Η αγάπη κατά τη βρεφική ηλικία παίρνει τη μορφή της προσκόλλησης στη μητέρα, αλλά και στα άλλα πρόσωπα του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος του παιδιού, τα οποία το περιποιούνται και το φροντίζουν.
Η προσκόλληση (ένας όρος που εισήγαγε ο Βρετανός ψυχίατρος John Bowlby το 1958) είναι ένας ισχυρός δεσμός, μια σαφής επιλεκτική προτίμηση του παιδιού και εμπεριέχει έντονα συναισθήματα και θυμικές αντιδράσεις.
Η προσκόλληση ουσιαστικά είναι η πρώτη διαπροσωπική σχέση που διαμορφώνει ο άνθρωπος, γι’ αυτό οι επιπτώσεις της στην περαιτέρω συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξή του είναι σημαντικές. Οι ψυχαναλυτικοί θεωρούν την πρώτη αυτή διαπροσωπική σχέση παιδιού και μητέρας ως το πρότυπο, πάνω στο οποίο διαμορφώνονται όλες οι μετέπειτα διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου.
Σε λειτουργικό επίπεδο η προσκόλληση γίνεται φανερή σε όλες τις πράξεις του παιδιού, που δείχνουν έντονη επιθυμία να είναι κοντά στο αγαπημένο του πρόσωπο, καθώς και έντονη δυσφορία και αντίσταση στον αποχωρισμό του από αυτό. Το βρέφος μπορεί να κλαίει όταν η μητέρα του το αφήνει στην κούνια του, να ηρεμεί και να νιώθει χαρά όταν το παίρνει αγκαλιά, να της χαμογελάει επιλεκτικά ή να προσπαθεί να διατηρεί συνεχώς οπτική επαφή μαζί της.
Υπάρχει μια γενική αναπτυξιακή διαφορά στον τρόπο που εκδηλώνεται η προσκόλληση. Αρχικά οι εκδηλώσεις της προσκόλλησης επιδιώκουν τη σωματική επαφή και εγγύτητα (το μωρό θέλει να είναι συνέχεια στην αγκαλιά της μητέρας του), ενώ αργότερα αποβλέπουν στην εξασφάλιση της επιδοκιμασίας και της προσοχής του αγαπημένου προσώπου. Δύο από τις πιο χαρακτηριστικές αντιδράσεις της προσκόλλησης του βρέφους είναι το άγχος για τα ξένα πρόσωπα (εμφανίζεται γύρω στον 7ο μήνα) και το άγχος του αποχωρισμού (εμφανίζεται γύρω στο τέλος του πρώτου έτους).
Πολλές έρευνες σε διάφορες χώρες του κόσμου έχουν καθορίσει την πορεία που ακολουθεί η ανάπτυξη του φαινομένου της προσκόλλησης. Ειδικότερα, έχουν εντοπιστεί τρία βασικά στάδια:
α) Αδιαφοροποίητη προσκόλληση: Το βρέφος δείχνει σημεία προσκόλλησης, χωρίς όμως αναφορά σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Το μωρό π.χ. κλαίει και δείχνει δυσφορία, αν κάποιος που το κρατάει αγκαλιά, το αφήσει στην κούνια μόνο του, όποιο και αν είναι αυτό το πρόσωπο. Αυτή η προσκόλληση αρχίζει από την 8η ακόμη εβδομάδα και διαρκεί μέχρι τον 5ο ή τον 6ο μήνα.
β) Μονοπροσωπική προσκόλληση: Το μωρό δείχνει σαφή προσκόλληση προς ένα μόνο πρόσωπο, και το πρόσωπο αυτό είναι συνήθως η μητέρα – τροφός. Το βρέφος αρχίζει να εκδηλώνει έντονες τις αντιδράσεις προσκόλλησης προς το συγκεκριμένο αυτό πρόσωπο μεταξύ 5ου και 7ου μήνα, οι οποίες γίνονται εντονότερες τους επόμενους 3 – 4 μήνες. Σ΄ αυτή τη φάση εμφανίζεται και το άγχος προς τα ξένα πρόσωπα.
