ταυτότητα των αμφιφυλόφιλων ατόμων και τέλος θα περάσουμε στην σεξουαλική ταυτότητα των τρανς ανθρώπων, για μεθοδολογικούς λόγους τoυ συγκεκριμένου άρθρου.

Με την αναφορά κάποιου ατόμου στην ομοφυλοφιλία, αμέσως κάποιος θα σκεφτεί τους γκέι άντρες και τις λεσβίες. Το άτομο που πιθανώς να έλκεται ταυτόχρονα και από τα 2 κοινωνικά φύλα μένει εκτός σε αυτή την κατηγοριοποίηση-ταμπέλα. Και με τον όρο “ταυτόχρονα” δεν αναφερόμαστε απαραίτητα σε μονογαμικές ή πολυγαμικές συμπεριφορές, αλλά και στο ότι το ίδιο το αμφί άτομο μπορεί να περνάει διαφορετικές σεξουαλικές καταστάσεις μέσα στην ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι είναι αναποφάσιστο και ότι πρέπει κάποια στιγμή να επιλέξει ανάμεσα στις 2 καταστάσεις, αλλά ότι το ίδιο το άτομο μπορεί να είναι μια κατάσταση από μόνο του – όπως εξάλλου και κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός. Τα Bisexual άτομα βρίσκονται διαρκώς σε μία απολογητική κατάσταση προς τους γύρω τους “κατηγορούμενα” ως άτομα που δεν έχουν αποδεχτεί αυτό που “πραγματικά” είναι, ενώ από τα μη ΛΟΑΤ άτομα αντιμετωπίζονται ως: “μία φάση είναι θα περάσει”, “ήθελε να διευρύνει τους σεξουαλικούς ορίζοντες”, “μια εμπειρία ζητούσε” κ.ο.κ. Ενώ για πολλά άτομα η αμφισεξουαλικότητα σηματοδοτεί την μη-ταυτότητα (λεγόμενο είτε μέσω υποτιμητικής διάθεσης, είτε όχι), κατ’ εμέ θα έπρεπε να τις αναγνωριστεί η ισότιμη και αυτόνομη σεξουαλικότητα μέσα στο σύστημα του αρκτικόλεξου που την περιβάλλει και μας περιβάλλει. Το περίεργο στα παραπάνω είναι ότι αυτές τις σκέψεις διάκρισης δεν τις κάνουν οι “απ’ έξω” αλλά και οι “από μέσα”. Και μέσα στην ίδια την Λ.Ο.Α.Τ. κοινότητα δηλαδή ενυπάρχει ο ρατσισμός και η προκατάληψη, με κάποιους αρρενωπούς γκέι να αντιπαθούν τους “κουνιστούς”, τα τρανς άτομα που έχουν επαναπροσδιορίσει το φύλο τους να κοιτάνε καχύποπτα τα τραβεστί άτομα (“κροσντρέσσερ”[9]), αντιστοίχως οι γκέι με τις λεσβίες, αλλά και ανάποδα, όπως σημειώνει η Nana Rheims[10].

Αυτό που τελικά φαίνεται να προβληματίζει είναι η ρευστότητα-μη σταθερότητα και το δόγμα που μας διακατέχει όλους-όλες-όλα λιγότερο ή περισσότερο: του να ανήκεις κάπου. Θα μπορούσε επίσης σε συνέχεια της παραπάνω σκέψης να ειπωθεί ότι η πολυπλοκότητα της συναισθηματικής και σεξουαλικής κατάστασης αυτών των ατόμων φοβίζει τόσο τα 2 κοινωνικά φύλα, όσο και τις υπόλοιπες εκφάνσεις των Λ.Ο.Α.Τ. ανθρώπων. Σε μία ειδική περίπτωση θα μπορούσε να τονιστεί και ένα άλλο πρόβλημα της δογματικής αυτής αντίληψης όπου οι “καθαρόαιμες” λεσβίες κατηγορούν τις αμφιφυλόφιλες ότι από την στιγμή που “πηγαίνουν” και με άντρες είναι φορείς της πατριαρχίας και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συμμετέχουν στις λεσβιακές ομάδες, σύμφωνα με την Φιλίππα Διαμάντη[11], και άλλα ωραία τέτοια…

