τιμωρία

η τιμωρία αν πρόκειται να είναι μέθοδος ανατροφής που ασκείται για το καλό του παιδιού και όχι εκδίκησης ή επιβολής (διότι σε αυτή την περίπτωση είναι στεγνή κακοποίηση και δεν έχει ούτε την προθεση της ανατροφής), τότε βασίζεται στην ιδέα ότι υπάρχουν κάποιοι κανόνες συμπεριφοράς που το παιδί θα πρέπει να ακολουθεί. οι κανόνες αυτοί θεσπίζονται μονομερώς από τους γονείς (διάκριση γονεΐκής εξουσίας από τη γονεϊκή ευθύνη) και επιβάλλονται στα παιδιά (άρα εξ ορισμού υπόθεση μια ιεραρχίας μέσα στην οικογένεια, εφόσον τα παιδιά δεν μπορούν αντίστοιχα να τιμωρήσουν τους γονείς τους). το παιδί με τη βοήθεια της συνέπειας, που θα εξασφαλίζει ότι κάθε φορά που θα παραβιάζεται ο κανόνας θα επέρχεται και μαι τιμωρία, θα μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων ποιές πράξεις του επιφέρουν ποιές συνέπειες και να επιλέγει έτσι την επιθυμητή από την ανεπιθύμητη συμπεριφορά.

τα παιδιά μέχρι και την προσχολική ηλικία δεν είναι σε θέση να κάνουν τέτοιου είδους υπολογισμούς. γι αυτό και η τιμωρία σε πάρα πολλές περιτπώσεις δεν είναι καν αποτελεσματική. όταν είναι, αυτό συμβαίνει γιατί ένα συμβάν έχει αυτόματα, εξωτερικά συνδεθεί με ένα δυσάρεστο συναίσθημα στα πλαίσια ενός άλογου αυτοματισμού. η τυχόν επιτυχία της τιμωρίας είναι αποτέλεσμα φόβου και όχι σύνεσής, φόβου για το επικείμενο δυσάρεστο συναίσθημα, τον πόνο, σωματικό ή ψυχικό, ο οποίος μάλιστα προέρχεται με πρόθεση από το πρόσωπο που φροντίζει το παιδί, απο το οποίο εξαρτάται η επιβίωση του. το αίσθημα του φόβου απέναντι στα πρόωπα αναφοράς, το στρες που προκαλείται στα παιδιά από τρόπους ανατροφής που βασίζονται στο φόβο, έχει τεράστιες συνέπειες τόσο για την ψυχή όσο και για το σώμα τους. πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά, στα οποία οι γονείς φωνάζουν κινδυνεύουν από σοβαρά προβλήματα υγείας. ο φόβος και η απογοήτευση που προκαλούνται προς το πρόσωπο αναφοράς οδηγούν είτε σε απόσυρση στον εαυτό ως συνέπεια της προσβολής της αυτοεκτίμησής του (διακοπή της επικοινωνίας, έλλειψη εμπιστσύνης, καθώς ο γονιός φαίνεται να μην ενδαφέρεται για τος πραγματικές ανάγκες του παιδιού, αλλά μόνο για επιθυμητές ή ανεπιθύμητες εξωτερικές συμπεροφορές) ή στην εκδήλωση αντίστοιχης επιθετικής και εκδικητικής συμπεριφοράς, που κλιμακώνει την ένταση στη σχέση. όταν η τιμωρία επιβάλλεται με ηρεμία;

η τιμωρία είναι πάντα κακοποίηση. μέχρι χθες το ξύλο ήταν προνόμιο των γονιών και θεμιτό μέσο ανατροφής σε οικογένεια και σχολείο. τώρα η σωματική και ψυχική κακοποίηση των παιδιών και για λόγους σωφρονισμού αποτελούν στις περισσότερες χώρες ποινικά αδικήματα, ενώ η ποινικοποίησή τους στις χώρες που αυτό δεν έχει συμβεί ακόμα επιβαλλεται απο το άρθρο τάδε της σύμβασης των δικαιωμάτων του παιδιού. το παλιό καλό χαστούκι ή η μια στον ποπό αντικαταστάθηκε από πιο μοντέρνες, φιλικές προς τα παιδιά τιμωρίες, όπως το τάιμ άουτ, όπου ο ήρεμος και συνειδητοποιημένος γονιός στέλνει το παιδί στη γωνία ή στο δωμάτιο του ή σε ένα καρεκλάκι για να “σκεφτεί”. το τάιμ άουτ βασίζετα και αυτό στις αρχές της παραδοσιακής τιμωρίας και δεν διαφέρει απο αυτές ούτε στηλογική ούτε στα αποτελέσματά του. το παιδί της νηπιακής και προσχολικής ηλικίας δεν έχει να σκεφτεί τίποτα. δεν μπορεί να συνδέσει μια πράξη λογικά ούτε με τις φυσικές συνέπειές της ούτε με την τιμωρία. όταν μπορεί να συνδεθεί μια πράξη με μια φυσική συνέπεια, τότε αρκεί αυτή η εμπειρία και η τιμωρία περιττεύει. σε κάθε άλλη περίπτωση η παραμονή του παιδιού σε ένα χώρο με φυσική ή κινητικό περιορισμό είναι δυσάρεστη και ως φυσικό γεγονός αλλά κυρίως ως στέρηση αγάπης, ως αποδοκιμασία που επιφέρει στο παιδί υπαρξαικό άγχος, σωματική και ψυχική δηλαδή κακοποίηση. η τιμωρία δεν είναι φυσική συνέπεια της πράξης του παιδιού αλλά έτσι ορισμένη πράξη του γονιού.