γ) Πολυπροσωπική προσκόλληση: Λίγους μήνες μετά την εμφάνιση της μονοπροσωπικής προσκόλλησης, το βρέφος αρχίζει να διευρύνει τις “αδυναμίες” του: πρώτα σε ένα ακόμη πρόσωπο (εκτός από τη μητέρα – τροφό) και αργότερα σε περισσότερα πρόσωπα. Στο 18ο μήνα τα περισσότερα παιδιά έχουν διαμορφώσει πολλαπλές προσκολλήσεις: προς τον πατέρα, τον παππού, τη γιαγιά ή / και τα αδέλφια. Συνήθως, το βρέφος προσκολλάται στα άτομα του άμεσου περιβάλλοντός του, που διατηρούν μαζί του μια στενή και σταθερή αλληλεπίδραση.
Πρέπει, όμως, να τονίσουμε, ότι οι ηλικίες που αναφέρονται παραπάνω ως χρονικό όριο για την εμφάνιση μιας μορφής προσκόλλησης είναι ενδεικτικές. Υπάρχουν πολλές ατομικές διαφορές μεταξύ των βρεφών. Από έρευνες διαπιστώθηκε, ότι το μικρότερο βρέφος που έδειξε έντονη μονοπροσωπική προσκόλληση ήταν 22 εβδομάδων, ενώ άλλα βρέφη καθυστερούσαν ως το τέλος του πρώτου έτους.
Επίσης, ατομικές διαφορές υπάρχουν και ως προς το βαθμό και το συναισθηματικό τόνο της προσκόλλησης. Κάποια βρέφη αναπτύσσουν έντονη προσκόλληση συνοδευόμενη από συναισθήματα ασφάλειας και σιγουριάς (ασφαλής προσκόλληση), κάποια άλλα αναπτύσσουν έντονη προσκόλληση συνοδευόμενη από συναισθήματα αβεβαιότητας και ανασφάλειας (ανασφαλής προσκόλληση), ενώ ένα μικρό ποσοστό δεν αναπτύσσει κανένα είδος προσκόλλησης.
Τα βρέφη με την ασφαλή προσκόλληση προς τη μητέρα δείχνουν τις διάφορες θετικές αντιδράσεις της προσκόλλησης σε μεγάλο βαθμό (π.χ. της χαμογελούν όταν τη βλέπουν, προσηλώνουν το βλέμμα τους πάνω της, κ.ά.), ενώ δείχνουν τις αρνητικές αντιδράσεις της προσκόλλησης σε μικρότερο βαθμό (π.χ. δε διαμαρτύρονται και δεν κλαίνε όλες τις φορές που η μητέρα τους τα αφήνει για λίγο μόνα). Τα βρέφη με ανασφαλή προσκόλληση θέλουν να βρίσκονται συνεχώς σε επαφή με τη μητέρα τους, κλαίνε συχνά είτε τα κρατάει εκείνη είτε όχι, απαιτούν φορτικά την αποκλειστική προσοχή της, κ.ά.

Γιατί αναπτύσσεται η προσκόλληση

Ενώ οι ερευνητές συμφωνούν με το τι είναι και πότε εκδηλώνεται το φαινόμενο της προσκόλλησης, διαφωνούν για το πώς και το γιατί αυτή αναπτύσσεται. Π.χ. η συμπεριφοριστική θεωρία ερμήνευσε την προσκόλληση ως εξής: Το μητρικό πρόσωπο αρχικά, όπως και κάθε άλλο πρόσωπο και πράγμα, είναι για το παιδί ένα ουδέτερο ερέθισμα που δεν του προκαλεί ούτε θετικά ούτε αρνητικά συναισθήματα. Επειδή, όμως, η μητέρα έχει αναλάβει τη φροντίδα του παιδιού και είναι παρούσα κάθε φορά που εκείνο ικανοποιεί τις πρωτογενείς βιολογικές του ανάγκες (τροφή, δίψα, θερμότητα, σωματική ανακούφιση), τελικά συνδέεται η παρουσία της με τα ευχάριστα συναισθήματα που συνεπάγεται η μείωση της ψυχικής έντασης και αποκτά ενισχυτική αξία.
