Ένα λουλούδι κάθε μέρα για την δασκάλα που αγάπησε και αυτή επέστρεψε στο χωριό.

Η Ελένη μόλις μετακόμισε μαζί με τον άντρα της στο νέο τους σπίτι στο χωριό. Ήταν ένα όνειρο χρόνων. Από τότε που παντρεύτηκαν ήθελαν να αγοράσουν ένα σπίτι σε εκείνο το μικρό χωριό, κοντά στο Αγρίνιο.

Ήταν το χωριό, όπου η Ελένη είχε υπηρετήσει μερικά χρόνια ως δασκάλα. Εκεί γνώρισε τον άντρα της, που επίσης βρισκόταν εκεί λόγω δουλειάς. Καμία σχέση δεν είχαν με αυτό το χωριό, όμως το αγάπησαν σαν να ήταν ο δικός τους τόπος. Εκεί γνωρίστηκαν, εκεί ερωτεύτηκαν, εκεί παντρεύτηκαν. Όταν έφυγαν από το χωριό αυτό για την Αθήνα, υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλο ότι κάποτε θα ξαναγυρίσουν. Κάποτε θα εγκατασταθούν μόνιμα εκεί.

Και το έκαναν. Τώρα που πήρε και η Ελένη σύνταξη ήταν μια καλή ευκαιρία να μετακομίσουν. Πούλησαν το σπίτι στην Αθήνα και με τα χρήματα αυτά αγόρασαν ένα σπίτι εκεί.

Όλα ήταν τόσο ίδια και τόσο διαφορετικά ταυτόχρονα. Είχαν να έρθουν στην περιοχή πάρα πολλά χρόνια. Από τότε που έφυγαν, ήρθαν ξανά άλλη μία ή δύο φορές για λίγες ημέρες. Όμως, αργότερα οι δουλειές της καθημερινότητας στέκονταν εμπόδιο για να ξαναπάνε.

Και να που τόσα χρόνια μετά, έφτασε ο καιρός που είχαν πια το δικό τους σπίτι στο χωριό που τόσο αγάπησαν. Περπάτησαν στα στενά σοκάκια, στην πλατεία που κάποτε έσφυζε από ζωή. Το καφενείο του κυρ Αντώνη είχε κλείσει πια και στη θέση του υπήρχε ένας φούρνος. Έφτασαν μέχρι την εκκλησία του χωριού. Ήταν ίδια, όπως τότε που έβγαινε η Ελένη νύφη από μέσα, παντρεμένη πια με τον αγαπημένο της Σωτήρη.

Σε λίγο, είδαν το σχολείο. Το πρώτο σχολείο όπου είχε υπηρετήσει η Ελένη. Για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσε πως ήταν πάλι νέα. Ένιωσε το ίδιο καρδιοχτύπι όπως τότε που ως καινούρια δασκάλα ήρθε στο χωριό. Θυμήθηκε τους μαθητές της. Τους πρώτους της μαθητές. Πόσο θα είχαν μεγαλώσει τώρα! Τι να έχει απογίνει ο καθένας τους;

Δεν είχε περάσει καλά-καλά μια εβδομάδα, όταν ένα πρωινό η Ελένη βρήκε έξω από την πόρτα της ένα κρίνο. Ο άντρας της κοιμόταν ακόμα. Δεν είχε ιδέα ποιος μπορεί να το άφησε εκεί. Ποιος ήξερε πως ο κρίνος είναι το αγαπημένο της λουλούδι;

Αν δεν έπεσε τυχαία έξω από την πόρτα της, ίσως ήταν ένας τρόπος να τους καλωσορίσουν. Παραξενεύτηκε όμως της άρεσε αυτή η χειρονομία.

Την επόμενη ημέρα, έξω από την πόρτα ήταν ένα τριαντάφυλλο. Σκέφτηκε τότε πως δεν μπορεί να είναι σύμπτωση. Ίσως κάποιος να θέλει πράγματι να τους καλωσορίσει.

Οι μέρες περνούσαν και κάθε πρωί η Ελένη έβρισκε και από ένα λουλούδι έξω από την πόρτα της. Πιο συχνά έβρισκε κρίνους. Δεν μπορούσε όμως να σκεφτεί από ποιον μπορεί να ήταν αυτά τα λουλούδια. Σίγουρα, θα ήταν από κάποιο πρόσωπο που τη γνώριζε αφού επέμενε να της αφήνει κρίνους.

Έπρεπε να μάθουν ποιος αφήνει τα λουλούδια έξω από την πόρτα τους όλες αυτές τις ημέρες. Έτσι, ένα πρωί η Ελένη έμεινε κρυμμένη πίσω από την πόρτα. Σίγουρα θα έβλεπε ποιος θα ερχόταν.

Πράγματι, εμφανίστηκε ένα μικρό αγόρι. Ήταν – δεν ήταν 6 χρονών. Κρατούσε στο χέρι του πάλι έναν κρίνο. Το άφησε και έφυγε. Η Ελένη παραξενεύτηκε. Ποιο ήταν αυτό το αγόρι και για ποιο λόγο της έφερνε κάθε μέρα λουλούδια; Δεν άνοιξε την πόρτα γιατί δεν ήθελε να το τρομάξει, όμως την επόμενη μέρα θα το έκανε. Ήθελε να μάθει…

Το ίδιο αγόρι εμφανίστηκε ξανά το επόμενο πρωί έχοντας στο χέρι του μερικά χρυσάνθεμα. Πριν προλάβει να τα αφήσει η Ελένη άνοιξε την πόρτα και το καλημέρισε γλυκά.

