«Μα γιατί μαλώνετε όλη την ώρα; Αδέρφια είστε!

Μακάρι να  ήσασταν πιο αγαπημένοι!…..»

Ακούμε πολύ συχνά γονείς να παραπονιούνται για τους άπειρους καβγάδες μεταξύ των παιδιών τους, καθώς και για τις μάταιες προσπάθειες που έχουν κάνει για να εξομαλύνουν την κατάσταση. Ερωτήματα όπως γιατί η ζήλια και ο ανταγωνισμός είναι τόσο έντονα στοιχεία, κατά πόσο αυτό είναι φυσιολογικό, που οφείλεται αυτή η κατάσταση και πώς μπορούμε να το διαχειριστούμε, προβληματίζουν συχνά τους γονείς.

Στη πραγματικότητα η αδερφική σχέση είναι μοναδική, αφού επικρατούν συναισθήματα μίσους και αγάπης ταυτόχρονα. Όμως γιατί συμβαίνει αυτό; Αυτό συμβαίνει διότι συμβιώνουν στον ίδιο χώρο και υπάρχει έντονη συναισθηματική ανταλλαγή σε αυτά τα πρώτα -κρίσιμα για τη διαμόρφωσή τους- χρόνια της ζωής τους. Σε αυτήν την καθημερινή συμβίωση η ανάγκη για δέσμευση είναι το ίδιο σημαντική με την ανάγκη για αυτονομία. Γι’ αυτό το λόγο η ποιότητα της σχέσης τους δεν μπορεί να εκτιμηθεί από το πόσο καλά τα πηγαίνουν μεταξύ τους, αλλά από το πόσο έχουν επεξεργαστεί συναισθηματικά την μεταξύ τους στενή επαφή. Όμως, όπως και να έχει, το συναισθηματικό άνοιγμα σε αυτή την ηλικία αφήνει τόσο έντονα τη σφραγίδα του, επομένως είναι αδύνατον να υπάρξει οριστικό συναισθηματικό τέλος στη σχέση καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

 

Τι είναι αυτό όμως που επιδρά στην αδερφική σχέση;

Σημαντικός παράγοντας στη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των παιδιών παίζει και η διαφορά ηλικίας καθώς και το φύλο. Όταν είναι μικρή η διαφορά ηλικίας μοιράζονται συχνά πολύ χώρο και χρόνο αλλά και μαλώνουν περισσότερο μεταξύ τους, επομένως είναι αναγκασμένα λόγω του ισχυρού δεσμού τους να καθορίζουν και να τονίζουν τις ατομικές τους διαφορές. Αυτό ισχύει κυρίως για παιδιά του ίδιου φύλου και πολύ περισσότερο στα δίδυμα. Όταν τα αδέρφια είναι διαφορετικού φύλου αυτό συμβαίνει σε πολύ μικρότερο βαθμό. Αν πάλι η διαφορά ηλικίας είναι πολύ μεγάλη έχουν λιγότερο ανταγωνισμό και κοινά σημεία αλλά ταυτόχρονα προσφέρουν και μικρότερη υποστήριξη. Συνήθως τα μεγαλύτερα κορίτσια έχουν το ρόλο της δεύτερης μητέρας προς τα μικρότερα αδέρφια ενώ στην ενήλικη ζωή τα μεγαλύτερα αδέρφια γίνονται συχνά και πιο αυστηροί σύζυγοι. Πιο συγκεκριμένα τα κορίτσια δείχνουν περισσότερη φροντίδα ενώ τα αγόρια βοηθούν στην εξάσκηση πρακτικών δεξιοτήτων όπως την οδήγηση του ποδηλάτου.

