Πένθος,
γράφει η Κατερίνα Κοτσιφάκου, Κλ. Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια

Η απώλεια στιγματίζει τον άνθρωπο σε κάθε φάση της ζωής του. Μέσα σε μία οικογένεια πέρα από το δικό μας συναισθηματικό κενό που δημιουργεί η κατάσταση αυτή, όταν υπάρχουν μικρά παιδιά ή έφηβοι φαίνεται να μας δυσκολεύει περισσότερο η διαχείριση αυτής της κατάστασης. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να κατανοήσουμε τον ιδιαίτερο τρόπο που θρηνεί ένα παιδί καθώς και από ποια ηλικία γίνεται αντιληπτή η απώλεια ενός προσώπου.
Από τη βρεφική κιόλας φάση έως και τους 10 πρώτους μήνες της ζωής παρατηρούνται σημάδια θρήνου. Στη φάση αυτή, τα βρέφη μπορούν να αφουγκραστούν τι συμβαίνει στο γύρω τους περιβάλλον για αυτό και παρατηρούμε κατά τη φάση αυτή να αλλάζουν τις συνήθειες ύπνου και φαγητού τους ή να κλαίνε χωρίς εμφανή λόγο.
Τα μωρά από 10 μηνών έως περίπου 2 ετών συνειδητοποιούν πως κάτι σοβαρό έχει συμβεί. Γίνονται ευερέθιστα, αντιδρούν με το παραμικρό και συνήθως παλινδρομούν σε πιο βρεφικές συμπεριφορές, όπως πιπίλισμα δαχτύλου, βραδινή ενούρηση, πείσματα, άρνηση για φαγητό.
Από τα 4 έτη και μετά το παιδί μπορεί να αντιληφθεί την απώλεια. Γίνεται αισθητό το τι έχει συμβεί και το παιδί έρχεται αντιμέτωπο πλέον με την οριστική αυτή κατάσταση. Είναι λογικό αυτό το σοκ να του προκαλέσει προσωπικές ανασφάλειες, αισθάνεται όλο το περιβάλλον του φθαρτό, δηλαδή ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να χαθεί ο ενήλικας που του προσφέρει σιγουριά και είναι υπεύθυνος για την επιβίωσή του, οπότε αρχίζει να φοβάται και για την ίδια του την ύπαρξη. Βέβαια, όλοι αυτοί οι μηχανισμοί είναι ασυνείδητοι και εξωτερικεύονται είτε με δυσπιστία για το τι συνέβη είτε με κυκλοθυμικές συμπεριφορές, δηλαδή ενώ παίζει ξέγνοιαστο ξαφνικά να αρχίσει να κλαίει.
Από τα 6 έως περίπου και τα 12 χρόνια τα παιδιά είναι σε θέση να κατανοήσουν πως ο θάνατος είναι μόνιμος και πραγματικός. Παρόλα αυτά όμως, αρχικά τείνουν να μην αποδέχονται το γεγονός για αυτό πολλές φορές έχουν έντονη διάθεση για παιχνίδι και φαίνονται χαρούμενα. Με αυτό τον τρόπο μειώνουν τον πόνο τους. Επίσης, συχνά εξιδανικεύουν τον εκλιπόντα μιλώντας διαρκώς για αυτόν. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να διατηρήσουν ζωηρή την εικόνα του μέσα τους. Θα πρέπει στη φάση αυτή, ακόμη κι αν παρατηρήσουμε στοιχεία παλινδρομημένης συμπεριφοράς π.χ. φόβο για το σκοτάδι, άρνηση να κοιμηθεί μόνο του, μείωση σχολικής απόδοσης, αδυναμία συγκέντρωσης, να τα αντιμετωπίσουμε με ψυχραιμία και σεβασμό.
Οι έφηβοι βιώνουν έντονη αναστάτωση λόγω της ίδιας τους αναπτυξιακής φάσης που επιφέρει από μόνη της πλήθος σωματικών και ψυχοσυναισθηματικών αλλαγών. Ο θάνατος κλονίζει την ύπαρξή τους για αυτό και πολλοί το αντιμετωπίζουν με κυνισμό ή απογοήτευση. Μια απώλεια στη φάση τους αυτή μπορεί να τους φοβίσει και είτε να τους στρέψει στην απόσυρση, είτε να τους εναντιώσει μετατρέποντάς τους σε εριστικούς και ευερέθιστους, προκαλώντας τους μείωση σχολικής επίδοσης ακόμα και να τους οδηγήσει σε παραπτωματικές συμπεριφορές. Ο ρόλος του ενήλικα στη φάση αυτή θα πρέπει να είναι υποστηρικτικός χωρίς καμία τάση αποδοκιμασίας. Ο έφηβος βιώνει αποσταθεροποίηση σε όλα τα επίπεδα της ζωής του και στη φάση αυτή χρειάζεται ένα ήρεμο, ώριμο και σταθερό περιβάλλον που θα του επιτρέψει να ηρεμήσει και να εμπιστευτεί ξανά τη ζωή…
Η απώλεια στιγματίζει τον κάθε άνθρωπο με μοναδικό τρόπο, για αυτό και δε θα πρέπει να υποτιμάμε την αντίληψη των παιδιών. Θα πρέπει πάντα να τους δίνουμε φροντίδα και στήριξη κι αν δούμε πως όλα τα παραπάνω συμπτώματα καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο χώρο ή ενισχύονται σε ένταση με τον καιρό, θα πρέπει οπωσδήποτε να ζητήσουμε βοήθεια από έναν ειδικό ψυχικής υγείας ώστε να μην αποτελέσουν εμπόδιο στην υγιή και σωστά δομημένη ανάπτυξη του παιδιού.

Κοτσιφάκου Κατερίνα
Κλ. Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια

Advertisements