Άγχος του αποχωρισμού

Άλλη εκδήλωση του βρέφους, που είναι άμεσο αποτέλεσμα της προσκόλλησης, είναι το άγχος του αποχωρισμού. Το παιδί, σε κάποιο στάδιο της ανάπτυξής του (συνήθως γύρω στο 10ο μήνα), προσπαθεί με κάθε τρόπο να βρίσκεται κοντά στη μητέρα του. Την ακολουθεί στις μετακινήσεις της μέσα στο δωμάτιό του, φροντίζει να διατηρεί μαζί της οπτική και σωματική επαφή, ελέγχει κατά πόσο είναι στη διάθεσή του κάθε φορά που τη χρειάζεται, κ.ά.
Όταν το βρέφος είναι ελεύθερο και μπορεί να προβαίνει σ΄ αυτές τις ενέργειες, για να διατηρεί κάποια “εγγύτητα” με τη μητέρα, μπορεί να συνεχίζει να παίζει και να εξερευνά το γύρω χώρο ενεργά, ακόμη και σε περιβάλλον που δεν του είναι οικείο, χωρίς να νιώθει καμιά ανησυχία.
Όταν, όμως, το βρέφος βλέπει τη μητέρα του να απομακρύνεται, να φεύγει από το δωμάτιο, να το αφήνει μόνο του και εκείνο δε μπορεί να την ακολουθήσει, βιώνει μια έντονη δυσφορία και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τη φέρει πίσω: κλαίει, φωνάζει, καρφώνει το βλέμμα του στην πόρτα, κινείται προς την πόρτα και προσπαθεί να την ανοίξει, κ.ά. Μετά από λίγο εγκαταλείπει την προσπάθειά του, κάθεται στο δάπεδο και λικνίζει απελπισμένα το σώμα, αγνοώντας τα παιχνίδια του και τις άλλες δραστηριότητες που μόλις πριν από λίγο τόσο απολάμβανε.
Οι έντονες αυτές αντιδράσεις είναι απόρροια του άγχους που βιώνει το παιδί, εξαιτίας του αποχωρισμού του από το πρόσωπο προς το οποίο έχει αναπτύξει προσκόλληση. Το άγχος του αποχωρισμού κορυφώνεται συνήθως μεταξύ του 13ου και 18ου μήνα. Απουσίες της μητέρας από το σπίτι πρέπει να αποφεύγονται σ’ αυτή τη φάση της ανάπτυξης.
Μετά την ηλικία αυτή το άγχος του αποχωρισμού αρχίζει να μειώνεται και τελικά να εξαφανίζεται. Σε περίπτωση που το άγχος του αποχωρισμού συνεχιστεί και στις επόμενες ηλικίες έντονο, είναι πιθανό το παιδί να παρουσιάσει αργότερα δυσκολίες στην ψυχοκοινωνική προσαρμογή (σχολική φοβία).
Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι γονείς τις αντιδράσεις του παιδιού στο άγχος του αποχωρισμού, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά αυτής της συμπεριφοράς. Οι γονείς, που για να μετριάσουν τις διαμαρτυρίες του παιδιού, μένουν στο σπίτι ή περιορίζουν τις δραστηριότητές τους εκτός σπιτιού, τελικά ενισχύουν τις αντιδράσεις του άγχους του αποχωρισμού και τις πολλαπλασιάζουν.
Άλλοι γονείς που, για να αποφύγουν τις αντιδράσεις και την ένταση του αποχωρισμού, καταφεύγουν στο τέχνασμα να φεύγουν κρυφά από το σπίτι, χωρίς να τους δει το παιδί, τελικά επιτείνουν το άγχος του παιδιού, αντί να το μειώνουν, γιατί εκείνο αρχίζει να διαπιστώνει, ότι οι γονείς του ανά πάσα στιγμή μπορεί να “εξαφανιστούν”.
Ο καλύτερος τρόπος είναι οι γονείς να εξηγήσουν στο παιδί ότι θα λείψουν για λίγο και να το διαβεβαιώσουν, ότι σύντομα θα επιστρέψουν. Το παιδί, που έχει πολλές εμπειρίες να βλέπει τους γονείς του να το αποχωρίζονται για ορισμένο χρονικό διάστημα και να επιστρέφουν πάλι σ’ αυτό, μαθαίνει ότι ο αποχωρισμός είναι κάτι πρόσκαιρο και επανορθώσιμο.
Επίσης, η ένταση του άγχους θα ελαχιστοποιείται, αν το παιδί, όταν το αποχωρίζονται οι γονείς, μένει σε οικείο περιβάλλον, με τα προσωπικά του αντικείμενα και με άλλα οικεία πρόσωπα.