Αξιοσημείωτο ρόλο ως προς την εξέλιξη ενός παιδιού παίζει και ο αριθμός των αδερφών. Όσο μεγαλύτερη είναι η οικογένεια τόσο μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα να υποστηρίζονται μεταξύ τους τα αδέρφια γιατί οι γονείς συνήθως δεν έχουν αρκετά συναισθηματικά αποθέματα και υλικές δυνάμεις για όλα τα παιδιά. Γι’ αυτό όσο περισσότερα είναι τα παιδιά τόσο λιγότερα περιμένουν από τους γονείς τους. Αυτή η απώλεια της αποκλειστικότητας των γονέων εξισορροπείται από τις σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους τα αδέρφια στην καθημερινή τους επικοινωνία, η οποία τους επιτρέπει να αναλαμβάνουν ευθύνη το ένα για το άλλο.

Μη αμελητέος παράγοντας θεωρείται και η σειρά γέννησης των παιδιών. Το πρωτότοκο παιδί έχει να αντιμετωπίσει υποσυνείδητα το άγχος και το θυμό που έχει με τον ερχομό του δευτερότοκου. Κατακλύζεται συνήθως από ερωτήματα όπως «Γιατί οι γονείς μου θέλουν το δεύτερο παιδί;», «Δεν τους είμαι αρκετός;», «Μήπως έχω κάτι κακό πάνω μου;», «Θα με αγαπούν λιγότερο από την αδερφή μου;». Έτσι το πρώτο παιδί θα ζηλεύει πάντα ακόμα κι αν εμείς δεν το βλέπουμε και θα νιώθει πάντα παραμελημένο παρόλο τις προσπάθειες των γονέων. Πολλές φορές μάλιστα θα βγάλουν επιθετικότητα ή  θα παλινδρομήσουν σε ένα προηγούμενο στάδιο παιδικής συμπεριφοράς όπως να θέλουν να πίνουν γάλα από το μπιμπερό με σκοπό να κερδίσουν πάλι την αγάπη της μητέρας τους.

Μην μας δημιουργείται όμως η ψευδαίσθηση ότι το δεύτερο παιδί είναι απαλλαγμένο από τέτοιου είδους συναισθήματα. Τα μικρότερα αδέρφια έχοντας ως παράδειγμα το μεγαλύτερο αδερφάκι τους προσπαθούν μάταια να βρεθούν στο ίδιο σκαλοπάτι εξέλιξης που βρίσκεται το πρωτότοκο. Συνήθως το μεγαλύτερο παιδί δέχεται το θαυμασμό των γονέων για τα επιτεύγματά του με αποτέλεσμα το μικρότερο να βιώνει αισθήματα κατωτερότητας, να ζηλεύει τη σχέση που έχει αναπτύξει με τους γονείς του και να νιώθει ότι οι γονείς του το αγαπούν λιγότερο λόγω της ανημποριάς του.

Τα μεσαία παιδιά βρίσκονται σε μια διαφορετική μοίρα επειδή δεν τους δίνεται τόση προσοχή από τους γονείς με αποτέλεσμα να έχουν μεγαλύτερα περιθώρια ελευθερίας και λιγότερους περιορισμούς στις δυνατότητες της ατομικής τους εξέλιξης από ότι έχουν τα άλλα αδέρφια τους. Σε ότι αφορά την απόκτηση κοινωνικής γνώσης μαθαίνουν από νωρίς να διαχειρίζονται μια κατάσταση στην οποία υπάρχει τουλάχιστον ένας μεγαλύτερος που είναι καλύτερος σε όλα και στην ανάγκη μπορεί να επιβληθεί και σωματικά, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει και κάποιος μικρότερος που χρειάζεται συνεχώς βοήθεια και τον υποστηρίζουν χωρίς να διαμαρτύρονται. Η μεγάλη πρόκληση αυτών των παιδιών είναι αυτή ακριβώς, να ισορροπούν πάντα αυτή την ένταση, έτσι ώστε να μη δείχνουν στα μικρότερα αδέρφια τα αισθήματα κατωτερότητας που έχουν απέναντι των μεγαλύτερων.