Τέλος, ένα πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίστηκε και στο πρόσφατο κάμπινγκ της 4ης είναι το κατά πόσο τα αμφιφυλόφιλα άτομα μπορούν να συμμετέχουν στο L.G.B.T. πάρτυ. Δηλαδή είχαμε αποκλείσει (ορθώς ή εσφαλμένως) τις ετεροφυλοφιλικές διαθέσεις κατά την διάρκεια του πάρτυ, αλλά δεν μπορείς να είσαι απόλυτος/-η/-ο όταν μέσα σε αυτό που πρεσβεύεις ενυπάρχει και η ερωτική έλξη και προς τα 2 κυρίαρχα φύλα. Είναι σα να προδικάζουμε εξαρχής ότι μία “γυναίκα” μπορεί να φιληθεί μόνο με “γυναίκες”, ενώ στο σεξουαλικό προσανατολισμό της μπορεί να συμπεριλαμβάνονται και οι “άντρες”, ευνουχίζοντας-ακρωτηριάζοντας με αυτό τον τρόπο την συγκεκριμένη σεξουαλική ταυτότητα. Εν ολίγοις πέφτουμε στην λούμπα του διαχωρισμού-ρατσισμού που το σύστημα επέβαλλε και στα ΛΟΑΤ άτομα, ως διαφορετικά άτομα παρεκκλίνοντα από την κυρίαρχη (ετερο)κανονικότητα.

Όσον αφορά τώρα την τελευταία ταυτότητα του αρκτικόλεξου, την τρανς κατάσταση, εδώ τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα, καθώς δεν είναι δεδομένο ότι μιλάμε για σεξουαλική ταυτότητα κατά την οποία το άτομο έλκεται από τους ομόφυλούς του ανθρώπους, αλλά είναι και μία κατάσταση που κινείται γύρω από το φύλο. Η ταυτότητα του κοινωνικού φύλου είναι εκείνο το ζήτημα που απασχολεί την συγκεκριμένη “κατηγορία-ταμπέλα” και έχει να κάνει με την προσωπική αντίληψη του ατόμου γύρω από την έμφυλη ταυτότητα. Τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι είναι το απλό κομμάτι της ανάλυσης, καθώς στη συνέχεια πολλά άτομα του συγκεκριμένου χώρου προσχωρούνε στην θεωρία του queer, το οποίο να σημειώσουμε ότι δεν είναι αποκλειστικός χώρος θεωρίας και σκέψης των τρανς ανθρώπων, αλλά ακόμα και των μη ΛΟΑΤ ατόμων. Το queer λέγεται από πολλούς ανθρώπους ότι είναι το επόμενο βήμα προς το ξεπέρασμα των σεξουαλικών ταυτοτήτων (η μη-ταυτότητα), άλλοι λένε ότι είναι μία ακόμα ταυτότητα τοποθετώντας την στη συνέχεια του αρκτικόλεξου με την μορφή πλέον L.G.B.T.Q..

Κάτω από τον χαρακτηρισμό queer[12] μπαίνουν όσοι εναντιώνονται στις εξουσιαστικές κατηγοριοποιήσεις, πέρα από τις “ταμπέλες”: “άντρας”, “γυναίκα”, “ομοφυλόφιλος/-η”, “τρανς”. Το queer κίνημα δεν αφορά μόνο τα L.G.B.T. άτομα, ή έστω όσους η κοινωνία ονοματίζει ως σεξουαλικά παρεκκλίνοντες, αλλά κάθε άνθρωπο. Αν η ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης ήταν, σύμφωνα με τον Μαρξ, η κατάργηση των τάξεων, η χρησιμότητα της queer θεωρίας είναι να υπερβεί την περιχαράκωση σε σεξουαλικές και έμφυλες ταυτότητες, ασκώντας τους κριτική.[13] Πρώτη απ’ όλους η Judith Butler, η διασημότερη ίσως θεωρητικός του queer κινήματος, έχει επανειλημμένα τονίσει ότι “η queer θεωρία δεν είναι αιώνια και αναλλοίωτη, ούτε ουσιολογική κατηγορία, αλλά ένα εργαλείο πολιτικού λόγου και δράσης ενάντια στην κυριαρχία, ένα σημείο εκκίνησης σε μια στρατηγική συγκυρία”. Οπως σημειώνει ο ανθρωπολόγος Κώστας Γιαννακόπουλος “ το queer έχει ως σημείο αναφοράς μια θέση διαφοροποίησης, αντίστασης στο ιεραρχικό διχοτομικό σχήμα ετεροφυλοφιλίας/ομοφυλοφιλίας και, γενικότερα, στις ηγεμονικές ιδεολογίες του φύλου και της σεξουαλικότητας”. Οι ρίζες της τοποθετούνται “στον μεταδομισμό του Foucault και στη γαλλική σχολή της ψυχανάλυσης”, ενώ εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στο χώρο των σπουδών Φύλου, στη φεμινιστική θεωρία και στο L.G.B.T. κίνημα. “Οπως έχει επισημάνει ο Ακης Γαβριηλίδης σε μετάφραση άρθρου της Μπάτλερ, «Ως queer προσδιορίζεται σήμερα ένα ριζοσπαστικό κομμάτι του LGBT κινήματος, το οποίο διαφοροποιείται από τις πολιτικές διεκδίκησης δικαιωμάτων για τους ομοφυλόφιλους που ακολουθούν πολλές παραδοσιακότερες λεσβιακές και γκέι οργανώσεις». (…) Αν και θα ήταν υπεραπλούστευση να πούμε ότι οι queer είναι η αριστερή ή ακόμα και η αντιεξουσιαστική πτέρυγα του LGBT κινήματος, στην πράξη οι περισσότεροι queer ακτιβιστές έχουν αρκετά κοινά με ομάδες της κοινωνικής αυτονομίας ή της ριζοσπαστικής Αριστεράς”.

