Οι ρίζες του attachment parenting βρίσκονται στη θεωρία της προσκόλλησης ή θεωρία δεσμού. Η θεωρία προέκυψε από τη μελέτη του ψυχολόγου John Bowlby σχετικά με τον πρόωρο αποχωρισμό του βρέφους από τη μητέρα και τις έρευνες για τη συμπεριφορά των ζώων στις αρχές της δεκαετίας του ‘50.

Η θεωρία της προσκόλλησης υποστηρίζει ότι το βρέφος αναζητά ενστικτωδώς την εγγύτητα με μια ασφαλή «φιγούρα προσκόλλησης». Αυτή η εγγύτητα είναι απαραίτητη προκειμένου το μωρό να αισθάνεται ασφαλές συναισθηματικά αλλά και βιολογικά (τροφή,επιβίωση). Κάποιες αρχικές έρευνες σε ζώα ανακάλυψαν ότι τα μωρά των πρωτευόντων θηλαστικών προτιμούσαν μια ζεστή υφασμάτινη «μητέρα» κούκλα από μια συρμάτινη που τους παρείχε τροφή, αλλά, όχι ζεστασιά.

Η γονεϊκότητα που έχει τις ρίζες της στη θεωρία της προσκόλλησης βασίζεται στην ιδέα ότι τα μωρά μαθαίνουν να εμπιστεύονται τους άλλους και αναπτύσσονται υγιώς όταν οι ανάγκες τους εκπληρώνονται συστηματικά από όποιον τα φροντίζει στην αρχή της ζωής τους. Τα παιδιά που δεν βιώνουν ποτέ αυτόν τον ασφαλή δεσμό στην αρχή της ζωής τους, δε μαθαίνουν να δημιουργούν υγιείς δεσμούς στην υπόλοιπη ζωή τους. Υποφέρουν από ανασφάλεια, έλλειψη ενσυναίσθησης και σε κάποιες περιπτώσεις, από θυμό και συναισθηματικές διαταραχές.

Η M.Ainsworth (1970) εξέλιξε περαιτέρω τη θεωρία δεσμού του Bowlby και μετά από έρευνα οδηγήθηκε στη διάκριση τριών μορφών προσκόλλησης: την ασφαλή,την ανασφαλή και την αδιαφοροποίητη προσκόλληση. Στην περίπτωση της ασφαλούς προσκόλλησης το μωρό είναι ανήσυχο όταν η μητέρα απουσιάζει, είναι χαρούμενο όταν επιστρέφει, είναι θετικό με τους αγνώστους μόνο όταν είναι η μητέρα παρούσα και χρησιμοποιεί τη μητέρα ως ασφαλή βάση για εξερεύνηση του κόσμου γύρω του. Στην περίπτωση της ανασφαλούς προσκόλλησης το μωρό παρουσιάζει έντονη ανησυχία όταν η μητέρα απουσιάζει, δεν δείχνει τη χαρά όταν επιστρέφει, μπορεί και να την απομακρύνει, αποφεύγει οποιαδήποτε επαφή με τους ξένους και τους φοβάται και εξερευνά τον κόσμο γύρω του πολύ λιγότερο από ό,τι κάνουν τα μωρά στις άλλες δύο περιπτώσεις. Στην τρίτη περίπτωση, το μωρό δε δείχνει σημάδια άγχους αποχωρισμού, δε χαίρεται όταν η μητέρα επιστρέφει, έχει θετική στάση απέναντι στους αγνώστους και μπορεί να παρηγορηθεί εξίσου από αυτούς ή τη μητέρα του. Και οι τρεις μορφές προσκόλλησης εξαρτώνται από την ανταπόκριση της μητέρας ή του βασικού προσώπου φροντίδας. Στο πρώτο είδος προσκόλλησης η μητέρα είναι παρούσα και ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού της. Στο δεύτερο είδος δεν υπάρχει σταθερή ανταπόκριση από τη μητέρα. Πότε ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού και πότε όχι. Στο τρίτο είδος προσκόλλησης η μητέρα αποτυγχάνει πλήρως να δημιουργήσει ένα ασφαλές περιβάλλον για το παιδί και δεν ικανοποιεί τις ανάγκες του.

Η αρχική θεωρία προσκόλλησης πρότεινε ως καταληκτική «κρίσιμη περίοδο» την ηλικία από 6 μηνών ως 3 ετών. Κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης περιόδου τα παιδιά έχουν ανάγκη να δημιουργήσουν ασφαλείς δεσμούς με έναν γονέα ή με το πρόσωπο που τα φροντίζει και είναι υπεύθυνο για αυτά. Πριν τους 6 μήνες, τα περισσότερα βρέφη ανταποκρίνονται εξίσου σε καλοπροαίρετους ξένους και στους γονείς τους. Στους 6 ή 7 μήνες, τα μωρά ξεκινάνε να δείχνουν σημάδια άγχους αποχωρισμού όταν οι γονείς τα αφήνουν. Οι συμπεριφορές που υιοθετούν τα παιδιά όταν τα “εγκαταλείπουν” θεωρούνται ενδεικτικές του είδους συναισθηματικής προσκόλλησης που αναπτύσσουν.

Πηγή: http://www.webmd.com/

http://www.simplypsychology.org/mary-ainsworth.html
http://www.betterparents.gr/%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-attachment-parenting-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82/

Advertisements