Όταν αναφερόμαστε στη μοναξιά μιλάμε για μια υποκειμενική-προσωπική εμπειρία και αίσθηση που δεν ορίζεται από την ποσότητα ή την συχνότητα των διαπροσωπικών σχέσεων αλλά από την υποκειμενική τους ποιότητα.

 

Το να αισθάνεται κανείς μοναξιά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ζει απομονωμένος σε σχέση με το κοινωνικό του περιβάλλον. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερο κοινωνικό φαινόμενο που είναι αποτέλεσμα των δύσκολων κοινωνικών και περιβαλλοντικών συνθηκών σε σχέση με άλλες εποχές.

 

Δεν αποτελεί μια συνειδητή και προσωπική επιλογή, αλλά περισσότερο ένα αποτέλεσμα ενός συνδυασμού των εξωτερικών συνθηκών και εσωτερικών παραγόντων του ατόμου. Παράλληλα, ως επί τω πλείστον, συνοδεύεται από μια αρνητική χροιά σε αντίθεση με την μοναχικότητα η οποία φέρει μια περισσότερο θετική χροιά.

 

Στην περίπτωση της μοναχικότητας, πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή και επιθυμία του ατόμου να αποσυρθεί από το κοινωνικό του περιβάλλον, χωρίς να αισθάνεται δυσάρεστα, έχοντας τη δυνατότητα να στραφεί στον εαυτό του, να παραμείνει με αυτόν και να εξελιχθεί.

Είναι πιθανό ένας άνθρωπος να περιτριγυρίζεται από έναν σεβαστό αριθμό ατόμων, φίλους, γνωστούς, συναδέλφους, μια εκτεταμένη οικογένεια, από έναν σύντροφο ή ακόμη και να συζεί με κάποιον και παρ’ όλα αυτά να αισθάνεται μοναξιά. Να βιώνει κατά κάποιο τρόπο μια συναισθηματική και κοινωνική απομόνωση. Μια απόσταση που αδυνατεί να γεφυρώσει ή ένα κενό που δεν μπορεί να γεμίσει. Τότε μιλάμε για το αίσθημα της μοναξιάς. Και είναι διαφορετικό από την μοναχικότητα.

Για κάποιους ανθρώπους η μοναξιά ξεκινά σταδιακά. Καθώς μεγαλώνουμε και εξελισσόμαστε, αναπτυσσόμαστε και ωριμάζουμε ως άνθρωποι. Αλλάζουμε. Εμείς καθώς και οι άλλοι γύρω μας, κάνουμε και κάνουν επιλογές ζωής όσον αφορά το επάγγελμα, κάποια μετακόμιση, κάποιοι άλλοι επιλέγουν να κάνουν οικογένεια και παιδιά ενώ άλλοι να επενδύσουν πολύ χρόνο στην επαγγελματική τους καριέρα ή εργασία. Έτσι λοιπόν χωρίς να το καταλάβουμε ο κοινωνικός μας κύκλος παύει να υπάρχει, με τη μορφή που γνωρίζαμε, με αποτέλεσμα να βρίσκουμε τον εαυτό μας να περνάει τις περισσότερες μέρες χωρίς παρέα, ενώ συνηθίζαμε να κάνουμε κάτι με φίλους.

Για κάποιους η μοναξιά αποτελεί ένα φυσικό αποτέλεσμα των μεταβατικών σταδίων της ζωής, όπως η ολοκλήρωση των σπουδών, η ολοκλήρωση της στρατιωτικής θητείας, ο γάμος, η οικογένεια, ο θάνατος, το διαζύγιο, η αλλαγή επαγγέλματος, η μετακόμιση, η αλλαγή μόνιμης κατοικίας, η μετανάστευση κτλ.

 

Η αντίληψη και η αντιμετώπιση όλων των παραπάνω επηρεάζεται από την προσαρμοστικότητα του κάθε ατόμου, την ικανότητά του δηλαδή να αντιλαμβάνεται, να αποδέχεται και να προσαρμόζεται στις ποικίλες αλλαγές που συμβαίνουν στη ζωή του. Η προσαρμοστικότητα δηλαδή του ατόμου, επηρεάζει το πώς αντιλαμβάνεται κανείς την αλλαγή και κατ’ επέκταση την μοναξιά, το πως έχει μάθει να προσαρμόζεται στις προαναφερθείσες αλλαγές.

 

Επιπρόσθετα, επειδή κάθε αλλαγή έχει ως φυσική συνέπεια κάποια απώλεια, είτε υλική είτε άυλη, η αντίδραση του ατόμου στο πένθος παίζει έναν σημαντικό ρόλο. Διότι όταν αναφερόμαστε στο πένθος, δεν μιλάμε μόνο για κάποια φυσική απώλεια κάποιου προσώπου, αλλά σε οποιαδήποτε απώλεια που μπορεί να έρθει ως αποτέλεσμα αυτών ακριβώς των μεταβατικών σταδίων στη ζωή του ατόμου. Το πένθος ισούται με αλλαγή, καθώς λόγω της απώλειας από την οποία απορρέει, τα πράγματα και οι καταστάσεις δεν θα είναι ποτέ οι ίδιες.

 

Το άτομο λοιπόν θα πρέπει να προσαρμοστεί στις καινούργιες συνθήκες και απαιτήσεις και καθώς επηρεάζεται σε διαφορετικό βαθμό, αναπτύσσοντας και χρησιμοποιόντας διαφορετικούς μηχανισμούς άμυνας και στρατηγικές αντιμετώπισης, πολλές φορές ο χρόνος είναι εκείνος που μπορεί μονάχα να επέμβει.

 

Πηγή:psychologynow.gr

 

Thessaloniki Arts and Culture,   http://www.thessalonikiartsandculture.gr/