Η queer θεωρία εν ολίγοις λέει πως όλοι μιμούμαστε συμπεριφορές φύλου και ότι δεν βρίσκεται κάτι στα γονίδιά μας, αλλά ακόμα και αν υπάρχει κάτι βιολογικό, αυτό είναι στον εγκέφαλο και όχι στα γεννητικά μας όργανα. Στον αντίλογο της συγκεκριμένης θεωρίας έρχεται να προστεθεί ότι ενώ για τους queer δεν αποτελεί ταυτότητα, για άλλους είναι και μάλιστα μία πολύ άσχημη, καθώς μέσα από την ύπαρξή της εισρέουν και μη Λ.Ο.Α.Τ. άτομα στον L.G.B.T. χώρο, όπως για παράδειγμα στο δεύτερο κύμα του φεμινισμού οι τρανς γυναίκες αντιμετωπίζονταν από τις φεμινίστριες με καχυποψία[14], περί “κατάχρησης” της γυναικείας ταμπέλας.

Μερικά πράγματα ακόμα για την καλύτερη κατανόηση, για περισσότερο μπέρδεμα και προοδευτικότερη σκέψη…

Είναι γεγονός ότι τα παιδιά (όπως και η κοινωνία μας), μεγαλώνουν στην σκέψη ότι υπάρχουν μόνο 2 φύλα[15]. Αυτό θα μπορούσε να είναι εν μέρει αλήθεια αλλά ξεχνάνε να αναφέρουν ότι πρόκειται για κοινωνικά φύλα, δηλαδή κατασκευασμένα φύλα με στόχο ίσως να εξυπηρετηθούν κάποιες ανάγκες του συστήματος, από το πρακτικό κομμάτι (αναπαραγωγικό και πατριαρχικό σύστημα που μας περιβάλλει), μέχρι το ιδεολογικό (τον αυτοπεριορισμό μας από “επαναστατικότερη” σκέψη).

Στην περίπτωση των τρανς ανθρώπων συχνά ακούμε προτάσεις όπως, “στο σώμα μου βρίσκεται ένας άλλος άνθρωπος παγιδευμένος”, ή ότι “το βιολογικό φύλο βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια και το κοινωνικό ανάμεσα στα αυτιά”, αλλά σύμφωνα με τον Asher Bauer[16], αυτά αποτελούν άχρηστες συμβάσεις για να κατανοηθεί το ζήτημα από ένα μη τρανς ακροατήριο (cisgender[17]), που καταλήγουν πολλές φορές να προκαλούν σύγχυση και να καλλιεργούν την τρανσφοβία εντός της τρανς κοινότητας (“cissexist language”). Τα τρανς άτομα δεν μπορούν να δεχθούν το φύλο που τους αποδόθηκε κατά την γέννηση και προσπαθούν να απαλλαγούν τόσο από αυτό, όσο και από τα “έμφυλα σενάρια” που επίσης τους αποδίδονται γνωρίζοντας, όπως δηλώνει ο Asher Bauer, “ότι υπάρχει και άλλος δρόμος, εκείνος της αυτο-νομίας, της αυτο-δημιουργίας και του αυτο-προσδιορισμού και ότι αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε, γιατί δε θα μπορέσουμε ποτέ να είμαστε ικανοποιημένες και ικανοποιημένοι με τις παραμέτρους εκείνες που μας επέβαλαν, τις σχετικές με τις έμφυλες συμπεριφορές και τα σώματά μας”[18].