Το μητρικό πρόσωπο, ως ερέθισμα, μέσω της διαδικασίας της μάθησης, καταλήγει να σημαίνει ευχαρίστηση και ανακούφιση, κατά τον ίδιο τρόπο που ο ήχος του κουδουνιού έχει συνδεθεί με την παροχή τροφής στον πεινασμένο σκύλο στα πειράματα του Pavlov. Έτσι, η παρουσία και μόνο της μητέρας προκαλεί στο παιδί το ευχάριστο συναίσθημα που συνοδεύει την ικανοποίηση της βιολογικής ανάγκης.
Η ψυχαναλυτική θεωρία ερμηνεύει την προσκόλληση ως δευτερογενές προϊόν της ικανοποίησης βιολογικών ενστίκτων. Ο Freud υποστηρίζει, ότι το βρέφος είναι ένας ναρκισσιστικός οργανισμός που δείχνει προσκόλληση, αγάπη και έντονη επιθυμία για πλησίασμα προς τα πρόσωπα εκείνα που ικανοποιούν τις ανάγκες του και μειώνουν τις ψυχικές του εντάσεις.
Η ερμηνεία της προσκόλλησης αποκλειστικά ως δευτερογενούς ανάγκης που πηγάζει από τη διαδικασία ικανοποίησης πρωτογενών βιολογικών αναγκών, δεν είναι, όπως απέδειξαν νεότερες έρευνες, επαρκής και δεν μπορεί να εξηγήσει όλες τις γνωστές μορφές του φαινομένου.
Ο Αμερικανός ψυχολόγος Harry Harlow, σε μια μακρά σειρά πειραμάτων με πιθήκους, απέδειξε ότι ισχυρή προσκόλληση αναπτύσσεται ακόμη και σε περιπτώσεις που τον κύριο λόγο δεν διαδραματίζει η ικανοποίηση των βασικών βιολογικών αναγκών, αλλά η σωματική επαφή. Τα πειράματά του έδειξαν, ότι η διαπροσωπική ζεστασιά που παρέχει η μητρική αγκαλιά παίζει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της σύνδεσης μητέρας και παιδιού.
Άλλα πειράματα με νεογέννητα ζώα αποκάλυψαν νέες διαστάσεις στο φαινόμενο της προσκόλλησης. Ο φυσιοδίφης Konrad Lorenz μελέτησε τη συμπεριφορά πτηνών, αμέσως μετά την εκκόλαψή τους, και διαπίστωσε ότι το νεογέννητο ζώο ακολουθεί (προσκολλάται) σε μια κινούμενη μορφή που θα τύχει να βρεθεί κοντά του τη στιγμή της εκκόλαψης. Το φαινόμενο αυτό της προσκόλλησης του νεογέννητου ζώου σε μια κοντινή κινούμενη μορφή αποκαλείται αποτύπωση.
Τα διάφορα πειράματα που έγιναν για την αποτύπωση έδειξαν, ότι υπάρχει μια στιγμή (μια κρίσιμη περίοδος) στην πορεία της ανάπτυξης που το αναπτυσσόμενο ον δημιουργεί ένα στενό σύνδεσμο με μια κοντινή κινούμενη μορφή, χωρίς να μεσολαβήσει καμιά συνεργία της μορφής αυτής στην ικανοποίηση των βασικών βιολογικών αναγκών (συμπεριφοριστική θεωρία) ή προηγούμενη σωματική επαφή (θεωρία Harlow).

http://www.yeskid.gr

Advertisements