για τον λόγο αυτό δεν υπάρχει καμία μορφή τιμωρίας που να μην αποτελεί κακοποίηση και που να μην επιφέρει ως τέτοια πλήγματα στη σχέση γονέα παιδιού αλλά και της αυτοεκτίμησης του παιδιού. η ίδια η ιδέα της τιμωρίας βασίζεται στην πρόκληση σωματικού ή ψυχικού πόνου ως συνέπεια μιας πράξης, ώστε η πράξη αυτή να μην επαναληφθεί, όχι διότι έγινε αντιληπτό το νόημά της, αλλά γιατί πονάει. η τιμωρία είναι μια πράξη επιβολής πόνου τελείως εξωτερική και άσχετη με το περιεχόμενο της πράξης.

Τι σημαίνει στην πραγματικότητα το “καρεκλάκι της σκέψης”-Ροζελίνα Φιλιππίδου, ψυχολόγος / δραματοθεραπεύτρια
Ροζελίνα Φιλιππίδου, ψυχολόγος / δραματοθεραπεύτρια

Τι σημαίνει στην πραγματικότητα το “καρεκλάκι της σκέψης”.

Αν και ζούμε σε μια εποχή που οι ιδέες, τα πιστεύω, η επιστήμες, προχωρούν μπροστά κι εξελίσσονται, υπάρχουν κάποιοι τομείς στους οποίους παρατηρείται μια στασιμότητα. Ένας από αυτούς δυστυχώς φαίνεται πως είναι ορισμένες πρακτικές που χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση της παιδικής συμπεριφοράς. Το “καρεκλάκι της σκέψης” ή όπως αλλιώς θέλει να το ονομάσει κάποιος, είναι μια από αυτές.

Οι συνήθεις λόγοι που παραθέτουν όσοι χρησιμοποιούν αυτή τη μέθοδο, είναι το ότι έτσι δίνεται στο παιδί η ευκαιρία να σκεφτεί τι έκανε και/ή να ηρεμήσει. Με τις γνώσεις όμως που έχουμε όσον αναφορά την ανθρώπινη γνωσιακή ανάπτυξη, είναι τουλάχιστον περίεργο το να πιστεύει κάποιος πως ένα νήπιο έχει ικανότητα ανατροφοδότησης (feedback). Τέτοιες πολύπλοκες νοητικές διεργασίες που αποτελούν τη Θεωρία του Νου (Theory of Mind), είναι αποτέλεσμα μιας ευρύτερης γνωστικής ικανότητας του ανθρώπινου μυαλού, να καταγράφει και να αναπαριστά τον τρόπο λειτουργίας του. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, φτάνει να μπορεί να κατανοήσει ότι οι άλλοι σκέφτονται με τρόπο διαφορετικό από τον ίδιο, έχουν διαφορετικές επιθυμίες και προθέσεις, γύρω στα τέσσερα έτη. Παράλληλα αναπτύσσεται και η ενσυναίσθηση (empathy), γιατί και σε αυτή τη λειτουργία, ο άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει τα συναισθήματα κάποιου άλλου. Είναι λοιπόν τουλάχιστον παράλογο να περιμένουμε από ένα μικρότερο παιδί να πραγματοποιήσει κάποια εγκεφαλική λειτουργία, την οποία δεν έχει ακόμη οργανικά κατακτήσει.