Εκτός από “τρανς γυναίκες” και “τρανς άντρες” υπάρχουν και άλλα τρανς άτομα που δεν είναι αρσενικά ή θηλυκά και προτιμούν να αυτοπροσδιορίζονται με διάφορες ταυτότητες[19]. Μπορεί να είναι ταυτόχρονα αρσενικά και θηλυκά, ή τίποτα από τα παραπάνω, να έχουν πολλά φύλα, ή κανένα, ή να είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό. Υποστηρίζουν ότι το φύλο παραείναι ένας μεγάλος τρισδιάστατος χώρος για να το βλέπουμε ευθύγραμμα, όπως έκανα εγώ στην αρχή με την “θεωρία των 2 άκρων” στο ένα οι γκέι άντρες, στο άλλο οι λεσβίες και ενδιάμεσα, όλες οι υπόλοιπες εκφάνσεις. Ενώ δεν θα πρέπει να ξεχνάμε σε συνέχεια των παραπάνω και ένα άλλο γράμμα που άλλοτε μπαίνει εμβόλιμα στη “θεσμοθετημένη ταυτότητα” L.G.B.T.(Q.). και άλλοτε όχι, όπως είναι τα “Ιntersex” άτομα που προσδιορίζονται ως άτομα με αμφίβολα γεννητικά όργανα και δεν μπορούν να “κατηγοριοποιηθούν” από την γέννησή τους σε ένα από τα “δύο κουτάκια”. Στην επιχειρηματολογία του ότι ακόμα και το βιολογικό φύλο δεν δύναται να έχει κατηγοριοποίηση, αποτελώντας με την σειρά του ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, αναφέρονται 2 περιπτώσεις από τον Bauer: “Που θα κατατάσσαμε μία γυναίκα που έχει κάνει μαστεκτομή, ή έναν άντρα που με κάποιο τρόπο έχασε το πέος του?”. Με αυτό τον τρόπο η συγκεκριμένη θεωρία θέλει να καταλήξει στο πόσο εσφαλμένο είναι να δίνουμε “ταμπέλες” στα σώματά μας είτε στην βάση της σεξουαλικής ταυτότητας, είτε στην βάση της αντίστοιχης έμφυλης-σωματικής-βιολογικής.

Νομίζω ότι τελικά καταδεικνύεται με όλα τα παραπάνω για άλλη μια φορά το πόσο πολύπλοκοι είμαστε ως ξεχωριστές οντότητες το κάθε άτομο μέσα στο κοινωνικό σύνολο και ότι οι ταυτότητες που έχουμε, μας δίνουν, ή διαλέγουμε παίζονται ταυτόχρονα στο ίδιο παιχνίδι. Δε πιστεύω ότι θα ξυπνήσουμε κάποιο πρωί και θα έχουν λυθεί ανάμεσα σε όλα και αυτό το ζήτημα, αλλά θα πρέπει τουλάχιστον να αναγνωρίσουμε ως στρατηγικό μας στόχο την αποδόμηση της ετεροκανονικής σκέψης τόσο στο σεξουαλικό μας προσανατολισμό, όσο και στο βιολογικό μας κατασκεύασμα. Η διαδρομή σίγουρα είναι διαφορετική γιατί υπάρχουν διαφορετικές τακτικές προς την επίτευξη του στόχου, αλλά πιστεύω ότι μπορούμε να το επιτύχουμε τόσο μέσα από την προάσπιση της θεσμικής ταυτότητας – “L.G.B.T.(Q.I.)” άτομα – όσο και μέσα από πιο αυτόνομες και αυτοπροσδιοριστικές διαδικασίες για την αναίρεση και αυτής της υπερ-ταυτότητας, εισάγωντας μέσα ακόμα και μη ΛΟΑΤ ανθρώπους προς την δημιουργία μιας μεταβατικής αποδομητικής κοσμοθεώρησης. “Την καλύτερη απάντηση σε αυτό (…) την έδωσε ο Sérgio Vitorino[20], ένας γκέι ακτιβιστής της πορτογαλικής οργάνωσης «Ροζ Πάνθηρες» τονίζοντας ότι και οι δύο μέθοδοι είναι χρήσιμες, η καθεμία με τον δικό της τρόπο: Χρειαζόμαστε θεσμικές συστημικές οργανώσεις που συνδιαλέγονται με τους θεσμούς σε επίσημο επίπεδο. Ταυτόχρονα όμως χρειαζόμαστε και προκλητικές ομάδες που αμφισβητούν τις καθεστηκυίες αλήθειες, ξεβολεύουν τους βολεμένους και τραβούν την προσοχή στις ανισότητες με φρέσκο τρόπο.”[21]

