Της Στεύης Τσούτση.

Τυχερές στον έρωτα δεν τις λες.
Όχι γιατί απαραίτητα δε βρήκαν το σύντροφο της ζωής τους. Αυτό είναι το λιγότερο. Το χειρότερο από όλα είναι ότι δεν ανέπτυξαν το σωστό κριτήριο για να εντοπίζουν το σκάρτο «εμπόρευμα» που κυκλοφορεί στην πιάτσα και να το απομακρύνουν.
Κι η τύχη δεν της βοηθά. Θαρρείς και παίζει μαζί τους. Λες κι έχουν προηγούμενα και γουστάρει να τις τρέχει. Να τις βλέπει να βασανίζονται με τους «ακατάλληλους».
Γιατί όλο σε κάτι τέτοιους πηγαίνουν και πέφτουν.
Με τα μούτρα. Δίχως φρένα, δίχως προστατευτικά, δίχως να δίνουν σημασία στις φωνούλες που λένε «Τρέχα μακριά».
Εκείνες πεισματικά μένουν.
Έρωτα το λένε.
Παραλογισμός κι εμμονή είναι. Με λίγες σταγόνες ανασφάλειας και φόβου της μοναξιάς.
Άρωμα που κρατά χρόνια.
Να κλάψουν καλύτερα ή να φωνάξουν; Συνήθως τα κάνουν και τα δύο ταυτόχρονα. Κλαίνε φωνάζοντας δυνατά, μπας κι από τις φωνές ενεργοποιηθεί ο έσω τους συναγερμός. Μήπως τσιρίξει μανιασμένα και ταρακουνηθούν. Μήπως κι αλλάξουν.
Γιατί δε φταίει αυτός…
Αυτός είναι όπως είναι. Εγωιστής, κτητικός, απόλυτος. Εκείνες φταίνε που αφήνουν κενά. Κι εκείνος σαν αέρας έρχεται και τα γεμίζει. Όχι όμως τα συναισθηματικά τους κενά. Μήτε της ζωής τους.
Κενά αυτοσεβασμού κι αυτοπεποίθησης.
Κυκλώνας σαρωτικός που τις στροβιλίζει ανελέητα. Τις ωθεί στα όρια τους και γελά προκλητικά. Με αληθινά εξοργιστικό θράσος. Τις φτάνει στο χείλος της αβύσσου και τις κρατά εκεί. Να παραπαίουν μετέωρες σε κάθε φύσημα του. Μια στο γκρεμό και μια στο χώμα. Με το χώμα να νικά.
Στέρεο, σωτήριο μα άνοστο, καθώς πέφτουν πάντα με τα μούτρα.
Παράνοια το να μην μπορούν να καταλάβουν τι θέλει. Αν τις θέλει.
Την απειροελάχιστη στιγμή που νιώθουν πως πιάνουν το νόημα, εκείνος αλλάζει τα πάντα.
Τη μια λένε πως νοιάζεται. Την άλλη το αναιρούν.
Όχι, δε νοιάζεται. Έννοια δεν είναι το βασανίζω. Δεν είναι το «παίζω» τον άλλο γιατί μπορώ.
Είναι το «μπορώ μα δεν το κάνω».

Έγιναν δορυφόροι του. Μετατόπισαν το σύμπαν τους ώστε να κινείται σύμφωνα με το δικό του.
Ερωτεύτηκαν. Φρόντισαν. Νοιάστηκαν. Διάολε, το κάνουν ακόμη.
Δίχως να περιμένουν ένα ευχαριστώ. Δίχως να ελπίζουν σε μια ελάχιστη ανταπόδοση. Μόνο γιατί μπορούν και το θέλουν.Έμαθαν εκείνον και τη ζωή του. Τις εξάρσεις, τα στεγανά, τα κύρια και τα παραλειπόμενα. Κι όμως, ήρθε η στιγμή που συνειδητοποίησαν την αλήθεια. Κατάλαβαν πως εκείνος δεν ξέρει τίποτα για εκείνες. Μήτε καν αν έχουν αδέρφια. Οικογένεια και φίλους που να μοιράζονται μαζί του την αγάπη που έχουν να δώσουν.
Μονάχα εκείνος το κέντρο του σύμπαντος.
Βασιλιάς στο θρόνο που απαιτεί. Κι η καθεμιά τους, ο υπήκοος που επαιτεί.
Ψίχουλα προσοχής κι έννοιας.
Κι όταν η πίκρα μέσα τους θεριεύει και ξεσπά, εκείνος σα γνήσιος βασιλιάς διαχειρίζεται την κρίση. Όπως πρέπει.
Με ψίχουλα που εκείνες τα βλέπουν για ψωμί.
Ζεστό, ζυμωτό, λαχταριστό.
Που τις χορταίνει δυο στιγμές, πριν μετατραπεί αέρας στο στομάχι τους. Πριν η πείνα τους ξυπνήσει δυνατότερη κι αδικημένη.
Και κάθε φορά λένε πως είναι η τελευταία. Μα δεν είναι…
Γέρασαν μα το έμαθαν. Ακόμη κι αν βρουν το θάρρος να πουν τέλος, αν δεν αλλάξουν αυτές, εκείνος απλά θα αλλάζει όνομα και πρόσωπο. Ίδιο κάδρο, ίδιο θέμα, άλλος τοίχος.
Τους δίνει στιγμιαία την αίσθηση της αλλαγής.
Την ελπίδα.
Μέχρι να κοιτάξουν μέσα και να συνειδητοποιήσουν πως όλα μένουν ίδια.
Εκείνες τον έφτιαξαν εγωιστή και κτητικό. Εκείνες που δεν έμαθαν να λένε όχι και να διεκδικούν.
Μα θα έρθει η μέρα, όσο κι αν τον αγαπούν που κάτι θα αλλάξει. Η μέρα που θα αρνηθούν το χώμα που απλόχερα τους προσφέρει.
Η μέρα που θα του ξεγλιστρήσουν προς το γκρεμό.
Τον χωρίς γυρισμό. Τον χωρίς εκείνον ή τον κάθε όμοιο του.
Η μέρα που θα αναγκαστούν ν’ ανοίξουν τα αραχνιασμένα τους φτερά.
Αυτή τη μέρα, εκείνες, οι εξαρτημένες κι ανασφαλείς, ελπίζουν και την περιμένουν.
Εκείνος, ο βολεμένος, απλά την τρέμει.