Το αγόρι δεν κουνήθηκε. Την κοίταξε με θαυμασμό από πάνω μέχρι κάτω.

«Κυρία Ελένη…», είπε το παιδί. Μα πού ήξερε το όνομά της;

Έκατσαν μαζί στην αυλή του σπιτιού της και ξεκίνησε να του κάνει ερωτήσεις για να λυθεί … το μυστήριο!

Το όνομα του παιδιού ήταν Στράτος. Ο μπαμπάς του τού είχε μιλήσει για μια δασκάλα που είχε στο δημοτικό και αγαπούσε πολύ. Την έλεγαν Ελένη. Πριν από μερικές εβδομάδες ο πατέρας του τού είπε πως η δασκάλα αυτή ήρθε να μείνει στο χωριό μόνιμα πια. Με την πρώτη ευκαιρία θα πήγαινε να τη συναντήσει. Ήθελε να της κάνει και μια έκπληξη. Την πρώτη ημέρα, έδωσε στον Στράτο έναν κρίνο, που ήταν το αγαπημένο της λουλούδι, για να τον αφήσει έξω από την πόρτα της. Υπολόγιζε πως την ίδια ημέρα θα την επισκεπτόταν. Αλλά εξαιτίας της δουλειάς του έπρεπε να φύγει έκτακτα για μερικές εβδομάδες από το χωριό.

Έτσι, ο μικρός Στράτος συνέχισε να αφήνει κάθε πρωί λουλούδια στην πόρτα της, ώστε να μην χαλάσει την έκπληξη! Δεν έβρισκε κάθε μέρα κρίνους, όμως έβρισκε άλλα λουλούδια να της φέρνει!

Η Ελένη κατάλαβε ποιος ήταν ο μπαμπάς του Στράτου. Ο Θωμάς. Όταν η Ελένη έφυγε από το χωριό για την Αθήνα, ο Θωμάς ήταν στην Έκτη δημοτικού! Τον γνώριζε από τότε που ήταν 6 χρονών. Δεν τα πήγαινε καθόλου καλά στα μαθήματα, αλλά και η συμπεριφορά του ήταν άσχημη. Ήταν μια δύσκολη περίοδος για εκείνον. Οι γονείς του χώρισαν, ο πατέρας του εξαφανίστηκε και η μητέρα του δούλευε πάρα πολλές ώρες. Ο Θωμάς ένιωθε παραμελημένος και πληγωμένος. Αρχικά, είχε απομονωθεί. Δεν μιλούσε σε κανέναν και δεν ήθελε να του μιλάει κανείς. Σιγά σιγά, έγινε επιθετικός και δημιουργούσε πολλά προβλήματα στο σχολείο.

Ο Θωμάς τράβηξε, όπως ήταν φυσικό την προσοχή της Ελένης. Εκείνη προσπάθησε να τον πλησιάσει, όμως συνάντησε πολλές δυσκολίες. Το παιδί συμπεριφερόταν σαν «αγρίμι». Η Ελένη όμως δεν το έβαλε κάτω. Του φέρθηκε σαν να ήταν δικό της παιδί. Κι εκείνος, παρόλο που έθετε εμπόδια στην επικοινωνία τους, κάθε μέρα ήλπιζε πως η δασκάλα θα ασχοληθεί μαζί του. Ακόμα κι αν εκείνος την απορρίπτει. Είχε ανάγκη να νιώσει πως κάποιος τον αγαπά, πως υπάρχει ένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται και προσπαθεί.

Με τον καιρό, μετά από μεγάλες προσπάθειες ο Θωμάς ηρέμησε. Η Ελένη τον έκανε να νιώθει ασφάλεια. Σταμάτησε να είναι επιθετικός. Δεν είχε πια θυμό μέσα του, όπως τον πρώτο καιρό. Απέκτησε φίλους, είχε ενδιαφέροντα. Ασχολήθηκε ακόμα και με τα μαθήματά του.

Όλα αυτά τα χρόνια που έμεινε η Ελένη στο χωριό, κάθε απόγευμα τον βοηθούσε να διαβάζει για το σχολείο. Ο Θωμάς έγινε πολύ καλός μαθητής.

Η μεγαλύτερη βοήθεια που του πρόσφερε η Ελένη ήταν ότι τον έκανε να νιώσει αποδεκτός. Δεν τον απέρριψε κι εκείνη, όπως ένιωθε ότι έκανε ο πατέρας του, αλλά αγκάλιασε ακόμα και τον χειρότερό του εαυτό. Κι αυτό δεν θα το ξεχνούσε ποτέ ο Θωμάς.

Αυτά σκεφτόταν και νοσταλγούσε η Ελένη εκείνη τη μέρα, μέχρι που τις σκέψεις της διέκοψε ο ήχος του κουδουνιού.

Άνοιξε την πόρτα. Ήταν ένας άντρας ψηλός, όμορφος με ένα βλέμμα παιδικό, γεμάτο ευγνωμοσύνη. Ο άντρας της φαινόταν άγνωστος. Το μάτια του όμως της θύμισαν εκείνο το παιδί, το «αγρίμι» που κάποτε γνώρισε και αγάπησε.

Ήταν ο μαθητής της, ο Θωμάς. Το παιδί που χάρη σε εκείνη κατάφερε να σταθεί στα πόδια του την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του…

Fylada.gr

Advertisements