[1] http://en.wikipedia.org/wiki/Kinsey_scale

[2] Mead Margaret, “Coming of Age in Samoa”.

[3] West D.J., “Homosexuality: It’s Nature and Causes”.

[4] Davidson James, “The Greeks And Greek Love A Radical Reappraisal Of Homosexuality In Ancient Greece”.

[5] Καλοβυρνάς Λύο, “Τον πάιρνω αλλά δεν είμαι γκέι”, http://www.10percent.gr/periodiko/teyxos27/1399-2009-09-25-18-46-23.html

[6] Γιαννακόπουλος Κώστας, “Ανδρική ταυτότητα, σώμα και ομόφυλες σχέσεις. Μια προσέγγιση του φύλου και της σεξουαλικότητας”, στο “Ανθρωπολογία των φύλων”.

[7] Μαρνελάκης Γιώργος, “Γεωγραφίες των Σωμάτων: Σεξουαλικότητα, Φύλο και Αστικός Χώρος”

[8] Πετροπούλου Ειρήνη, “Το Λ του ΛΟΑΤ κινήματος”, http://www.10percent.gr/stiles/h-gnwmh-tou-10/1678-2010-03-07-14-32-29.html

[9] Η ελληνική λέξη “παρενδυτικός”, μπορεί να είναι σωστή θεωρητικά, όμως όπως και η λέξη ομοφυλόφιλος είναι ψυχιατρικοί όροι που μας πηγαίνουν σε παλιότερες εποχές περί διαστροφών και αρρωστημένων καταστάσεων.

[10] Rheims Nana, “Is there any good bi, ή αλλιώς το «δράμα » της αμφιφυλοφιλίας”, http://www.10percent.gr/stiles/h-gnwmh-tou-10/2253-is-there-any-good-bi-lr-.html

[11] Διαμάντη Φιλίππα, “Αμφισεξουαλικότητα: σεξουαλική ταυτότητα και ερωτικός προσανατολισμός, ή «φάση» είναι θα περάσει?”, http://www.10percent.gr/stiles/h-gnwmh-tou-10/1759–l-r.html

[12] Σπηλιώτης Κωστής, “Τι είναι αυτό το queer που κάνει και φεστιβάλ?”, εφημερίδα “Εποχή”, Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010.

[13] Η κύρια κριτική του είναι απέναντι στην κατασκευασμένη διπολικότητα των φύλων – στην πεποίθηση ότι υπάρχουν μόνο δύο φύλα

[14] Πολίτη Αφροδίτη, “Τι είναι αυτό που το λέμε queer?”, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=183478

[15] Σύμφωνα με την ορολογία η κοσμοθεώρηση των 2 φύλων ονομάζεται “έμφυλος δϋισμός” (gender binary).

[16] Θεωρητικός και ακτιβιστής στα ζητήματα της τρανς και queer ταυτότητας.

[17] Είναι όρος για τους ανθρώπους που δεν έχουν πρόβλημα με το φύλο που τους αποδόθηκε κατά την γέννηση.

[18] Bauer Asher, “Εισαγωγή στο τρανς ζήτημα, αλλά όχι όπως το ξέρει η μαμά σου”, http://queertrans.espiv.net/forum/index.php?topic=31.0

[19] Ενδεικτικά μερικοί όροι που υπάρχουν για αυτά τα άτομα είναι “genderqueer”, “two-spirit”, “ανδρόγυνα”, “άφυλα”, “ουδετερόφυλα”.

[20] Αγωνιστής της 4ης Διεθνούς στο πορτογαλικό τμήμα.

[21] Καλοβυρνάς Λύο, “Οι καλοί γκέι και οι κακοί πούστηδες”, http://www.10percent.gr/stiles/h-gnwmh-tou-10/3234-2013-06-17-08-34-06.html#.Uk7yViZUWGw.facebook

Advertisements