Ας αναφερθούμε όμως και στους λόγους που δεν σχετίζονται με την ηλικία του παιδιού και καθιστούν την πρακτική αυτή αναποτελεσματική. Ο στόχος κάθε γονιού και παιδαγωγού θα πρέπει να είναι όχι μόνο να καταστείλει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά τη στιγμή που εξωτερικεύεται, αλλά και να αποφευχθεί η επανάληψή της στο μέλλον. Ο τρόπος για να γίνει αυτό, είναι το παιδί να καταλάβει τι είναι σωστό και τι όχι, να αναπτύξει δηλαδή μια εσωτερικευμένη αίσθηση ηθικής. Να πράττει το σωστό όχι από φόβο, αλλά γιατί κατανοεί πως είναι το σωστό και το επιλέγει συνειδητά. Είναι άδικο να δείχνουμε τόση έλλειψη εμπιστοσύνης στα παιδιά, ώστε να μην πιστεύουμε πως μπορούν να λειτουργούν με τέτοιο τρόπο. Άλλωστε, αν κάποιος έχει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά επειδή φοβάται την όποια τιμωρία, όταν ο τιμωρός δεν είναι παρόν, δεν θα υπάρχει τίποτε να τον σταματήσει. Αν θέλουμε το παιδί μας να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος είναι να το συζητήσουμε μαζί του. Να του εξηγήσουμε γιατί το πιστεύουμε και να ακούσουμε τι έχει εκείνο να μας πει.

Χρησιμοποιώντας λοιπόν μια τέτοιου τύπου “καρέκλα”, εκτός από το ότι το παιδί δεν κατανοεί σε βάθος τι είναι σωστό και τι λάθος, δεν του μαθαίνουμε πως να επικοινωνεί με αποτελεσματικό τρόπο. Αντί να συζητήσουμε μαζί του όταν προκύπτει κάποιο πρόβλημα, του λέμε “πήγαινε εκεί μόνος σου να σκεφτείς τι έκανες”. Πόσο λειτουργικός μπορεί να αποβεί για το παιδί ένας τέτοιος τρόπος επικοινωνίας, τόσο στις μετέπειτα σχέσεις του, όσο και την ίδια τη σχέση του με εκείνον που τον απομονώνει; Δυστυχώς ένας γονιός δεν έχει νόημα να αρχίσει να συζητάει με το παιδί του όταν εκείνο είναι στην εφηβεία, όταν δηλαδή εκείνος θέλει να επικοινωνεί το παιδί μαζί του. Μπορεί να είναι πιο γρήγορο και για κάποιους πιο εύκολο, το να στείλεις ένα παιδί στη γωνία, από το να αφιερώσεις χρόνο και ενέργεια για να του διδάξεις κάτι. Η εποικοδομητική όμως επικοινωνία, όπως και οι ασφαλείς σχέσεις, είναι κάτι που χτίζεται μέσα στο χρόνο.

Τέλος, ο ενήλικας που επιλέγει να χρησιμοποιήσει τέτοιες μεθόδους πειθαρχίας, θα έπρεπε να αναλογιστεί το κατά πόσο ο στόχος του είναι να διδάξει κάτι στο παιδί ή απλά να επιδείξει τη δύναμη και την εξουσία που ο ίδιος έχει. Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάει πως ο σεβασμός είναι κάτι που κερδίζεται και όχι επιβάλλεται, γιατί τότε πάλι οι πράξεις του παιδιού θα εξαρτώνται από το αν εκείνος είναι μπροστά ή όχι. Επίσης, καμία ασφαλής σχέση δε βασίζεται στο φόβο.

Αυτοί είναι κάποιοι από τους πιο σημαντικούς λόγους γιατί η πρακτική με το “καρεκλάκι της σκέψης” δε μπορεί να έχει τα αποτελέσματα που επιθυμεί ο ενήλικας που την επιβάλλει. Ακόμη κι αν νομίζει πως έχει πετύχει να αλλάξει μια συμπεριφορά του παιδιού, αυτό συμβαίνει επιφανειακά και βραχυπρόθεσμα. Δεν έχει πετύχει να αλλάξει αυτό που πιστεύει το παιδί για την πράξη του, απλά του έχει στερήσει την ευκαιρία να κατανοήσει τι είναι σωστό και τι λάθος, του έχει δείξει ένα δυσλειτουργικό τρόπο επικοινωνίας, τον έχει κάνει να αισθανθεί μειονεκτικά. Για όλους αυτούς τους λόγους, την ώρα που ένα παιδί κάθεται στην καρέκλα απομονωμένο, το πιο πιθανό είναι να σκέφτεται είτε κάτι τελείως άσχετο, είτε πως να μην το πιάσουν την επόμενη φορά που θα το επαναλάβει!

Advertisements