Τι γίνεται όμως με τα στερνοπαίδια; Οι περισσότερες οικογένειες μεταβιβάζουν τα παιχνίδια των μεγαλύτερων παιδιών στα μικρότερα αδέρφια και έτσι αυτά μεγαλώνουν σε μια πληρότητα υλικών αγαθών, με αποτέλεσμα τα παιδιά αυτά να αναπτύσσουν και αντίστοιχες απαιτήσεις. Όμως σε αυτό το τύπο οικογενειών είναι διαθέσιμο πάντα κάποιο μέλος της οικογένειας να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Από την άλλη μεριά όμως οι γονείς είναι λιγότερο συναισθηματικά φορτισμένοι από ότι στα προηγούμενα παιδιά τους, με κίνδυνο να παραγνωριστούν οι ιδιαίτερες ανάγκες αυτού του παιδιού. Επιπλέον πολλές φορές το παιδί αυτό έχει το ρόλο της οικογενειακής κούκλας, όπου όλα τα μέλη της οικογένειας ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες μέσα από αυτό, με αποτέλεσμα να παραμελούνται οι ανάγκες και οι επιθυμίες του ίδιου του παιδιού.

 

Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς;

  • Όταν μαλώνουν τα παιδιά καλό θα είναι οι γονείς να αποδέχονται το δίκιο όλων των πλευρών. Να αποδέχονται και να διακρίνουν τις διαφορετικές ανάγκες του κάθε παιδιού και να τις ικανοποιούν κατά το δυνατόν.
  • Παρά την πίεση για συμμόρφωση με την οικογενειακή παράδοση να υποστηρίζουν την ανάπτυξη της ατομικότητας του κάθε παιδιού.
  • Να υποστηρίζουν σε κάθε παιδί δραστηριότητες που στερεώνουν τις σχέσεις αλλά και τις επιθυμίες του καθενός να διαμορφώσει την ατομική του ιδιαιτερότητα.
  • Να προσπαθούν να εξισορροπήσουν τις κοινωνικές προσδοκίες που έχουν οι ίδιοι σε σχέση με το φύλο του παιδιού τους, με την ανάγκη που έχει κάθε παιδί να βιώσει και να αναπτύξει στοιχεία στο χαρακτήρα του που δεν θεωρούνται τυπικά του κοινωνικού ρόλου του φύλου του.
  • Να μεταβιβάζουν στα παιδιά ευθύνες ανάλογα με την ηλικία τους, να μην προβάλλουν υπερβολικές απαιτήσεις σε σχέση με τις δυνατότητές τους, και να ξεκαθαρίζουν στα παιδιά ότι τελικά την ευθύνη για το όποιο αποτέλεσμα των επιλογών τους την αναλαμβάνουν τα ίδια.
  • Να καταβάλλουν προσπάθειες κατανόησης και των δύο πλευρών και να τηρούν ξεκάθαρη στάση.
  • Κατά τη διάρκεια των καυγάδων τους να εμπλέκονται όσο το δυνατόν λιγότερο εφόσον η ζωή διαμορφώνεται μέσω των συγκρούσεων, ώστε να μη τους στερούν τη δυνατότητα να βρουν μόνα τους τη λύση.
  • Να τους μεταδώσουν το μήνυμα ότι ο καθένας είναι σημαντικός για τις δικές του ατομικές ιδιότητες, τα δυνατά και αδύναμα σημεία του. Ο καθένας έχει την συνεισφορά του στην οικογένεια και ανήκει σε αυτήν.
  • Να μην συγκρίνουν τα αδέρφια μεταξύ τους και να τους δίνουν την δυνατότητα να αναπτύσσουν προσωπικούς χώρους έκφρασης ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.
  • Να θέσουν ξεκάθαρους κανόνες ώστε τα παιδιά να έχουν μια ισχυρή αίσθηση του δικαίου.

Λυμπέρη Βενετία – Ψυχολόγος

 

http://psychologos-liberi.gr