Άγχος προς τα ξένα πρόσωπα

Μόλις το παιδί αναπτύξει έντονη μονοπροσωπική προσκόλληση (συνήθως στον 7ο μήνα), αρχίζει να δείχνει το άγχος του προς τα ξένα πρόσωπα. Ενώ το βρέφος λίγο πριν χαιρόταν την παρουσία κάθε προσώπου που το πλησίαζε, του μιλούσε, έπαιζε μαζί του, έκανε διάφορες γκριμάτσες και το γαργαλούσε, τώρα όταν το πλησιάζει ένα ξένο πρόσωπο γίνεται ανήσυχο, ειδικά αν η μητέρα – τροφός δεν είναι κοντά του.
Το μωρό καρφώνει το βλέμμα του επάνω στο άγνωστο πρόσωπο, μένει ακίνητο για λίγο και μετά αρχίζει να κλαίει, να φωνάζει, να διαμαρτύρεται και να προσπαθεί να απομακρυνθεί από αυτό. Το άγχος προς τα ξένα πρόσωπα κορυφώνεται γύρω στα τέλη του πρώτου έτους. Μετά την ηλικία αυτή αρχίζει σταδιακά να μειώνεται και να εξαφανίζεται, καθώς το παιδί διευρύνει τον κύκλο των προσκολλήσεών του και των προσώπων που έρχεται σε συχνή επαφή.
Οι φοβικές αντιδράσεις του μωρού προς τα ξένα πρόσωπα αποτελούν, για τους γονείς και τους άλλους ενηλίκους που δεν είναι σωστά ενημερωμένοι, μια δυσάρεστη έκπληξη. Φανταστείτε την οδυνηρή αντίδραση μιας γιαγιάς ή ενός παππού, που μετά από μικρή απουσία κάποιων εβδομάδων, βρίσκουν το εγγονάκι τους να μη θέλει ούτε να τους δει!
Το άγχος προς τα ξένα πρόσωπα δεν είναι μια αντίδραση προς τα ξένα πρόσωπα αυτά καθαυτά (το βρέφος δεν είχε συγκεκριμένες τραυματικές εμπειρίες από τα ξένα πρόσωπα), αλλά είναι μια αντίδραση προς μια αποκλίνουσα μορφή. Το μωρό, με την ωρίμανση του νευρικού συστήματος και από τη στενή συναναστροφή με τη μητέρα του σχηματίζει μια σαφή εικόνα, ένα γνωστικό σχήμα του προσώπου της. Κάθε πρόσωπο που διαφέρει από το σχήμα αυτό, είτε αυτό είναι άγνωστο πρόσωπο είτε είναι ακόμη και το πρόσωπο της μητέρας με γυαλιά ηλίου, προκαλεί στο παιδί φοβικές αντιδράσεις.
Η γνωστική απόκλιση είναι που πυροδοτεί όλες αυτές τις αντιδράσεις. Ο σχηματισμός, όμως, μιας σαφούς εικόνας του προσώπου της μητέρας απαιτεί και μια ανάλογη ωριμότητα στο γνωστικό τομέα. Γι’ αυτό οι γονείς θα πρέπει να δέχονται το άγχος προς τα ξένα πρόσωπα με υπερηφάνεια, γιατί αυτό αποτελεί μια πραγματική απόδειξη, ότι οι γνωστικές ικανότητες του παιδιού τους αναπτύσσονται κανονικά.
Το άγχος προς τα ξένα πρόσωπα δεν έχει σε όλα τα βρέφη την ίδια ένταση. Συνήθως είναι εντονότερο στις περιπτώσεις που η σχέση μητέρας και παιδιού είναι πολύ στενή. Σχετίζεται, επίσης, με τη σειρά γέννησης του παιδιού στην οικογένεια, αλλά και με την έκταση των κοινωνικών επαφών του παιδιού έξω από το σπίτι. Τα πρωτότοκα παιδιά ή τα αδέλφια που έχουν μεγάλη διαφορά ηλικίας δείχνουν πιο έντονο φόβο προς άγνωστα πρόσωπα. Οι διαφορετικές αυτές αντιδράσεις ασφαλώς σχετίζονται με το χρόνο που διαθέτει η μητέρα για αλληλεπίδραση με τα παιδιά διαφορετικής θέσης μέσα στην οικογένεια.
Επιπλέον, η ένταση του άγχους προς τα ξένα πρόσωπα εξαρτάται από καθαρώς περιβαλλοντικούς παράγοντες της στιγμής. Οι γονείς μπορούν να ελαχιστοποιήσουν την ένταση που θα εκδηλώσει το παιδί τους στις φοβικές αντιδράσεις προς τα ξένα πρόσωπα, αν π.χ. γνωρίζουν ότι το άγχος αυτό επαυξάνεται όταν το άγνωστο πρόσωπο παρουσιαστεί στο οπτικό πεδίο του παιδιού απότομα, όταν κάνει δυνατούς ήχους ή /και όταν προκαλέσει κάποια απότομη αλλαγή στην κατάσταση του παιδιού (π.χ. όταν αρπάξει το παιδί στα χέρια του ξαφνικά).
Όταν το άγνωστο πρόσωπο πλησιάζει το παιδί σταδιακά και ήρεμα, χωρίς να προκαλεί έντονους ήχους και απότομες αλλαγές στην κατάσταση του παιδιού, τότε η ένταση του άγχους μετριάζεται. Επίσης, μην ξεχνάτε, ότι η απόκλιση που προκαλεί το φόβο αναφέρεται στα χαρακτηριστικά του προσώπου. Έτσι, δεν υπάρχει άγχος όταν, π.χ. ένα ξένο πρόσωπο έχει στρέψει την πλάτη του στο παιδί.
Τέλος, οι γονείς θα πρέπει να φροντίζουν να έχει το παιδί, στο διάστημα πριν από τον έβδομο μήνα, πολλά και ποικίλα θετικά διαπροσωπικά ερεθίσματα και εμπειρίες.

Πηγή:
Ιωάννης Ν. Παρασκευόπουλος. Εξελικτική ψυχολογία. Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση (τόμος 1).
http://www.yeskid.gr/

Advertisements